Σχετικά με τη δίκη εναντίον μου κι εναντίον του Βαγγέλη Σταθόπουλου, για την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας

Πρώτο μέρος της δήλωσής μου για τις διώξεις και τη δίκη εναντίον μου, εναντίον του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου κι ενός ακόμα ανθρώπου. Για την αλληλεγγύη, την υπεράσπιση της Οργάνωσης Επαναστατικης Αυτοάμυνας και τη συνέχεια της επαναστατικής πάλης.

Λάβαμε 29/03/2021

Εισαγωγικά για τη δίκη και τη συγκυρία:

Στις 21 Οκτώβρη 2019, κατά τη διάρκεια απαλλοτρίωσης σε κατάστημα κρατικού καζίνο (οπαπ) τραυματίστηκα λόγω απρόσεκτου χειρισμού ενός όπλου. Παρά τη σοβαρότητα του τραύματος, το αντιμετώπισα χωρίς νοσοκομειακή περίθαλψη. Οι Πρώτες Βοήθειες που μου παρασχέθηκαν με τη συνδρομή διάφορων ανθρώπων που δεν γνώριζαν τις συνθήκες του τραματισμού μου, ήταν σωτήριες. Δίχως αυτές, ίσως να οδηγούμουν σε ακροτηριασμό ή και θανατηφόρα μόλυνση.

Είκοσι μέρες μετά, η «αντι»-τρομοκρατική απήγαγε τον σύντροφο Βαγγέλη Σταθόπουλο και δυο ανθρώπους που είχαν κρίσιμη συμβολή στην επιβίωσή μου. Ύστερα, απήγαγε τον φίλο μου Διονύση Μπάκα, τη συντρόφισσά μου κι ένα πλήθος άλλων συντρόφων, εισβάλοντας σε πολλά σπίτια. Στο σπίτι του φίλου μου όπου είχα βρει μια πρώτη στάση περίθαλψης κι ακολούθως είχα εναποθέσει προσωρινά ορισμένες αποσκευές με διάφορα εργαλεία και οπλισμό, η αστυνομία ανακάλυψε και το τουφέκι σφραγίδα της αντάρτικης Οργάνωσης Επαναστατικής Αυτοάμυνας. Ο Βαγγέλης Σταθόπουλος κι ο Διονύσης Μπάκας κρατούνται προφυλακισμένοι έκτοτε. Στις 17 Μάρτη ξεκίνησε η δίκη για την υπόθεση της ληστείας και τον κατασχεμένο οπλισμό, πάνω στα οποία επιχειρήθηκε να στηριχτεί η διωκτική υπόθεση «μερικής εξάρθρωσης» της αντάρτικης οργάνωσης. Ο σύντροφος Βαγγέλης Σταθόπουλος, ο Διονύσης Μπάκας κι εγώ, είμαστε οι κατηγορούμενοι.

Η ημερομηνία της δίκης ανακοινώθηκε ελάχιστες μέρες πριν την έναρξή της. Εγώ δικάζομαι ερήμην, καθώς θεωρήθηκε ότι κλητεύθηκα, παρότι ως φυγάς είμαι αγνώστου διαμονής (ειδάλλως θα ήμουν αιχμάλωτος, αφού γύρω από το σπίτι μου στρατοπεδεύουν νυχθημερόν ασφαλίτες). Είναι προφανές ότι η ελαχιστοποίηση του διαστήματος μεταξύ της έκδοσης του διωκτικού βουλεύματος και της δίκης κι επίσης η βιαστική εκδίκαση της δίωξής μου χωρίς την παρουσία μου, αποτελούν μια ειδική μεθόδευση υπονόμευσης της νομικής υπεράσπισης των κατηγορούμενων. Το πολιτικό υπόβαθρο της δικαστικής υπονόμευσης είναι η ίδια η πολιτική-αντιαντάρτικη καταδίωξή μου και η πολιτική-ποινική ομηρία των δυο προφυλακισμένων.

