Κείμενο Συγκρότησης Συνέλευσης Αλληλεγγύης

…..Αναγνωρίζοντας την αξιακή ακεραιότητα και το επαναστατικό σθένος των πολιτικών κρατουμένων Νίκου Μαζιώτη και Πόλας Ρούπα, τιμώντας την στάση τους και το γεγονός πως στέκονται όρθιοι, συνεπείς, σφοδροί αντίπαλοι του πιο εκμεταλλευτικού, βίαιου και αδηφάγου οικονομικού και πολιτικού συστήματος, θεωρούμε αναγκαίο να στηρίξουμε πολιτικά….. ……Με αυτό τον τρόπο αντιλαμβανόμαστε την Αλληλεγγύη στους συντρόφους Νίκο Μαζιώτη και Πόλα Ρούπα. Ως πολιτικό και ηθικό μας χρέος καθώς οι σύντροφοι από την πλευρά τους έθεσαν ως εγγύηση την ίδια τους τη ζωή για την υπόθεση της Επανάστασης, της Αναρχίας, της Κοινωνικής Απελευθέρωσης. Σε αυτή την κατεύθυνση και για όλους τους παραπάνω λόγους, συγκροτούμε Συνέλευση Αλληλεγγύης στα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, Νίκο Μαζιώτη και Πόλα Ρούπα…..

Λάβαμε 07/07/2019

Κείμενο Συγκρότησης Συνέλευσης Αλληλεγγύης στον Επαναστατικό Αγώνα

Η ένοπλη δράση ήταν και θα είναι από τα βασικότερα πεδία πάλης στην ιστορία των κοινωνικών αγώνων και επαναστάσεων. Όποτε οι καταπιεσμένοι επιχείρησαν την ανατροπή ενός εκμεταλλευτικού κοινωνικού συστήματος, η προσφυγή στα όπλα και η επαναστατική βία αποτέλεσαν τον ακρογωνιαίο λίθο κάθε επαναστατικού εγχειρήματος.

Σε όλη την ανθρώπινη ιστορία, καμία οργανωμένη εξουσία και καμία άρχουσα τάξη δεν παρέδωσε ειρηνικά τα προνόμιά της. Η υποχώρηση του παλιού, πάντα σημαδεύτηκε από την βίαιη δυναμική του νέου. Η ταξική πάλη ήταν ανέκαθεν η σφοδρή σύγκρουση μεταξύ εκμεταλλευτών και εκμεταλλευομένων. Ελεύθεροι και δούλοι, δουλοπάροικοι και φεουδάρχες, αστοί και προλετάριοι βρίσκονταν σε διαρκή ταξικό πόλεμο. Η κατάλυση των διαιρέσεων και η κατάργηση των τάξεων δεν μπορεί, παρά να είναι το προϊόν της ανειρήνευτης ταξικής και κοινωνικής πάλης, πότε φανερής και πότε αθέατης, με τελικό στάδιο της σύγκρουσης την ένοπλη αναμέτρηση με το εκάστοτε καθεστώς και τον κοινωνικό μετασχηματισμό.

Στον διάβα της ιστορίας, η δράση ένοπλων οργανώσεων άφησε ανεξίτηλα το στίγμα τους. Μέσα από ένοπλα χτυπήματα και ενέργειες σαμποτάζ προκαλούσαν πλήγματα στον εχθρό, αποδυναμώνοντας την ισχύ του. Με την ένοπλη αντίσταση πολλές φορές στην ιστορία συνέβαλαν στη δημιουργία γενικού κοινωνικού αναβρασμού, τροφοδοτούσαν τους αγώνες και αναπτέρωναν το ηθικό των καταπιεσμένων. Επαναστατικές μειοψηφίες και ένοπλοι αγωνιστές πριν από κάθε μεγάλη επανάσταση στην ιστορία προετοίμαζαν μέσα από δυναμικές επιθέσεις το έδαφος για την εκδήλωσή της, μετέφεραν το μήνυμα του ξεσηκωμού και αποτελούσαν προπομπό επαναστατικής αντεπίθεσης.

Είναι γεγονός ότι καμία επαναστατική διαδικασία δεν μπορεί να απεμπολήσει τη βία ενάντια στους εξουσιαστές, αν θέλει πραγματικά να φέρει την ανατροπή. Ο ένοπλος αγώνας δεν είναι ένα διαχωρισμένο πεδίο δράσης του επαναστατικού κινήματος, αντίθετα πηγάζει από τους κόλπους της κοινωνικής βάσης, δρα για τα συμφέροντά της, αναδύεται ως πρόπλασμα οικοδόμησης της επαναστατικής προοπτικής. Δεν μπορεί να νοηθεί επαναστατικό κίνημα χωρίς την παράλληλη, αδιάσπαστη και οργανική συνύπαρξη με τον ένοπλο αγώνα.

Οι αναρχικοί ποτέ στην ιστορία δεν προχώρησαν σε διαχωρισμούς ανάμεσα σε μορφές πάλης. Η απόρριψη της ένοπλης δράσης, η απόρριψη της κοινωνικής Επανάστασης ως στρατηγικού στόχου του αγώνα είναι ασύμβατα με την δράση του παγκόσμιου αναρχικού κινήματος. Σύγχρονες αναθεωρητικές τάσεις που επιχείρησαν την αποκοπή της ένοπλης δράσης αλλά και της επαναστατικής προοπτικής ως τελικού προορισμού της επαναστατικής πάλης, στην πραγματικότητα επιχείρησαν την διαστρέβλωση του ίδιου του αναρχισμού, που είναι φύσει επαναστατικός. Με καύσιμο εξωγενείς θεωρίες και εσωτερικεύοντας την ήττα και την ιδεολογικοποίησή της, ενστερνίστηκαν συστημικά ιδεολογήματα για “το τέλος της ιστορίας” και “το τέλος των επαναστάσεων” προβάλλοντας εναλλακτικές μορφές πάλης (π.χ. νησίδες ελευθερίας, εναλλακτικές δομές, μερικά κινήματα κ.α.) ως προμετωπίδα του αγώνα, διακηρύσσοντας σε ευθυγράμμιση και άτυπη συνύπαρξη με το καθεστώς την ουτοπικότητα και το “ανέφικτο” της επανάστασης.

