Κάποιες σκέψεις για την καθεστωτική ιδεολογικοπολιτική επίθεση

στους καταληψίες της Ματρόζου 45 και Παναιτωλίου 21 στο Κουκάκι από τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα Πόλα Ρούπα & Νίκο Μαζιώτη

…..Τους καταληψίες της οδού Ματρόζου και Παναιτωλίου μάς είναι καθαρό πως το μέγεθος της κοινωνικής αδικίας, της οποίας μια μικρή διάσταση δώσαμε πιο πάνω στο κείμενο, τους ‘‘όπλισε’’ με το δίκαιο και το αίσθημα νομιμότητας να διεκδικήσουν να πάρουν έστω και για λίγες ώρες πίσω τα σπίτια που στέγαζαν τη ζωή τους. Δεν πιστεύουμε πως δεν γνώριζαν ότι η ανακατάληψη δεν θα διαρκούσε πολύ. Πήγαν εκεί γνωρίζοντας ότι θα συλληφθούν. Και δεδομένης της αντίστασης που πρόβαλαν ότι θα ξυλοκοπηθούν κατά τη σύλληψή τους. Αυτό που φαινομενικά δείχνει μάταιο και με μεγάλο κόστος, είναι ακριβώς αυτό που μας κάνει να θέλουμε να στηρίξουμε αυτούς τους συντρόφους. Τα μηνύματα που θέλησαν να στείλουν με τη δράση τους, τα έχουμε λάβει: ‘‘Δεν εγκαταλείπουμε χωρίς αντίσταση, εφόσον πιστεύουμε και εμπνεόμαστε από τις επιλογές μας’’. ‘‘Δεν μας αρκεί και δεν μας ταιριάζει η θέση του θύματος στην κρατική καταστολή και θέλουμε να επιστρέψουμε πίσω ένα τουλάχιστον μέρος της βίας που απλόχερα εξαπολύει το κράτος εναντίον μας, ακόμα και αν ο ρόλος της δυναμικής αντίστασης που επιλέγουμε κρατήσει για λίγο, ακόμα και να το κόστος που θα πληρώσουμε, είναι σημαντικό’’! Μετά από τόσους μήνες ασύστολης βίας και τρομοκρατίας των δυνάμεων καταστολής, οι συντρόφισσες/οι επέλεξαν να αντεπιτεθούν έστω και για λίγες ώρες. Θα μπορούσαμε να πούμε πώς ήταν μια απάντηση σε όλη αυτή την αναντίστοιχη με την κοινωνική αντίσταση των ημερών μας, κρατική βία που οι κατασταλτικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει το τελευταίο διάστημα, μια απάντηση στο ακραιφνώς δόγμα ‘‘νόμος και τάξη’’. …….

Λάβαμε 14/01/2020

Κάποιες σκέψεις για την καθεστωτική ιδεολογικοπολιτική επίθεση στους καταληψίες της Ματρόζου 45 και Παναιτωλίου 21

από τα μέλη του Επαναστατικού Αγώνα Πόλα Ρούπα & Νίκο Μαζιώτη

14/1/2020

Για κάποιους θα είναι δύσκολο να εκφράσουν έναν λόγο ή ακόμα και να στείλουν ένα μήνυμα στους καταληψίες της Ματρόζου και Παναιτωλίου. Και αυτό γιατί η στάση τους ξεφεύγει από τη θυματολογία που διαχέεται ευρύτατα το τελευταίο διάστημα και καθορίζει τη στάση πολλών στην κρατική καταστολή, η οποία ομολογουμένως εξαπολύεται αφειδώς παντού. Γιατί, υποτίθεται, ευαισθητοποιείται πιο πολύ η κοινωνία όταν προβάλουμε τον εαυτό μας ως θύμα της κρατικής βίας, ενώ δεν συμβαίνει το ίδιο όταν γινόμαστε –έστω και για λίγο– εμείς οι θύτες.

Επειδή ανακατέλαβαν τα κτίρια και επιπλέον αντιστάθηκαν όπως μπορούσαν στην επέμβαση και εκκένωση των καταλήψεων από τον πολυάριθμο συνασπισμό αστυνομικών δυνάμεων, επειδή δεν παραδόθηκαν ‘‘ειρηνικά’’ στη θέα των κατασταλτικών δυνάμεων που έσπευσαν να ‘‘επαναφέρουν τη νομιμότητα’’ στην περιοχή, κατηγορήθηκαν, λοιδορήθηκαν και δέχτηκαν σφοδρή ιδεολογική επίθεση από τις καθεστωτικές πολιτικές δυνάμεις, και τα ΜΜΕ. Στα τηλεοπτικά στούντιο φώναζαν να τιμωρηθούν παραδειγματικά γιατί αντιστάθηκαν. Εκπρόσωποι όλων των κατασταλτικών σωμάτων μαινόμενοι απαιτούν να φυλακιστούν γιατί άσκησαν βία εναντίον τους, γιατί κινδύνεψε η σωματική τους ακεραιότητα για πρώτη φορά μετά από πολλά χρόνια, που οι μισθοφόροι του κράτους ασκούσαν όση βία ήθελαν μονομερώς. Το δίκαιο ή το άδικο σε αυτή την ιστορία αναδεικνύεται μετά από την απάντηση του ερωτήματος: Γιατί είναι δίκαιο στην εποχή μας να καταλαμβάνονται άδεια, για χρόνια αχρησιμοποίητα σπίτια και κατ’ επέκταση γιατί είναι άδικο να εκκενώνονται οι καταλήψεις με τη βία;