Η υπονόμευση της νομικής υπεράσπισης και η διεξαγωγή μιας πολιτικής δίκης εναντίον μιας αντάρτικης οργάνωσης χωρίς την παρουσία του επαναστατικού αντίλογου μέσα στη δικαστική αίθουσα, δεν έχουν αποκλειστική έκφραση ετούτες τις μέρες σ’ αυτή τη δίκη. Πιο βάναυση και πολιτικά κρίσιμη μεθόδευση είναι εκείνη που οδήγησε τη συντρόφισσα Πόλα Ρούπα να απέχει από τις τρέχουσες δίκες για τον Επαναστατικό Αγώνα, την οργάνωσή της. Με αλλεπάλληλες μεταγωγές σε διαφορετικές φυλακές, με μακροχρόνιες απομονώσεις, δήθεν για υγειονομικούς λόγους και μ’ έναν τραυματισμό σε τροχαίο που προκάλεσε η μονάδα μεταγωγών, το κράτος κατέστησε αδύνατη την πολιτική και νομική προετοιμασία και συμμετοχή της αιχμάλωτης αντάρτισσας στα δικαστήρια. Οι αιχμάλωτοι σύντροφοι του Επαναστατικού Αγώνα, με μακροχρόνιο αγώνα, θεωρητικό έργο, επιστημονική ακρίβεια και πολιτική συνέπεια, έχουν μετατρέψει τις αντεπαναστατικές δίκες σε πεδία καταδίκης του κράτους. Μέχρι πρώτινως, το καθεστώς επένδυε σε μια ισορροπία μεταξύ στρατιωτικοποίησης των αντιαντάρτικων δικαστηρίων και ελευθερίας λόγου για τους κατηγορούμενους. Έχοντας ζημιωθεί πολιτικά από το προσωπείο της «δίκαιης δίκης», τώρα το καθεστώς επιχειρεί την αποβολή των αντιπάλων του από τα δικαστήρια. Η αλλαγή τακτικής εντάχθηκε στη μετωπική στρατοκρατική και ληστρική επίθεση που εξαπολύθηκε ενάντια στο κοινωνικό και το αναρχικό κίνημα από τον Αύγουστο του 2019, με προανακρούσματα την αστυνομική κατοχή του Πολυτεχνείου κι ύστερα, την εισβολή στην Κατάληψη GARE και σε δυο μεταναστευτικές.

Η δίκη μας έχει αποκλειστικά πολιτικό νόημα, εξολοκλήρου συναρτημένο στην προληπτική αντεπανάσταση που διεξάγει το κράτος. Έξω από ένα τέτοιο πλαίσιο κατανόησης, δεν δύναται ούτε να εξηγηθεί η υπόθεσή της. Θα εξετάσω τις πτυχές λεπτομερώς.

Τα διακυβεύματα:

Τρία αλληλένδετα διακυβεύματα παίζονται σ’ αυτή τη δίκη. Τοποθετώ πρώτο το έκτακτο: Η ελευθερία των ανθρώπων που είναι ήδη στη φυλακή ή ενδέχεται να φυλακιστούν μ’ αυτή τη δίκη ή την επόμενη σχετιζόμενη με την ίδια επιχείρηση καταστολής, στην οποία θα δικαστεί μια συντρόφισσα (14 Απρίλη με πλημμεληματικές κατηγορίες). Ετούτη η δίκη είναι κρίσιμη για τον σύντροφο Βαγγέλη Σταθόπουλο, ο οποίος όντας μακροχρόνια στοχοποιημένος ως πρώην πολιτικός κρατούμενος, αντιμετωπίζει τώρα μια πολιτική απόπειρα βαρυάς καταδίκης του. Στα πρόσωπα των δυο προφυλακισμένων διώκεται η κοινωνική αλληλεγγύη, ως μέρος της στρατηγικής απομόνωσης κι εξόντωσης της αντάρτικης πάλης. Ανεξάρτητα από τα γεγονότα, το κράτος επιδίωξε να χτυπήσει τους δυο προφυλακισμένους σα να χτυπούσε στην καρδιά του αντάρτικου. Πρόκειται για μια επίσημη αναγνώριση του δεδομένου ότι το κράτος τρέμει και προσπαθεί να τρομοκρατήσει έναν εχθρό που βρίσκεται παντού: τον αντιστεκόμενο λαό. Αποτελεί πολιτικό καθήκον του κινήματος σ’ αυτή την έκτακτη δίκη να υπερασπιστεί τον σύντροφο Βαγγέλη Σταθόπουλο, διεκδικώντας βέβαια την απελευθέρωση όλων των πολιτικών ομήρων, ανεξαρτήτως της στάσης τους.