Μια σύντομη αναδρομή σε πτυχές της ιστορίας του παγκόσμιου αναρχικού κινήματος είναι αρκετή για να αναδειχθεί η δομική συνάφεια της αναρχικής παράδοσης με τον ένοπλο αγώνα. Από την εποχή της Α΄ Διεθνούς και μετά οι Αναρχικοί οργάνωσαν ένοπλες εξεγέρσεις και απόπειρες. Την πρώτη απόπειρα στα 1870, στην Μπολόνια τo 1874 και την ένοπλη πορεία στο Μπενεβέντο στην Ιταλία το 1877. Στην πρώτη μεγάλη προλεταριακή επανάσταση, στην Παρισινή Κομμούνα το 1871 συμμετείχαν υποστηρικτές του Προυντόν και του Μπακούνιν όπως και στο Συμβούλιο της Κομμούνας που είχαν εκλεγεί 91 εκπρόσωποι από τον λαό του Παρισιού. Το 1886 στο Σικάγο οι αναρχικοί της Μαύρης Διεθνούς πρωτοστάτησαν στην καθιέρωση του 8ωρου και κάλεσαν τους εργάτες στα όπλα μετά την σφαγή των απεργών στο εργοστάσιο Μακόρμικ στις 3 Μαΐου. Είναι γνωστά τα γεγονότα της πλατείας Χαιημάρκετ στις 4 Μαΐου 1886 όπου έγινε βομβιστική επίθεση κατά της αστυνομίας και συμπλοκή μεταξύ οπλισμένων εργατών και αστυνομίας, γεγονός για το οποίο καταδικάστηκαν σε θάνατο 5 αναρχικοί συνδικαλιστές και άλλοι 3 σε φυλάκιση. Μεταξύ του τέλους του 19ου αιώνα και τις αρχές του 20ου αναρχικοί εκτέλεσαν τρεις Ισπανούς πρωθυπουργούς, έναν Αμερικανό πρόεδρο, έναν Ιταλό βασιλιά, έναν πρόεδρο της Γαλλικής Δημοκρατίας. Είναι η περίοδος της ‘‘προπαγάνδας με την δράση’’.

Στην Ουκρανία, στη διάρκεια της ρώσικης επανάστασης το μαχνοβίτικο κίνημα με τα όπλα ανά χείρας διαλαλούσε “θάνατο στους εχθρούς της εργατικής τάξης” σε μια από τις πιο κορυφαίες και ένδοξες στιγμές της ιστορίας του παγκόσμιου αναρχικού κινήματος. Στην Ισπανία και την Γαλλία, αναρχικοί και αναρχοσυνδικαλιστές προέβαιναν σε εκρήξεις βομβών σε εργοστάσια και ένοπλες επιθέσεις εναντίον επιχειρηματιών, εργοδοτών, αστυνομικών. Στην Βαρκελώνη, με το όπλο στο χέρι αντεπιτίθονταν στους μπράβους της εργοδοσίας και τα αφεντικά που συστηματικά τρομοκρατούσαν, δολοφονούσαν και απειλούσαν τους εργάτες, προετοιμάζοντας το έδαφος για τον μετέπειτα “Μαυροκόκκινο Ιούλη”. Αναρχικοί ήταν αυτοί που επιχείρησαν την εκτέλεση των Μουσολίνι και Φράνκο.

Θα ήταν αδύνατο να σκιαγραφήσουμε ή να προτάξουμε ένα επαναστατικό κίνημα χωρίς τον ένοπλο αγώνα, όπως θα ήταν αδύνατο να αφαιρούσαμε τον ένοπλο αγώνα από την μακρόχρονη αναρχική παράδοση. Για εμάς ως σύγχρονους Αναρχικούς η ιστορική παρακαταθήκη της ένοπλης πάλης και η ένταξη της στο πλαίσιο ενός συνολικού επαναστατικού σχεδίου, για την ανατροπή του καπιταλισμού και του κράτους, είναι αναγκαία για την οικοδόμηση μιας αταξικής-ακρατικής κοινωνίας από ένα επαναστατικό κίνημα που θα δουλέψει προς αυτή την κατεύθυνση.

Το ιστορικό πλαίσιο της δράσης του Επαναστατικού Αγώνα

Ο Επαναστατικός Αγώνας συγκροτήθηκε το 2003 μέσα σε ένα κοινωνικό και πολιτικό περιβάλλον που χαρακτηριζόταν από την απουσία κοινωνικών και ταξικών αντιστάσεων απέναντι στις νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και με τη διάχυτη συναίνεση του κοινωνικού σώματος, το σύστημα φάνταζε ακλόνητο.

Στην αιχμή του Επαναστατικού Αγώνα κατά την πρώτη αυτή περίοδο δράσης (2003 – 2007) βρέθηκαν οι δυο βασικοί πυλώνες της παγκοσμιοποίησης: οι εισαγόμενες νεοφιλελεύθερες μεταρρυθμίσεις και ο πόλεμος κατά της ‘‘τρομοκρατίας” που κήρυξαν οι ΗΠΑ και τα σύμμαχα καπιταλιστικά κέντρα της Δύσης. Μέσα από τα χτυπήματα, τις αναλύσεις και την στρατηγική του ο Επαναστατικός Αγώνας έθεσε στο στόχαστρο τον διττό χαρακτήρα της παγκοσμιοποίησης –πολιτικό και στρατιωτικό– και αμφισβήτησε στην πράξη την καθεστωτική παντοδυναμία, αλλά και την συνθήκη της γενικευμένης κοινωνικής και ταξικής ήττας ανακηρύσσοντας την δυνατότητα, την πίστη, την αναγκαιότητα της επαναστατικής προοπτικής.

Το ιστορικό πλαίσιο γέννησης του Επαναστατικού Αγώνα ήταν αναμφίβολα ασφυκτικό, έως και εχθρικό για την ανάπτυξη μιας ένοπλης επαναστατικής οργάνωσης. Το προχώρημα των νεοφιλελεύθερων μεταρρυθμίσεων και η καπιταλιστική ανάπτυξη της εποχής ενίσχυαν την παντοκρατορία του συστήματος, το οποίο μέσω των τιμητών του, διαμήνυε ότι είναι οριστική. Σε όλη την Ευρώπη τα επαναστατικά κινήματα συρρικνώνονταν ή αφανίζονταν και ο καπιταλισμός προέλαυνε σε τροχιά νίκης, έχοντας προσωρινά κατατροπώσει τους εχθρούς του. Οι θεωρίες για το ‘‘τέλος των ιδεολογιών’’, οι διθύραμβοι για την τεχνολογική έκρηξη και την ανεμπόδιστη καπιταλιστική κερδοφορία, οι ανακηρύξεις για τον τερματισμό των κρίσεων και η απουσία αντίστασης διαμόρφωναν τους συσχετισμούς δύναμης των καιρών.