Ξεκινώντας από την ίδια τη μήτρα όλων των γεγονότων που διαδραματίζονται αυτή την περίοδο, δεν μπορούμε να μην αναφερθούμε αρχικά στην κρίση. Την πολυδιάστατη κοινωνική, πολιτική, οικονομική, περιβαλλοντική κρίση του συστήματος που έχει λάβει την πιο άγρια μορφή της στην Ελλάδα αλλά και παντού τα τελευταία δώδεκα χρόνια. Η χώρα έχει βυθιστεί στην φτώχεια, οι άνεργοι έχουν αυξηθεί, οι φτωχοί εργαζόμενοι που δεν τα βγάζουν πέρα με το μισθό τους παρά τις ατελείωτες και εξαντλητικές ώρες ‘‘ελαστικής’’ εργασίας που προσεγγίζει τις συνθήκες δουλειάς (ή δουλείας) στην πρώτη βιομηχανική περίοδο, οι άστεγοι που μετρούν δεκάδες χιλιάδες και που είτε αργοπεθαίνουν στους δρόμους είτε σε εγκαταλειμμένα κτίρια είτε σε κάποιο κρύο χωρίς θέρμανση σπίτι, οι θάνατοι από το κρύο, τις κακουχίες, την πείνα, τις αρρώστιες, η έλλειψη δυνατότητας δωρεάν περίθαλψης των φτωχών, ακόμα και η παντελής απουσία της, η κατάθλιψη που έχει γίνει μάστιγα ως ο καρκίνος της ψυχής στέλνοντας πολλούς στον θάνατο, όλα τα παραπάνω και πολλά άλλα συνιστούν τις καθημερινές συνθήκες για την κοινωνική πλειοψηφία στην εποχή μας.

Σε όλα αυτά ας προσθέσουμε τις χιλιάδες ψυχές των προσφύγων και των μεταναστών που επιλέγουν να ρισκάρουν τη ζωή τους στο ‘‘διάβα’’ τους προς την Ευρώπη, προκειμένου να αποφύγουν ένα βέβαιο θάνατο στις χώρες τους και που εγκλωβίζονται να πεθάνουν αναξιοπρεπείς και εγκαταλειμμένοι από την εξαθλίωση στην ‘‘πολιτισμένη Δύση’’. Τέλος τα ναρκωτικά που προσφέρονται απλόχερα στις σύγχρονες ‘‘δυτικές κοινωνίες’’ με την αρωγή μεγάλων επιχειρηματιών και κρατικών ‘‘λειτουργών’’ αφού η ζήτηση αυξάνεται με τη κρίση και συνεπώς και τα κέρδη, στέλνουν στο περιθώριο και πετάνε στον Καιάδα τη νεολαία μας.

Αυτές τις συνθήκες δημιουργεί το ίδιο το σύστημα. Και αυτό είναι υπεύθυνο και για την εγκληματικότητα στην κοινωνική βάση, αφού έχει καταστρέψει συνειδητά με τις πολιτικές του σύγχρονου νεοφιλελεύθερου οικονομικού και πολιτικού μοντέλου κάθε στοιχείο κοινωνικής συνοχής και αλληλεγγύης.

Το κράτος έχει ενσωματωμένο στον ιστορικό του ρόλο τη διάρρηξη μέσω και της βίαιης καταστολής των όποιων κοινωνικών δεσμών υπάρχουν έξω από τη δική του διαμεσολάβηση και εξουσία, ενώ κάθε ατομική μονάδα που ζει σε ένα χαλαρό σύνολο ανθρώπων, οφείλει να στέκεται μόνο του απέναντι στην κρατική εξουσία. Ο κρατικός έλεγχος ενάντια στην αυτόνομη κοινωνική αλληλεγγύη, αυτή που βρίσκεται έξω από τον κρατικό πλαίσιο ελέγχου των ανθρώπων, είναι κατακριτέα, παράνομη, επικίνδυνη. Αυτή η συνθήκη και η εξατομίκευση του ανθρώπου που κράτος και κεφάλαιο επιβάλει, γεννά το έγκλημα που ‘‘πρέπει’’ να ανακυκλώνεται στην κοινωνική βάση. Και τότε ο κρατικός και εκ φύσεως μιλιταριστικός μηχανισμός θα επέμβει για να καταστείλει τα φαινόμενα αυτά που το ίδιο το κράτος είναι προορισμένο να γεννά και να αναπαράγει.