Ο εγκλεισμός του Βαγγέλη Σταθόπουλου παρατάθηκε παρότι αναγνωρίστηκε ότι έχει μολυνθεί από τον SARS-CoV-2, όπως και δεκάδες άλλοι κρατούμενοι, σε μαζικό τεστ που έγινε στη φυλακή της Λάρισας κατόπιν κινητοποίησής τους. Ο οργανισμός του συντρόφου είναι ιδιαίτερα ευάλωτος κι ειδικά σε ασθένειες του αναπνευστικού, λόγω παλαιότερου τραυματισμού του κι εγχειρήσεων. Ανεξάρτητα από το πολιτικό υπόβαθρο της ποινικής ομηρίας του, θα έπρεπε να μεταφερθεί σ’ ένα νοσοκομείο ή στο σπίτι του, με ιατρική παρακολούθηση. Αντιθέτως, ο σύντροφος παραμένει σε μια ογκώδη λίστα θανάτου, την οποία έχει καταρτήσει το ελληνικό κράτος για όλους τους κρατούμενους των φυλακών και των στρατοπέδων συγκέντρωσης, αλλά και για τους εξόριστους των γηροκομείων και των φτωχόσπιτων. Όσοι αποτελούν περιττό κόστος για την επιβίωση του κεφάλαιου, έχουν προγραφεί κι ήδη εξοντώνονται στο Αιγαίο, στα κελιά, στα νοσοκομεία της ισοπεδωμένης κρατικής πρόνοιας ή στην αστική απομόνωση. Η δολοφονική εγκατάλειψη του Βαγγέλη Σταθόπουλου χωρίς περίθαλψη, μέσα σ’ ένα περιβάλλον μαζικής ανάπτυξης του ιού, αποτέλεσε συνέχεια της παρατεταμένης προφυλάκισης του για πολιτικούς λόγους.

Το διακύβευμα που έπεται είναι το διαρκώς επείγον: Η αλληλεγγύη ενάντια στην καταδίωξη ενός ανθρώπου από τους κρατικούς δολοφόνους κι ειδικότερα, η αλληλέγγυα πολιτική μέριμνα για έναν συναγωνιστή που βρίσκεται υπό φυσική απειλή, επιπλέον της ποινικής και συνεχίζει ν’ αγωνίζεται. Στη συγκεκριμένη περίπτωση εγώ είμαι αυτός. Ετούτη η αλληλεγγύη δεν θα κριθεί στη δίκη, κρίνεται κάθε μέρα. Όμως, η δίκη αποτελεί στιγμή αποκάλυψης της πραγματικής κατάστασης του πολιτικού κινήματος σε σχέση ή απέναντι στην επαναστατική πάλη και στην αγωνιστική αλληλεγγύη. Η ανάγκη είναι παρούσα, ήταν ανέκαθεν παρούσα, εφόσον τα πρόσωπα που ενσαρκώνουν την επαναστατική πάλη ανανεώνονται κι οι συλλογικές απαντήσεις δεν θα ξεγλιστρήσουν ποτέ από τα χέρια όλων όσων τάσσονται στην πλευρά της κοινωνικής απελευθέρωσης.

Με πραγματολογική βάση τα δυο παραπάνω διακυβεύματα, τίθεται και το πολιτικό διακύβευμα της δίκης: Τι παρακαταθήκη θα αφήσει για την επαναστατική πάλη; Τα επαναστατικά προτάγματα βγαίνουν πιο ανθεκτικά ή αποδυναμωμένα; Το κίνημα βγαίνει πιο ενωμένο απέναντι στην καθεστωτική τρομοκρατία ή πιο διχασμένο; Ετούτες τις απαντήσεις δεν θα μας τις δώσουν οι δικαστές -οι αγωνιστικές πράξεις μας τις ορίζουν.