Στον Ελλαδικό χώρο οι αναδιαρθρώσεις της εποχής προχωρούσαν σε ακολουθία με τις διεθνείς εξελίξεις και την έξαρση του φαινομένου της παγκοσμιοποίησης. Η επικράτηση της επίπλαστης ευημερίας, η ασύδοτη χορήγηση δανείων και η ένταξη στην ευρωζώνη είχαν επιτύχει την συγκράτηση της κοινωνικής συνοχής και την διατήρηση των ταξικών ισορροπιών κατά την ταχεία απορρύθμιση των εργασιακών σχέσεων.

Την ίδια περίοδο κατασταλτικά χτυπήματα είχαν διεξαχθεί εναντίον του εγχώριου αντάρτικου πόλης, το εργατικό κίνημα βυθιζόταν για χρόνια στην παρακμή παγιδευμένο στο γραφειοκρατικό συνδικαλισμό, ενώ και το μεγαλύτερο μέρος του ελλαδικού αναρχικού/αντιεξουσιαστικού χώρου που ούτως ή άλλως δεν είχε στόχο την επαναστατική προοπτική, συμφιλιώθηκε με τις εξελίξεις. Η πορεία της παγκοσμιοποίησης συνοδεύτηκε με την επέκταση των κεφαλαιαγορών, την παραπέρα απελευθέρωση και διεθνοποίηση του κεφαλαίου. Η αγορά χρέους εδραιώθηκε ως κινητήρια δύναμη της καπιταλιστικής οικονομίας.

Η χρηματοπιστωτική επέκταση και οι σχετικά υψηλοί ρυθμοί ανάπτυξης επέτρεπαν στο σύστημα να διαχέει ιδεολογήματα για το τέλος των κρίσεων. Όμως η αλληλοσυνδεσιμότητα των καπιταλιστικών λειτουργιών που συντελείται κατά την εποχή αυτή, δημιουργούσε παράλληλα και τις προϋποθέσεις για την εκδήλωση μιας πιο ισχυρής, πιο καταστροφικής και αδιέξοδης κρίσης, όταν η χρηματοπιστωτική επέκταση συνάντησε τα όριά της. Μια εξέλιξη, για την οποία ο Επαναστατικός Αγώνας είχε προειδοποιήσει. Η χρηματοπιστωτική κρίση που εκδηλώθηκε με επίκεντρο τις ΗΠΑ και την κατάρρευση της αγοράς των ενυπόθηκων στεγαστικών δανείων το 2007 ήταν αναπόφευκτο πως θα μετατρεπόταν σε μια παγκόσμια θύελλα που θα οδηγούσε το σύστημα σε αδιέξοδο. Ο Επαναστατικός Αγώνας προέβλεψε ορθά ότι αυτή θα είναι η πιο μεγάλη και η πιο καταστροφική κρίση του καπιταλισμού και θα πυροδοτούσε ιστορικές εξελίξεις, αφού σύντομα η χρηματοπιστωτική κρίση θα μεταβαλλόταν σε κρίση χρέους και σε δομική κρίση του συστήματος.

Ήδη από το 2009, η οργάνωση προειδοποιούσε για την υπαγωγή της χώρας στο καθεστώς των δανειακών συμβάσεων, επισήμανε ότι η κυβέρνηση Παπανδρέου θα εξαπολύσει την πιο σφοδρή επίθεση κοινωνικής λεηλασίας και ταξικής υποδούλωσης για την σωτηρία των τραπεζών και του κεφαλαίου και πως αυτή η επίθεση θα ήταν εφαλτήριο γενικευμένης κοινωνικής αμφισβήτησης και απονομιμοποίησης του συστήματος και θα σήμαινε την πολιτική της κατάρρευση. Το 2009, ο Επαναστατικός Αγώνας ξεκίνησε μια καμπάνια επιθέσεων με αιχμή το ξέσπασμα της παγκόσμιας καπιταλιστικής κρίσης. Οι επιθέσεις είχαν στόχο να πλήξουν δομές που είναι υπεύθυνες για τη κρίση και τις πολιτικές αντιμετώπισής της και να σαμποτάρουν την προσπάθεια διάσωσης των τραπεζών, δημιουργώντας ένα περιβάλλον αποσταθεροποίησης και αναταραχής που θα υπονόμευε την συστημική ομαλότητα. Η αρχή της κρίσης σηματοδότησε την αλλαγή στρατηγικής της οργάνωσης και την προσαρμογή της στις νέες συνθήκες, όπου η κοινωνική απονομιμοποίηση του συστήματος ήταν διάχυτη και το καθεστώς βυθιζόταν στην αβεβαιότητα. Η οργάνωση ερμήνευσε την συγκυρία της κρίσης ως μια μεγάλη ευκαιρία για την προώθηση ενός επαναστατικού σχεδίου ανατροπής και προετοίμασε ένα σύνολο επιθέσεων σε νευραλγικούς τομείς για την λειτουργία και αναπαραγωγή του συστήματος.