Ενώ είναι καθεστώς η γενικευμένη δυστυχία και ανημπόρια εκατομμυρίων ανθρώπων, στην Αθήνα χιλιάδες σπίτια εγκαταλειμμένα ερειπώνουν, καταρρέουν, γίνονται εστίες μόλυνσης και σκουπιδότοποι. Σε κάποια από αυτά τα κτίρια ομάδες ανθρώπων τα κατέλαβαν για να επιλύσουν έστω και προσωρινά το στεγαστικό τους πρόβλημα, για να στεγάσουν πολιτικές δράσεις, για να αποτελέσουν καταλύματα για πρόσφυγες και μετανάστες. Όμως το κράτος προτιμάει να βλέπει ανθρώπους να πεθαίνουν από το κρύο και τη φτώχεια, προτιμάει να βλέπει τους χιλιάδες άστεγους να κείτονται στους δρόμους παρά να ανέχεται τις καταλήψεις κτιρίων. Προτιμάει να εγκαταλείπονται άνθρωποι στους δρόμους ή στα εξευτελιστικά ακόμα και δολοφονικά στρατόπεδα συγκέντρωσης προσφύγων, παρά να ανεχθεί τις καταλήψεις από πρόσφυγες και μετανάστες. Γιατί; Γιατί δεν ανέχεται κοινωνικές ομάδες να αυτοοργανώνονται για να επιλύουν τα προβλήματα επιβίωσής τους και προτιμάει, μέσα στη συνειδητή επιλογή του να διατηρεί τα επίπεδα φτώχειας και της απόλυτης εξαθλίωσης σε υψηλά ποσοστά, να πεθαίνουν οι άνθρωποι μόνοι και εγκαταλειμμένοι. Προτιμάει μια γενοκτονία των φτωχών εντός του κρατικού πλαισίου παρά την επιβίωσή τους εκτός αυτού του πλαισίου.

Η καταστολή των καταλήψεων στέγης, η κρατική βία που εξαπολύεται γι’ αυτή την κρατική πρακτική και τα μηνύματα που στέλνει το κράτος μέσα απ’ όλα αυτά, είναι από τα πλέον απάνθρωπα φαινόμενα του συστήματος στην εποχή μας.

Φωνάζουν για την παραβίαση του ‘‘δικαιώματος στην ιδιοκτησία’’. Όμως αφενός κανένας δεν έκανε κατάληψη για να ιδιοποιηθεί ένα σπίτι, να το κάνει ιδιοκτησία του, αλλά διεκδικεί τη χρήση του. Επίσης το ‘‘δικαίωμα στην ιδιοκτησία’’ σε σπίτια εγκαταλειμμένα και χωρίς προοπτική χρήσης, είναι κοινωνικό σκάνδαλο.

Θα δούμε άραγε κάποιο από αυτά τα τσιμενταρισμένα, σφραγισμένα ύστερα από την εκκένωση των αστυνομικών δυνάμεων, κτίρια να γίνεται π.χ. παιδικός σταθμός ή κέντρο φιλοξενίας αστέγων; Όχι.
Είναι προτιμότερο για το κράτος να καταρρέει ένα κτίριο από την αχρηστία παρά αυτή να γίνει διέξοδος επιβίωσης για φτωχούς, αρκεί να ‘‘προστατεύεται το δικαίωμα στην ιδιοκτησία’’.

Την ίδια στιγμή η ιδιοκτησία εκατομμυρίων φτωχών – είτε πρόκειται για χρήματα είτε για ακίνητα– κατάσχεται ‘‘νόμιμα’’ από το κράτος και τις τράπεζες, ρίχνοντας όλο και περισσότερους ανθρώπους στον Καιάδα της εξαθλίωσης. Και όλα αυτά στο όνομα της ‘‘νομιμότητας’’. Της καθεστωτικής νομιμότητας. Γιατί ποιος είναι τελικά, ο παράνομος; Οι φτωχοί, οι αναρχικοί, οι μετανάστες που αυτοοργανώνονται για να επιλύσουν ανάγκες επιβίωσης ή για να αντισταθούν ή η μειοψηφία των ισχυρών πολιτικά και οικονομικά που στο όνομα της διατήρησης της εξουσίας και των προνομίων τους επιτίθενται με οικονομικά, όπλα μεγατόνων, επιτίθενται με τη βία της αστυνομίας και του κράτους που ξερνάει βόμβες και πολέμους, δολοφονεί και ξεριζώνει εκατομμύρια ανθρώπους στους οποίους ανάγει σε απόβλητα ή οι πρόσφυγες και οι μετανάστες (μετανάστες που ήραν το δρόμο της ξενιτιάς λόγω οικονομικής, βίας ή της περιβαλλοντικής υποβάθμισης του τόπου τους) που προσπαθούν να επιβιώσουν; Παράνομη είναι η αντίσταση σε ένα σύστημα που ζει και αναπαράγεται καταστρέφοντας τον πλανήτη, καίγοντας δάση, σκοτώνοντας εκατομμύρια ζώα, αφανίζοντας τη ζωή από τον πλανήτη με τις επιπτώσεις της καπιταλιστικής λειτουργίας ή η αντίσταση που δεν έχει νόημα αν δεν είναι αντικαπιταλιστική και αντικρατική;