Οφείλουμε να δούμε έκαστο διακύβευμα με συνολικό πολιτικό πρίσμα. Αλλιώς, αλλοιώνονται μέχρι κι οι λεπτομέρειες των γεγονότων. Γι’ αυτό, τον Γενάρη του 2020 κοινοποίησα έναν απολογισμό των γεγονότων που σχετίζονται άμεσα ή έμμεσα με τον τραυματισμό μου, ξεκινώντας μ’ ένα μεθοδολογικό πλαίσιο και συνεχίζοντας με την περιγραφή των δεδομένων με πολιτικούς όρους και την επισκόπηση των πολιτικών συνθηκών που οδήγησαν στη συγκεκριμένη κατασταλτική επιχείρηση. Πολλά αποσπάματα εκείνου του απολογισμού1 επαναλαμβάνονται σ’ ετούτο το κείμενο (όπως και της πρώτης σχετικής δήλωσής2 μου, με πλάγια γράμματα), μέσα όμως σ’ έναν διαφορετικό πολιτικό ειρμό, αφού υπηρετούν τον ίδιο σκοπό σε διαφορετικές συνθήκες.

Ποιός μιλάει;

Μεταξύ των κατηγορούμενων υπάρχει ένας που έχει αναλάβει την πρακτική πολιτική ευθύνη της συμμετοχής του στην απαλλοτρίωση και την αποκλειστική πολιτική και διαχειριστική ευθύνη για τον οπλισμό που κατασχέθηκε από την «αντι»-τρομοκρατική. Ειδικότερα, δήλωσα δημόσια την ανειλημμένη πρακτική πολιτική ευθύνη μου για την αναδιοργάνωση και τη συνέχιση του αντάρτικου αγώνα με βάση τη στρατηγική και την εμπειρία της Οργάνωσης Επαναστατικής Αυτοάμυνας. Το Νοέμβρη, έχοντας το καθήκον να αποσαφηνίσω τα γεγονότα και τις σχέσεις των διωκόμενων, δήλωσα ότι από τη θέση αυτουνού που πήρε υπ’ ευθύνη του τη φύλαξη ενός όπλου-σημαία μιας αντιστασιακής οργάνωσης, ενημερώνω το κίνημα ότι η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας είχε πάψει να υφίσταται ως πολιτικό σώμα, οργανωτική διεργασία και πρακτική δραστηριότητα ήδη από το 2017 κι ότι ήταν μια προσωπική πολιτική απόφαση (η πρακτική ευθύνη να φυλάω αυτά τα αντικείμενα γνωρίζοντας τι κρατάω), για την διαφύλαξη της ιστορίας της κοινωνικής αντίστασης και τη συμβολή στις ανάγκες υπεράσπισης των κοινωνικών αγώνων όποτε αυτό θα γινόταν απαραίτητο και εφικτό μέσα στην άγρια δολοφονική επίθεση που δέχονται ακατάπαυστα οι εκμεταλλευόμενοι, οι αποκλεισμένοι και τα κινήματα. Τα εργαλεία της αντίστασης, ακόμα και σε καιρούς υποχώρησης, διάλυσης, κατακερματισμού κι αδράνειας, δεν παραδίδονται, ούτε πετιούνται στη θάλλασα. Κάποιος πρέπει να αναλαμβάνει αυτό το καθήκον. Σ’ αυτή τη φάση εγώ αποκλειστικά ανέλαβα ένα τέτοιο καθήκον για διάφορα υλικά που έτυχε να βρεθούν στα χέρια μου. Τέτοια είναι η πολιτική αντίληψη και ηθική μου.