Ήταν δεδομένο ότι η οικονομική κρίση και η επιβολή των πιο βίαιων όρων υποτέλειας που θα γνώριζε ποτέ ένας τόπος εν καιρώ ειρήνης θα επηρέαζε την στρατηγική μιας οργάνωσης σαν τον Επαναστατικό Αγώνα, που η δράση του ήταν πάντα συνδεδεμένη με την προάσπιση των συμφερόντων της κοινωνικής πλειοψηφίας και η διεξαγωγή του ένοπλου αγώνα αποτελούσε γι’ αυτόν αναπόσπαστο και οργανικό μέρος ενός συνολικότερου σχεδίου για την ανατροπή και την κοινωνική απελευθέρωση. Άλλωστε διαχρονικά οι περίοδοι των κρίσεων χαρακτηρίζονται από ριζικές αλλαγές σε παγκόσμιο επίπεδο, εργαλεία διαχείρισης καθίστανται παρωχημένα, ολόκληρες οικονομίες καταρρέουν, συνταγές αντιμετώπισης των κρίσεων επανέρχονται από τα ιστορικά χρονοντούλαπα, και κοινωνικές αναταραχές εκδηλώνονται. Οι σύντροφοι του Επαναστατικού Αγώνα το γνώριζαν και με κάθε αφορμή τόνιζαν τους λόγους που η κρίση αυτή ανοίγει ιστορικές ευκαιρίες για την ανάπτυξη ενός επαναστατικού κινήματος, ευκαιρίες που στον βαθμό που αξιοποιηθούν μπορούν να διαμορφώσουν, να ορίσουν και να μεταβάλλουν την ιστορική εξέλιξη στην κατεύθυνση οικοδόμησης της επαναστατικής προοπτικής.

Ειδικότερα σε μια εποχή που ο βαθμός αλληλεξάρτησης των καπιταλιστικών λειτουργιών είναι πιο προχωρημένος από ποτέ, και μια κρίση του μεγέθους της σημερινής είναι σε ισχύ, είναι αναπόφευκτο να μεταφέρονται οι πληγές των οικονομικών και πολιτικών σοκ από την περιφέρεια στο κέντρο με αστραπιαίες ταχύτητες. Η κρίση που διανύει ο καπιταλισμός είναι η πιο σφοδρή και η πιο αδιέξοδη, ακριβώς γιατί είναι πραγματικά παγκόσμια και δεν αφήνει ανεπηρέαστη καμία λειτουργία του. Και τις πραγματικές διαστάσεις αυτής της κρίσης δεν τις έχουμε ακόμα βιώσει. Η κρίση όχι μόνο δεν τελείωσε, αντιθέτως βαθαίνει και οι πολιτικές αντιμετώπισης δεν περιόρισαν αλλά υποδαύλισαν το πρόβλημα, μετακυλίοντας την μεγαλύτερη έκρηξή του στο μέλλον.

Σε αυτήν λοιπόν την συγκυρία που υπόσχεται ανακατατάξεις και μεγάλες κοινωνικές και πολιτικές αναδιαρθρώσεις, η πολιτική σημασία της ένοπλης επαναστατικής δράσης, η υιοθέτηση και η σύνθεση των προτάσεων του Επαναστατικού Αγώνα για την δημιουργία ενός επαναστατικού κινήματος είναι πιο επίκαιρα από ποτέ. Ο Επαναστατικός Αγώνας είναι μια οργάνωση που όχι μόνο στάθηκε επάξια στο ύψος των καιρών, όχι μόνο αποκρυστάλλωσε τα δεδομένα της εποχής και τις δυνατότητες που ανοίγονται, αλλά σκιαγράφησε και το μοντέλο οργάνωσης της κοινωνίας την οποία επιδιώκουμε, πιστός στα προτάγματα, τις αξίες, τα ιδεώδη του αναρχισμού.

Γιατί όπως έχει γράψει και ο Κροπότκιν: “Κανένας αγώνας δεν μπορεί να στεφθεί με επιτυχία αν δεν προσφέρει στον εαυτό του μια ξεκάθαρη και σαφή διατύπωση του σκοπού του. Καμία καταστροφή της κυρίαρχης τάξης πραγμάτων δεν είναι δυνατή αν κατά το χρόνο της ανατροπής ή του αγώνα που οδηγεί στην ανατροπή, δεν υπάρχει ζωντανή μέσα στο μυαλό η ιδέα του τι θα αντικαταστήσει εκείνο που πρέπει να καταστραφεί. Αλλά ούτε και η θεωρητική κριτική των υφιστάμενων συνθηκών είναι δυνατή, αν εκείνος που ασκεί την κριτική, δεν έχει στο νου του μια περισσότερο ή λιγότερο συγκεκριμένη εικόνα του τι θα αντικαταστήσει την υπάρχουσα κατάσταση. Το ιδανικό, η αντίληψη για κάτι καλύτερο, διαμορφώνεται, συνειδητά ή ασυνείδητα, μέσα στο νου οποιουδήποτε ασκεί κριτική στους κοινωνικούς θεσμούς. Αυτό ισχύει ακόμα περισσότερο για τον άνθρωπο της δράσης”.

Οι κατασταλτικές επιθέσεις εναντίον του Επαναστατικού Αγώνα

και η συνέχιση της δράσης

Το 2010 o Επαναστατικός Αγώνας δέχεται το πρώτο κατασταλτικό χτύπημα. Κατά την διάρκεια προπαρασκευαστικής ενέργειας της οργάνωσης στην περιοχή της Δάφνης, το μέλος του Επαναστατικού Αγώνα Λάμπρος Φούντας πέφτει νεκρός έπειτα από πυροβολισμούς ένστολων φρουρών του καθεστώτος. Την δολοφονία του συντρόφου ακολούθησαν οι συλλήψεις των μελών της οργάνωσης από τον κρατικό μηχανισμό τον Απρίλιο του 2010, σε μια περίοδο που το ελληνικό κράτος υπαγόταν στο καθεστώς των δανειακών συμβάσεων. Για την τότε κυβέρνηση οι συλλήψεις των μελών του Επαναστατικού Αγώνα αποτέλεσαν μια “μεγάλη επιτυχία” αφού η οργάνωση αναγνωριζόταν ως σημαντικός πολιτικός εχθρός στην προσπάθεια διάσωσης του συστήματος και την ομαλή εφαρμογή των μνημονιακών προγραμμάτων.

Τα μέλη της οργάνωσης μετά το κατασταλτικό χτύπημα ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για συμμετοχή στον Επαναστατικό Αγώνα μέσα από μια “Πολιτική Επιστολή προς την Κοινωνία”. Στην επιστολή δήλωσαν ότι ο σύντροφος Λάμπρος Φούντας ήταν μέλος της οργάνωσης και ότι πολέμησε μέσα από τις γραμμές της για να μην περάσει η σύγχρονη δικτατορία των αγορών, να μην περάσουν οι επαίσχυντοι όροι κοινωνικής υποτέλειας που επέβαλε η υπερεθνική ελίτ, πως αγωνίστηκε μέχρι τέλους για την ανατροπή αυτού του σάπιου, εγκληματικού συστήματος.