Παράνομες είναι οι καταλήψεις λίγων άδειων κτιρίων στην Αθήνα ή η ‘‘κατάληψη’’ από την αγορά στέγης των τιμών των κατοικιών που με την προστασία και υποστήριξη του κράτους σε ‘‘αναμονή’’ κερδών από την αύξηση των αντικειμενικών αξιών στις κατοικίες και την κερδοσκοπική φούσκα που προκαλεί η αγορά των Airbnb, –αυξάνονται οι τιμές στην στέγη, τα ενοίκια τείνουν σε διαρκή άνοδο καθιστώντας πολυτέλεια την ενοικίαση ενός μικρού διαμερίσματος από ένα φτωχό, ακόμα και αν αυτός έχει δουλειά;

Τους καταληψίες της οδού Ματρόζου και Παναιτωλίου μάς είναι καθαρό πως το μέγεθος της κοινωνικής αδικίας, της οποίας μια μικρή διάσταση δώσαμε πιο πάνω στο κείμενο, τους ‘‘όπλισε’’ με το δίκαιο και το αίσθημα νομιμότητας να διεκδικήσουν να πάρουν έστω και για λίγες ώρες πίσω τα σπίτια που στέγαζαν τη ζωή τους. Δεν πιστεύουμε πως δεν γνώριζαν ότι η ανακατάληψη δεν θα διαρκούσε πολύ. Πήγαν εκεί γνωρίζοντας ότι θα συλληφθούν. Και δεδομένης της αντίστασης που πρόβαλαν ότι θα ξυλοκοπηθούν κατά τη σύλληψή τους. Αυτό που φαινομενικά δείχνει μάταιο και με μεγάλο κόστος, είναι ακριβώς αυτό που μας κάνει να θέλουμε να στηρίξουμε αυτούς τους συντρόφους.

Τα μηνύματα που θέλησαν να στείλουν με τη δράση τους, τα έχουμε λάβει:

‘‘Δεν εγκαταλείπουμε χωρίς αντίσταση, εφόσον πιστεύουμε και εμπνεόμαστε από τις επιλογές μας’’.

‘‘Δεν μας αρκεί και δεν μας ταιριάζει η θέση του θύματος στην κρατική καταστολή και θέλουμε να επιστρέψουμε πίσω ένα τουλάχιστον μέρος της βίας που απλόχερα εξαπολύει το κράτος εναντίον μας, ακόμα και αν ο ρόλος της δυναμικής αντίστασης που επιλέγουμε κρατήσει για λίγο, ακόμα και να το κόστος που θα πληρώσουμε, είναι σημαντικό’’!

Μετά από τόσους μήνες ασύστολης βίας και τρομοκρατίας των δυνάμεων καταστολής, οι συντρόφισσες/οι επέλεξαν να αντεπιτεθούν έστω και για λίγες ώρες. Θα μπορούσαμε να πούμε πώς ήταν μια απάντηση σε όλη αυτή την αναντίστοιχη με την κοινωνική αντίσταση των ημερών μας, κρατική βία που οι κατασταλτικές δυνάμεις έχουν εξαπολύσει το τελευταίο διάστημα, μια απάντηση στο ακραιφνώς δόγμα ‘‘νόμος και τάξη’’.

Εμείς λοιπόν δεν έχουμε κανένα λόγο να νοιώθουμε άβολα από τη δυσκολία της υποστήριξης μη θυματοποιημένων καταληψιών’’. Αντιθέτως, εκεί βρίσκουμε και την αξία της υπόθεσης αυτής. Γιατί δεν αρκεί να φωνάζουμε για τη νομιμότητα των επιλογών και της δράσης μας. Και το δίκαιο των διεκδικήσεών μας έχει άλλη πολιτική και κοινωνική βαρύτητα όταν εκφράζεται δυναμικά.

Πόλα Ρούπα – Νίκος Μαζιώτης
μέλη του Επαναστατικού Αγώνα

Απαντήστε

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της ΕντάξειΠληροφορίες