Όπως έγινε σαφέστερο στον απολογισμό που ακολούθησε, η λέξη «έτυχε» δεν εισήγαγε μια αντιφατική αποπολιτικοποίηση μέσα σε μια πολιτική δήλωση συμμετοχής στην αντάρτικη πάλη: διευκρίνιζε την πρακτική λεπτομέρεια, που θα μπορούσε να έχει ποινική κρισιμότητα, όχι για μένα, ότι παρότι είχα συνειδητά υπ’ευθύνη μου το όπλο-σφραγίδα της Οργάνωσης Επανστατικής Αυτοάμυνας, τα διαφορετικά εργαλεία που φύλαγα δεν μου παραδόθηκαν ως το πακεταρισμένο οπλοστάσιο της οργάνωσης, αλλά τα συνέλεξα σε διαφορετικούς χρόνους κι από άσχετες μεταξύ τους πηγές. Το όπλο-σφραγίδα της Οργάνωσης Επαναστατικής Αυτοάμυνας δεν χάθηκε τυχαία μαζί με ένα πλήθος άλλων εργαλείων… Η επίγνωση και η έμπρακτη ανάληψη της ευθύνης ότι η ενδεχόμενη απώλεια των υλικών που χάθηκαν μετά τον τραυματισμό μου, θα είχε ως συνέπεια την αναφορά στην Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, εκφράζει μια συνειδητή ιστορική ευθύνη μπροστά στο κίνημα: όχι την ευθύνη γι’ αυτό που έχει χαθεί, μια πολιτική δυναμική, αλλά την ευθύνη να μην χαθεί στη σιωπή και την ευθύνη να γίνει ξεκάθαρο ότι αυτή είχε ήδη χαθεί. Η παραμονή μιας σημαίας στην πρώτη γραμμή, παρότι η μονάδα της είχε πάψει πυρ, ήταν ο τρόπος να προστατευτεί η ιστορία της. Ήταν επιπλέον, ο τρόπος να δηλωθεί η πραγματική δύναμη -αδυναμία- αυτού του οχυρού, ώστε να ξέρει το κίνημα (και να μην ξεχάσουν εκείνοι που ήξεραν). Ήταν επίσης ο τρόπος να παραμείνουν τα προτάγματα της συγκεκριμένης Οργάνωσης ενεργά ακόμα και μετά από ενδεχόμενη απώλεια κάθε δυνατότητας δράσης αυτουνού που ανέλαβε την ευθύνη της συνέχειας… Παρεπόμενα, η διακινδύνευση της ποινικής σύνδεσής μου με την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας δεν ήταν ένα λάθος, ούτε οι συνέπειες του τραυματισμού μου «τυχαίες». Όχι μόνο δεν θα γινόταν να αποφύγω εκ’ των υστέρων τις συνέπειες της ιστορικής πραγματικότητας, αλλά ήμουν αυτός που είχε ήδη αναλάβει πολύ πρακτικά να την αλλάξει ή τουλάχιστον να τη φέρει στο φως… Επιτελούσα ένα πολιτικό καθήκον. Στη δυσκολότερη συνθήκη: μόνος μου. Δεν ήταν μια ευθύνη για το παρελθόν, αλλά μια ευθύνη για το παρόν και το μέλλον. Η αναφορά στην ιστορία δεν αφορά το παρελθόν, αλλά το παρόν και το μέλλον.

Η ευθύνη που ανέλαβα αποτελεί μέρος του ένοπλου αγώνα για την ανακοπή της κρατικής-καπιταλιστικής επιθετικότητας και τη συγκρότηση επαναστατικού κινήματος…
Η επισήμανσή μου στη σχέση παρελθόντος και μέλλοντος, δεν έγινε από μια αποσπασματική σκοπιά ιστορικής συμβολής -δεν ανέλαβα να κρατήσω ένα αραχνιασμένο ημερολόγιο-, αντιθέτως, ήταν και συνεχίζει να είναι ρηξιακή, εξελικτική. Η αγωνιστική ιστορία κρίνεται ή από τους νεκροθάφτες της ή από τους συνεχιστές της. Δεν υπάρχει τρίτη επιλογή. Η πραγματικότητα κάνει κριτική στην ιστορία. Εγώ -ο όποιος ένας- δεν χρειαζόταν και δεν χρειάζεται να προσθέσω τίποτα, εκτός από την δημόσια ενημέρωση ότι το συγκεκριμένο εγχείρημα, η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, είχε πάψει να υφίσταται ως πολιτικό σώμα, οργανωτική διεργασία και πρακτική δραστηριότητα σε μια περίοδο όπου η δράση της θα έπρεπε να συνεχιστεί και να ενταθεί σύμφωνα με το πολιτικό σκεπτικό της, τους πολύ συγκεκριμένους στόχους που είχε θέσει αναλυτικά στο τελευταίο κείμενό της και την εξέλιξη της κρατικής-καπιταλιστικής επίθεσης… Πρέπει να ξέρουν όλοι ότι αυτό το καραούλι δεν είχε φρουρά επί δυο χρόνια. Πρέπει να ξέρουν πρωτίστως όχι εκείνοι που αναθέτουν αλλού τις επιθυμίες τους, αλλά εκείνοι που αναζητούν τρόπους για να οργανωθούν και να δράσουν. Πρέπει να ξέρουν, όχι για να συμβιβαστούμε με την καταστολή, αλλά αντιθέτως, για να παρθούν νέες πρωτοβουλίες. Γι’ αυτό το σκοπό χρειάστηκε να επισημανθούν οι γενικές συνθήκες που οδήγησαν μια οργάνωση στην αδράνεια.