Με την λήξη του 18μηνου προφυλάκισης, τα μέλη της οργάνωσης Νίκος Μαζιώτης και Πόλα Ρούπα επέλεξαν την συνέχιση της δράσης, ακυρώνοντας το κατασταλτικό χτύπημα και περνώντας στην ‘‘παρανομία’’. Από την αποφυλάκιση μέχρι την ‘‘παρανομία’’ μεσολάβησε ένα διάστημα πυκνής πολιτικής δραστηριότητας με την καθημερινή παρουσία των συντρόφων στον αναρχικό χώρο και τα κινηματικά δρώμενα, τις συνελεύσεις και τους δρόμους, όπου και σε συνεργασία με συντρόφους/ισσες πραγματοποίησαν εκδηλώσεις και ομιλίες σχετικά με τον ένοπλο αγώνα, την οργάνωσή τους τον Επαναστατικό Αγώνα και την επαναστατική προοπτική στην Ελλάδα και διεθνώς.

Στις 10 Απριλίου 2014, ο Επαναστατικός Αγώνας πραγματοποίησε βομβιστική επίθεση εναντίον της Διεύθυνσης Εποπτείας της Τράπεζας της Ελλάδος στην οδό Αμερικής, όπου στεγαζόταν το γραφείο του μόνιμου αντιπροσώπου του ΔΝΤ στην Ελλάδα, Ουές Μακ Γκρόου. Η ενέργεια επιλέχθηκε για την συγκεκριμένη μέρα καθώς σηματοδοτούσε την πρώτη έξοδο του ελληνικού κράτους στις διεθνείς αγορές για την αναζήτηση δανεικών για πρώτη φορά κατά τα μνημονιακά χρόνια της κρίσης, γεγονός που συνοδεύτηκε από θριαμβολογίες για την “ανάκαμψη της ελληνικής οικονομίας” προκειμένου να “τονωθεί” η πίστη των επενδυτών στην ελληνική οικονομία και την επιτυχία των ‘‘μνημονίων’’. Η επίθεση εναντίον της ΤτΕ ήταν το πιο ηχηρό χτύπημα στο οικονομικό και πολιτικό σύστημα, ήταν μια κορυφαία δράση σαμποτάζ στην πορεία του ελληνικού προγράμματος, σε μια περίοδο που ήδη είχε επέλθει νηνεμία στις κοινωνικές αντιστάσεις και η παραίτηση, η απογοήτευση και ο φόβος είχαν κυριεύσει μεγάλα τμήματα του πληθυσμού.

Η πολιτική ευθύνη για το χτύπημα εναντίον της ΤτΕ αναλήφθηκε με την υπογραφή “Επαναστατικός Αγώνας-Κομάντο Λάμπρος Φούντας” αποδίδοντας τιμή στον σύντροφο που έπεσε μαχόμενος. “Γιατί η καλύτερη απόδοση τιμής σε ένα σύντροφο που έδωσε την ζωή του στον αγώνα, είναι η συνέχιση του ίδιου του αγώνα για τον οποίο έπεσε πολεμώντας. Και αυτός ο αγώνας δεν είχε, δεν έχει και δεν θα έχει άλλη κατεύθυνση παρά μόνο την ανατροπή του καπιταλισμού και του κράτους, την κοινωνική Επανάσταση”. (Από την προκήρυξη ανάληψης ευθύνης για την επίθεση του Ε.Α στην Διεύθυνση Εποπτείας της ΤτΕ (ΕΚΤ) -ΔΝΤ)

Τον Ιούλιο του 2014 ο Νίκος Μαζιώτης συλλαμβάνεται στο Μοναστηράκι τραυματισμένος, έπειτα από άνιση μάχη με τα ένστολα καθάρματα του καθεστώτος. Ο σύντροφος δεν λύγισε και απ’ την πρώτη στιγμή της σύλληψής του από το νοσοκομείο του Ευαγγελισμού δήλωσε επαναστάτης και αμετανόητο μέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Την περίοδο εκείνη ήδη είχε ψηφιστεί το νομοσχέδιο της ΝΔ-ΠΑΣΟΚ για τις φυλακές τύπου Γ΄ που προορίζονταν κυρίως για τους πολιτικούς κρατούμενους που είχαν καταδικαστεί για ένοπλη δράση και το υπουργείο Δημοσίας Τάξης μετά τη σύλληψη του Μαζιώτη είχε δηλώσει ότι ο σύντροφος θα ήταν ο πρώτος που θα μεταφερόταν εκεί. Πράγματι, το Δεκέμβρη του ’14 ο Μαζιώτης ήταν ο πρώτος πολιτικός κρατούμενος που μεταφέρθηκε στις φυλακές Δομοκού παρά το γεγονός ότι ήταν τραυματισμένος και έχριζε νέας εγχείρησης.

Αργότερα, τον Μάρτιο του 2015 και αφού στην εξουσία είχε ανέλθει ο ΣΥΡΙΖΑ, ξεσπά μαζική απεργία πείνας πολιτικών κρατουμένων με πληθώρα αιτημάτων με κυριότερο από αυτά την κατάργηση των φυλακών τύπου Γ΄. Ο Μαζιώτης συμμετέχει στην απεργία πείνας παρά την αναπηρία στο χέρι του αντικρούοντας τις αντιμνημονιακές αυταπάτες σχετικά με την κυβέρνηση ΣΥΡΙΖΑ και έρχεται σε ρήξη με κρατούμενους και “κινηματικούς” φορείς που κρατούν “ήπια” στάση απέναντι στην νέα κυβέρνηση. Η περίοδος αυτή χαρακτηρίζεται από την πρώτη απόπειρα να περιθωριοποιηθεί ο Μαζιώτης, αφού η ξεκάθαρη στάση του απέναντι στη νέα κρατική διαχείριση και τα κομμάτια του “κινήματος” που επιχείρησαν την συνθηκολόγηση και τον διάλογο με αυτήν, δεν άφηνε περιθώρια για τέτοιες “συνδιαλλαγές”, “ελιγμούς” και οπισθοχωρήσεις. Το ίδιο περίπου διάστημα η συντρόφισσα Πόλα Ρούπα μέσω επίκαιρης πολιτικής ανάλυσης – απολογισμού της περιόδου – ανοίγει μια σειρά ζητήματα αναφορικά με την συνέχιση των μνημονιακών προγραμμάτων, το δημοψήφισμα της 5ης Ιουλίου, την προοπτική εξόδου της Ελλάδα από την ευρωζώνη και την επαναστατική προοπτική, αντιπαραβάλλοντας στον οπορτουνισμό των ημερών το επαναστατικό ήθος και την διορατικότητα που την χαρακτηρίζει ως αγωνίστρια.