Κάνοντας έναν πολιτικό απολογισμό των συνθηκών που οδηγούν τις αντάρτικες οργανώσεις του ελλαδικού χώρου σε τέλματα, δεν πέταξα τη μπάλα στην κερκίδα -κατέθεσα ταυτόχρονα τους λόγους της δικής μου αδράνειας, πιστεύω, μ’ έναν τρόπο πρωτόγνωρα ανοιχτό στην κριτική, όπως αρμόζει στους επαναστάτες κι ειδικότερα στους αναρχικούς. Τα πολιτικάντικα κογκλάβια βγάζουν την ταξική βάση διαρκώς ανέτοιμη, ανώριμη, ασυνείδητη, όπως θα τους βόλευε να είναι. Από τη σκοπιά του οριζόντιου αγώνα, αυτοστιγμεί μόλις ένα υποκείμενο αντίστασης επισημαίνει μια αδυναμία, έχει υποχρέωση να αναλαμβάνει πρωτοβουλία. Όπως έχουν πει οι σύντροφοι μιας τούρκικης επαναστατικής οργάνωσης, κάθε διάλογος ξεκινάει με τη φράση, «τι λέτε και τι θα κάνετε γι’ αυτό;».

Είναι προφανές ότι αν ήθελα θα μπορούσα, πρακτικά, να δράσω ατομικά στο διάστημα που είχα την ευθύνη των υλικών που βρήκε ο εχθρός. Δεν έγραψα, ούτε υπονόησα ότι παρέλαβα τα υλικά μια μέρα πριν το ατύχημα. Σίγουρα ήταν μια χρονική περίοδος στην οποία δεν έλλειψε η αναγκαιότητα της δράσης, ακριβώς όπως το έχει αναλύσει η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας στα κείμενά της. Επιπλέον, αφότου ανέλαβα να κρατήσω την ευθύνη μιας συνέχειας, δεν είχα το δικαίωμα να κάτσω στα καμαρίνια. Κάθε αναρχικός θα έπρεπε να το καταλαβαίνει αυτό. Με τα λόγια της Οργάνωσης: «Οι επαναστάτες δεν κοιτάνε την ιστορία να περνάει. Την αλλάζουν»… Δεν μπορεί να υπάρξει μια συνθήκη ελάχιστου κόστους. Είναι και ανήθικο και παράλογο να περιμένουμε μια τέτοια στιγμή. Οι αδύναμοι επαναστατούν, όχι οι δυνατοί. Και επαναστατούν σήμερα διότι το έχουν ανάγκη (δεν είναι χόμπι, που το πιάνεις και τ’ αφήνεις). Ωστόσο, είναι ξεκάθαρο ότι το ζητούμενο δεν ήταν η προσωπική επιβίωση και η συμβατική ελευθερία, ούτε η προσωπική εκδίκηση, αλλά η επαναθεμελίωση μιας συνέχειας της πάλης˙ η απειλή που συνιστούσε η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας για τον ταξικό και πολιτικό εχθρό, παρά την αδράνειά της, να μην σβήσει σ’ ένα πυροτέχνημα. Παρά την παρατεταμένη κινηματική στειρότητα έπρεπε να παραμείνω σε μια στάση προσμονής καρτερικά. Κι είχα εξηγήσει λίγο πριν αυτή την αναγκαιότητα. Παίρνοντας πρωτοβουλία δράσης δημιουργείς χώρο προοπτικής. Απαιτείται όμως μια από τις δυο προϋποθέσεις: ή να υπάρχει κινηματικό δυναμικό για τη συνέχεια ή να έχεις χώρο κίνησης (και μ’ αυτόν, χωρίς το δυναμικό δεν γίνεται να υπάρχει εξέλιξη). Δίχως κανέναν αέρα δεν θα έφτανα πολύ μακρυά. Και στο κοντινό τέλος δεν θα καταμετρούσαμε άλλη μια δράση, έκφραση ισχύος του κινήματος, αλλά ένα αδιέξοδο. Γι’ αυτήν την πολιτική κρίση και απόφαση -η αδράνεια ενέχει απόφαση και την πιο βαρυά ευθύνη, ειδικά σ’ έναν πολιτισμό χτισμένο πάνω στην αδιαφορία-, μόνο γι’ αυτήν, απολογούμε προς το κίνημα.

Μετά την απώλεια του όπλου-σημαία της Οργάνωσης Επαναστατικής Ατοάμυνας κι άλλου οπλισμού, ο σκοπός τον οποίον υπηρετούσα δεν έπαψε˙ έγινε δημόσια η ευθύνη μου. Έτσι, ξεκινώντας από τα ίδια τα επίδικα της συγκεκριμένης κατασταλτικής επιχείρησης, σημείωσα ότι η πολιτική άποψή μου είναι ότι ενάντια στο κύμα καταστολής και τη μαύρη προπαγάνδα που εξαπολύθηκαν μετά τον τραυματισμό μου, αν συνέχιζε να υπάρχει αυτό το μαχητικό συλλογικό σώμα θα έπρεπε να αντεπιτεθεί. Αν κάποιος πιστεύει ότι η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας διαλύθηκε τη στιγμή του τραυματισμού μου ή αυτοδιαλύθηκε επειδή εγώ δεν ανέλαβα την ευθύνη της, απλά, σκέφτεται όπως σκέφτονται οι διωκτικοί μηχανισμοί. Οι δυο πρώτες τοποθετήσεις μου σε σχέση με τα παρεπόμενα του τραυματισμού μου, συμπυκνώνονται στη φράση, «Η αναγνώριση των αδυναμιών που εκφράστηκαν μέσα από τα γεγονότα καταστολής τα συνδεόμενα με την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, μπορεί να έχει έναν και μόνο σκοπό: Την συνέχιση και το δυνάμωμα της ένοπλης πάλης».

Από τον Οκτώβρη του 2019 μέχρι σήμερα η πολιτική θέση μου μέσα στην ταξική πάλη παραμένει κατά βάση η ίδια. Το πέρασμά μου σε μια κατάσταση φυσικής απουσίας, διόλου δεν επέφερε μια ηττοπαθή κι εγωκεντρική απόσυρση από το μέτωπο του κοινωνικού αγώνα. Με τα ιδιαίτερα καθήκοντα που αναλογούν συγκεκριμένα στις ευθύνες που δήλωσα δημόσια και γενικότερα στη συνθήκη της διαφυγής από το κατασταλτικό πλέγμα, είμαι παρών όπου αρμόζει. Η ταξική σύγκρουση παγκοσμίως και στον ελλαδικό χώρο εξελίσεται ραγδαία. Η αναγκαιότητα μετωπικής συνοργάνωσης των αναρχικών και του κοινωνικού κινήματος πάνω στους άξονες που έθεσε η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας γίνεται εμφανέστερη. Δεν θα επαναλάβω τις προτάσεις εδώ, το ανέλυσα στο βιβλίο «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός»3.
Η πρόσληψη της τρέχουσας δίκης έξω από μια τέτοια επαναστατική σκοπιά, αποτελεί αλλοίωση της ιστορίας και παρανοϊκή αφήγηση της πραγματικότητας. Μόνο η επαναστατική δράση μπορεί πράγματι να απολογίσει την ιστορία αποτελεσματικά. Και το κάνει σα να αγκαλιάζει τη μάνα της. Γιατί είναι η μόνη στάση που δεν φοβάται να αντικρύσει τον εαυτό της. Αν και τα πάντα ανήκουν στις εξελικτικές συνθήκες που έχουν ήδη διαμορφωθεί, τα υποκείμενα δεν είναι δέσμια καμίας εξωτερικής προς αυτά τελεολογίας. Τα όρια είναι συλλογικά. Εκεί που συναντιούνται ασύμπτωτες αφηγήσεις κι ερμηνείες, υποκρύπτεται δόλος που τάσσεται ανταγωνιστικά απέναντι στην κοινή επαναστατική πάλη. Οπότε, για τη συγκεκριμένη διωκτική υπόθεση, ο πιο αξιόπιστος μάρτυρας είμαι εγώ, εφόσον είμαι το μόνο εμπλεκόμενο υποκείμενο που συμμετείχε στην απαλλοτρίωση, έχει αναλάβει την πολιτική ευθύνη όλων των πράξεων που ακολούθησαν τον τραυματισμό και ταυτόχρονα, διακατέχεται από ένα καθοριστικό κριτήριο: την αγωνιστική συνέπεια.