Ήταν αυτονόητο ότι η σύλληψη και αιχμαλωσία του Μαζιώτη δεν θα σήμαινε το τέλος του Επαναστατικού Αγώνα. Από την παρανομία, η Πόλα Ρούπα συνέχισε τον αγώνα επιχειρώντας την απόδραση του συντρόφου, η οποία δεν στέφθηκε δυστυχώς με επιτυχία. Όμως παρά την έκβαση της απόπειρας, τα μηνύματα και οι παρακαταθήκες αυτής της ενέργειας είναι και θα παραμείνουν σπουδαία. Η συντρόφισσα ενήργησε στην βάση αυστηρότατων ηθικών κανόνων, ρισκάροντας την ίδια της τη ζωή για την απελευθέρωση όχι μόνο του συντρόφου της, αλλά και άλλων κρατουμένων με τους οποίους δεν υπήρχε και δεν θα μπορούσε ποτέ να υπάρξει πολιτική ταύτιση. Η συντρόφισσα μας υπενθύμισε –χτυπώντας απευθείας στην καρδιά του κάθε αγωνιστή – ποιες είναι οι αξίες που μας καθιστούν αναρχικούς, ποιες είναι οι αξίες που μας καθιστούν πολέμιους της ανισότητας, της βαρβαρότητας και της αδικίας.

Όταν τον Γενάρη του 2017 η συντρόφισσα συλλαμβάνεται το κράτος πραγματοποιεί το πιο αισχρό του σχέδιο κλείνοντας το γιο των συντρόφων, στο ψυχιατρικό τμήμα του Νοσοκομείου «Παίδων» στερώντας του την επικοινωνία με τους γονείς και τους συγγενείς του. Τα δύο υπουργεία Δικαιοσύνης και Δημόσιας Τάξης και οι τότε υπουργοί Κοντονής και Τόσκας σε συνεργασία με την ‘‘ευαίσθητη’’ πρόεδρο του Αρείου Πάγου Ξένη Δημητρίου οργάνωσαν την ειδική αντιμετώπιση του 6χρoνου τότε παιδιού των συντρόφων και τον εγκλεισμό του στο ψυχιατρείο, για τον οποίο την τελική εντολή έδωσε η εισαγγελέας ανηλίκων Νικολού. Την ακύρωση αυτής της αποτρόπαιας πράξης κέρδισαν οι σύντροφοι μέσω απεργίας πείνας και δίψας που πραγματοποίησαν ώστε το παιδί να παραδοθεί στα συγγενικά του πρόσωπα.

Στην περίπτωση των συντρόφων, η ομηρία του ίδιου τους του παιδιού, και η τελική αφαίρεση της γονικής μέριμνας, καθώς και η υποχώρηση της αλληλεγγύης και η ‘‘πολεμική’’ που φανερά πλέον ξεδιπλώθηκε από συγκεκριμένους πολιτικούς χώρους ήρθε σε ‘‘αρμονία’’ και ‘‘κούμπωσε’’ με την ίδια την κρατική καταστολή. Όλα τα παραπάνω επιχειρήθηκαν σε μια περίοδο που τα προτάγματα του Επαναστατικού Αγώνα για ανατροπή και επαναστατική απόπειρα με καθολικούς όρους είναι περισσότερο επίκαιρα από ποτέ.

Κορυφαία στιγμή της ‘‘πολεμικής’’ αντιπαράθεσης εναντίον των μελών του Επαναστατικού Αγώνα Νίκου Μαζιώτη και Πόλας Ρούπα ήταν η προσχεδιασμένη πολιτική στήριξη συγκεκριμένων κομματιών του χώρου στο εφετείο της 1ης δίκης του Επαναστατικού Αγώνα στις 30/6/2017 σε πρώην μέλος της οργάνωσης που αποκήρυξε την επαναστατική του ιδιότητα και διακήρυξε την ήττα του Επαναστατικού Αγώνα. Μετά από τα γεγονότα αυτά, ο σύντροφος Μαζιώτης τέθηκε σε καθεστώς πολύμηνης απόλυτης απομόνωσης αφού η υπηρεσία της φυλακής πραγματοποίησε το αίτημα του πρώην μέλους και των κρατουμένων του υπογείου παραρτήματος των γυναικείων φυλακών Κορυδαλλού για την απομάκρυνση του συντρόφου από την πτέρυγα. Το γεγονός αυτό, η απομόνωση, η μείωση του χρόνου των επισκεπτηρίων των μελών του Επαναστατικού Αγώνα, μεταξύ τους αλλά και με το παιδί τους καθώς και η επικείμενη τότε νομοθέτηση του νέου σωφρονιστικού κώδικα που θεσμοθετούσε εμμέσως φυλακές τύπου Γ΄ εκ νέου, οδήγησαν τους συντρόφους να προχωρήσουν σε απεργία πείνας το φθινόπωρο του 2017. Το αποτέλεσμα από την απεργία πείνας ήταν η άρση του καθεστώτος απομόνωσης του συντρόφου Μαζιώτη και η άρση των προσχωμάτων του επισκεπτηρίου ενώ εν τέλει ο νέος σωφρονιστικός κώδικας δεν ψηφίστηκε ποτέ.

Τρεις μέρες μετά την λήξη της απεργίας πείνας και στο απόγειο πλέον της προσπάθειας περιθωριοποίησης και συκοφάντησής τους από έγκλειστους ‘‘πολιτικούς’’ κρατούμενους που υπονόμευαν την απεργία πείνας αλλά και την αδρανή στάση αλληλέγγυων ως προς αυτήν, ο Νίκος Μαζιώτης δέχεται επίθεση στην Ε΄ πτέρυγα όπου είχε μεταφερθεί.

Η αποφασιστικότητα των συντρόφων, Πόλας Ρούπα και Νίκου Μαζιώτη, η πολιτική ανάληψη ευθύνης για τον Επαναστατικό Αγώνα, η συνεχής μαχητικότητα και η συνέπειά τους, το ότι παραμένουν αμετανόητοι επαναστάτες και συνεχίζουν να θεωρούν τον ένοπλο αγώνα και το επαναστατικό πρόταγμα επίκαιρο, η ανιδιοτέλεια και οι αξίες της αλληλεγγύης, η απόρριψη κάθε είδους συμβιβασμών και η αποστασιοποίησή τους από ευτελείς συνδιαλλαγές, τους έθεσαν τόσο στο επίκεντρο και στην πρώτη γραμμή της κρατικής καταστολής όσο και στο επίκεντρο μιας ‘‘πολεμικής’’ αντιπαράθεσης από κάποιους εντός του χώρου, εντός και εκτός φυλακής.

Οι πολιτικές δίκες – πεδίο Αγώνα και συνέχισης της επαναστατικής δράσης

Η “αντιτρομοκρατική” νομοθεσία διαμέσου του 187Α εγκληματοποιεί και απονοηματοδοτεί την αντικαθεστωτική δράση, αποκόβοντάς την από τα ενεργητικά αίτια και τα πολιτικά της κίνητρα. Δεν αναγνωρίζει πολιτικό ‘‘έγκλημα’’ και πολιτικούς αντιπάλους και συνακόλουθα κρίνει, δικάζει και καταδικάζει κοινωνικούς αγωνιστές σαν κοινούς ποινικούς εγκληματίες με δυσανάλογα εξοντωτικές ποινές. Η ίδια η ουσία του καθεστωτικού νομικού οπλοστασίου ερείδεται στην θωράκιση του αστικού πολιτικού συστήματος και την ποινικοποίηση του αγώνα. Στην διάχυση του καθεστωτικού θεσφάτου ότι η αστική δημοκρατία “δεν έχει αντιπάλους” και στην διασπορά της τρομοκρατίας στις τάξεις των αγωνιζόμενων.

Οι επαναστάτες Πόλα Ρούπα και Νίκος Μαζιώτης –παρά τις καταδίκες– είναι πεπεισμένοι για το δίκιο του πολιτικού αγώνα που διεξάγουν και μετατρέπονται οι ίδιοι σε κατήγοροι του εγκληματικού καθεστώτος, του κράτους και του πιο ολοκληρωτικού καπιταλισμού που στις μέρες μας γίνεται όλο και πιο αιμοσταγής και αδηφάγος. Οι σύντροφοι δίνουν πολιτικές μάχες εντός των δικαστικών αιθουσών για όλες τις υποθέσεις που τους αφορούν. Διατηρούν ζωντανή την ιστορία του Επαναστατικού Αγώνα, υπερασπίζονται χωρίς καμία έκπτωση, ενδοιασμό, απενοχοποιημένα, δίχως φόβο για τις συνέπειες, το δίκαιο των ενεργειών του Επαναστατικού Αγώνα. Η πολιτική αυτή επιλογή των συντρόφων συνιστά μια ουσιαστική συμβολή στον Αγώνα και στη στάση που οφείλουν να έχουν κατά την γνώμη μας οι αγωνιστές.

Οι δίκες του Επαναστατικού Αγώνα και η στάση των συντρόφων μέσα στα δικαστήρια καταγράφεται ως σημαντική παρακαταθήκη στην επαναστατική ιστορία, όχι μόνο στην Ελλάδα αλλά και διεθνώς. Ως κατήγοροι και σφοδροί αντίπαλοι του καπιταλισμού και του κράτους διατρανώνουν και προασπίζουν με ζήλο και αλύγιστη αγωνιστικότητα την δράση της οργάνωσης, αναλύουν με εγκυρότητα και διεισδυτική οξυδέρκεια την πολιτική, οικονομική και κοινωνική συγκυρία, υπερασπίζονται ανυποχώρητα την επιλογή της ένοπλης δράσης της οργάνωσης, το δίκαιο του αγώνα, το πρόταγμα της επαναστατικής προοπτικής.

Οι σύντροφοι του Επαναστατικού Αγώνα σε συνθήκες υποχώρησης και ήττας των κοινωνικών και ταξικών αγώνων και με τον ανατρεπτικό αγώνα να έχει περιοριστεί λόγω σοβαρής οπισθοχώρησης, αναθεωρητισμού και οπορτουνισμού ακόμα και στον α/α χώρο, ακυρώνουν στην πράξη την καταστολή, η οποία δεν μπορεί να καταφέρει να τους λυγίσει. Χρησιμοποιώντας πολιτικά ακόμα και νομικά επιχειρήματα, αποδομούν τις κατηγορίες με τις οποίες τους δικάζουν. Με τη μαχητικότητά τους καταφέρνουν ακόμα και να “σπάνε” τις ποινές των ισοβίων (πρόσφατα ο Νίκος Μαζιώτης έσπασε την ποινή των ισοβίων με την ποινή του να πέφτει στα 83 χρόνια) κάτι που είναι παρακαταθήκη για το ανατρεπτικό κίνημα συνολικά.

Θεωρούμε ιδιαίτερα σημαντική από πολιτική άποψη την στάση των συντρόφων μέσα στα δικαστήρια, γιατί αντιστρέφουν τις κατηγορίες που τους αποδίδουν, επιτιθέμενοι στο σύστημα με όπλο όχι μόνο την αρχική, αλλά τη διαρκή ανάληψη πολιτικής ευθύνης, μιας ευθύνης που αναλαμβάνουν μέχρι τέλους με οποιοδήποτε κόστος. Αυτό σημαίνει ότι στις δικαστικές αίθουσες διεξάγεται όλα αυτά τα χρόνια ένας πόλεμος, επικοινωνιακός και ουσιαστικός, μια σφοδρή πολιτική διαπάλη, μια ζώσα και συνεχής προπαγάνδα για την αναγκαιότητα της κοινωνικής Επανάστασης για ένα κόσμο πολιτικής ελευθερίας, οικονομικής ισότητας και κοινωνικής αλληλεγγύης. Για μια ακρατική-αταξική κοινωνία όχι μόνο ως καθημερινό και καταγεγραμμένο σύνθημα στον πολιτικό χώρο από όπου προερχόμαστε, αλλά ως η ουσία της ανατρεπτικής αντικαθεστωτικής δράσης μέχρι την καταστροφή του κράτους και του καπιταλισμού.

Η αμετακίνητη στάση των συντρόφων στις δίκες του Επαναστατικού Αγώνα –σε σχέση με πιο “βολικούς”, σιωπηλούς ή αποστασιοποιημένους κατηγορούμενους– ενάντια στην οικονομική και πολιτική εξουσία που γεννά την βία των κυρίαρχων απέναντι στους εκμεταλλευόμενους και το γεγονός ότι διαχρονικά μετατρέπουν τις δικαστικές αίθουσες σε χώρο πολιτικής προπαγάνδας και υπεράσπισης της ανατρεπτικής δράσης για την κοινωνική Επανάσταση, είναι ο βασικός και ουσιαστικός λόγος που έσπασε o τοίχος της σιωπής που τους επέβαλε τόσο το ίδιο το καθεστώς, όσο και η υποχώρηση της μαζικής πολιτικής αλληλεγγύης.

Εξ’ αιτίας αυτής της πολιτικής θέσης που έχουν οι σύντροφοι και που στην τρέχουσα συγκυρία της οπισθοχώρησης, της ήττας, της μετάνοιας, της διολίσθησης στην ηθική παρακμή και τον αμοραλισμό του “κινηματικού δημοσιοσχετισμού”, της καιροσκοπικής πολιτικής “αρπαχτής” και του τυχοδιωκτισμού που αποσαθρώνει και καταλύει κάθε έννοια συντροφικότητας και επαναστατικότητας που δεν φαίνεται να είναι η “ενδεδειγμένη”, κάποιοι προσπάθησαν να τους απομονώσουν πολιτικά ως αγωνιστές και ως φυσικά πρόσωπα. Πρακτικές που δεν είναι “άγνωστες” στα επαναστατικά κινήματα σε συνθήκες ήττας σαν τις σημερινές.

Αναγνωρίζοντας την αξιακή ακεραιότητα και το επαναστατικό σθένος των πολιτικών κρατουμένων Νίκου Μαζιώτη και Πόλας Ρούπα, τιμώντας την στάση τους και το γεγονός πως στέκονται όρθιοι, συνεπείς, σφοδροί αντίπαλοι του πιο εκμεταλλευτικού, βίαιου και αδηφάγου οικονομικού και πολιτικού συστήματος, θεωρούμε αναγκαίο να στηρίξουμε πολιτικά, ηθικά και υλικά τους συγκεκριμένους συντρόφους που υπερασπίζονται τις επιλογές αγώνα για την επαναστατική προοπτική και την καθεστωτική ανατροπή.

Γιατί για εμάς, η Αλληλεγγύη είναι μια λέξη ηθικά και συναισθηματικά φορτισμένη. Είναι μια έννοια που σχετίζεται άμεσα με την ανθρώπινη εξέλιξη και την κοινωνική πρόοδο. Η έμπρακτη Αλληλεγγύη, μαζί με την Αντίσταση και την Αυτοοργάνωση είναι ένα από τα πιο βασικά προτάγματα του Αναρχισμού. Άλλωστε η κοινωνική Επανάσταση στην οποία πιστεύουμε, είναι εν τέλει το απαύγασμα της Κοινωνικής Αλληλεγγύης. Αλληλεγγύη σημαίνει όπως φαίνεται και στην ετυμολογία της λέξης, ότι ανάμεσα σε δύο ή παραπάνω πλευρές υπάρχει το αίσθημα ενότητας και ταυτόχρονα αξιοπιστίας, εξασφάλισης, εγγύησης δηλαδή, του ενός μέρους προς το άλλο και αντίστροφα. Με αυτό τον τρόπο αντιλαμβανόμαστε την Αλληλεγγύη στους συντρόφους Νίκο Μαζιώτη και Πόλα Ρούπα. Ως πολιτικό και ηθικό μας χρέος καθώς οι σύντροφοι από την πλευρά τους έθεσαν ως εγγύηση την ίδια τους τη ζωή για την υπόθεση της Επανάστασης, της Αναρχίας, της Κοινωνικής Απελευθέρωσης. Σε αυτή την κατεύθυνση και για όλους τους παραπάνω λόγους, συγκροτούμε Συνέλευση Αλληλεγγύης στα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα, Νίκο Μαζιώτη και Πόλα Ρούπα.

Ο επαναστατικός αγώνας είναι σήμερα ο μόνος ορατός και αναγκαίος δρόμος των καταπιεσμένων, για να επιχειρηθεί μια επαναστατική ανατροπή για μια αταξική και ακρατική κοινωνία ισότητας, ελευθερίας και αλληλεγγύης. Είναι η μόνη διέξοδος για να σταματήσει ο ανελέητος κοινωνικός και ταξικός πόλεμος που μας έχουν επιβάλλει. Γιατί μόνο κατευθύνοντας κάθε επιμέρους μάχης προς μια επαναστατική προοπτική μπορεί να νοηματοδοτήσει τους μικρούς και μεγάλους αγώνες του σήμερα, μόνο μια ένοπλη επανάσταση που θα συντρίψει παλάτια και θα εκθρονίσει βασιλιάδες εγκαθιδρύοντας το βασίλειο της ελευθερίας, μπορεί να αποτελέσει λύτρωση και ρεαλιστική διέξοδο από την ταξική βαρβαρότητα και την κοινωνική υποδούλωση.

ΤΙΜΗ ΓΙΑ ΠΑΝΤΑ ΣΤΟΝ ΛΑΜΠΡΟ ΦΟΥΝΤΑ

ΛΕΥΤΕΡΙΑ ΣΤΑ ΜΕΛΗ ΤΟΥ ΕΠΑΝΑΣΤΑΤΙΚΟΥ ΑΓΩΝΑ ΠΟΛΑ ΡΟΥΠΑ ΚΑΙ ΝΙΚΟ ΜΑΖΙΩΤΗ

ΑΓΩΝΑΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΕΠΑΝΑΣΤΑΣΗ ΚΑΙ ΤΗΝ ΑΝΑΡΧΙΑ

Συνέλευση Αλληλεγγύης στον Επαναστατικό Αγώνα
Επικοινωνία: syneleusiea@riseup.net

Ιούλιος, 2019

Απαντήστε

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της Εντάξει Πληροφορίες