Ορισμένοι σύντροφοι επισήμαναν διαφορές μεταξύ της πρώτης δήλωσής μου και του απολογισμού που ακολούθησε. Έξω από την πάλη, από μια ιδεαλιστική οπτική, ο χότζας θα πει τα ίδια, ό,τι ξέρει, όποιος κι αν μπει στο τζαμί, σύμφωνα με μια τούρκικη παροιμία. Μέσα στο ζωντανό πεδίο της πάλης, οι συνέπειες των πολιτικών σκοπών σγκεκριμενοποιούνται κάθε στιγμή προσαρμοζόμενες στις εξελισσόμενες συνθήκες, εφόσον δεν αρκούμαστε στη συντήρηση αφηρημένων ιδεών στον καταψήκτη της συνθηκολόγησης, αλλά επιδιώκουμε την επιθετική παρέμβαση για την αλλαγή των πολιτικών και ταξικών συνθηκών. Για την άμεση και διαρκώς έμπρακτη προσήλωση στον σκοπό, οπότε και για την αποφυγή τυχοδιωκτικών τακτικισμών, που συχνά κρύβονται πίσω από την αφηρημένη ιδεολογία, απαιτείται ακρίβεια λόγου, συναρτημένη στο σύνολο των πραγματικών επίδικων. Ότι είπα μέχρι τώρα, με το ύφος, τη λακωνικότητα ή την έκταση που το είπα, υπηρετεί τις πολιτικές προτεραιότητες της συγκυρίας κατά την οποία ειπώθηκε, πάντα από επαναστατική σκοπιά.

Εξαρχής δηλώθηκε με σαφήνεια, από εμένα που ανέλαβα κατ’αποκλειστικότητα το σύνολο των πολιτικών ευθυνών και την ίδια στιγμή, ότι οι δυο προφυλακισμένοι δεν έχουν καμία σχέση ούτε με την απαλλοτρίωση, ούτε με τον οπλισμό που πήρα μαζί μου στο σπίτι που βρήκα περίθαλψη, ούτε με την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας. Αργότερα, στην εκτενέστερη πολιτική τοποθέτησή μου, εξήγησα γιατί θα ήταν εξωπραγματικό οι δυο συγκεκριμένοι άνθρωποι να είχαν σχέση με αντάρτικη οργάνωση. Στην πρώτη δήλωσή μου υπερτονίστηκε η απουσία της αντάρτικης οργάνωσης και μπήκε σε δεύτερη μοίρα η δική μου σχέση μαζί της, ακριβώς διότι η προτεραιότητα εκείνη τη στιγμή ήταν η διαύγαση της πραγματικής κατάστασης κι η υπεράσπιση των ανθρώπων που προφυλακίστηκαν λόγω μιας πολιτικής δίωξης εναντίον της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αν έβγαζα μπροστά εκείνη τη στιγμή την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, τονίζοντας την παρακαταθήκη της και την ευθύνη μου, ενδεχομένως να προκαλούσα σύγχυση ως προς τη σχέση των προφυλακισμένων, στρέφοντας τελικά την ιστορία και το πολιτικό πρόταγμα, ενάντια στα άμεσες ανάγκες της αλληλεγγύης. Όπως αποδείχτηκε, δεν εγκατέλειψα ούτε την αντάρτικη οργάνωση, ούτε τα ειδικά καθήκοντά μου. Ωστόσο, δεν θα θυσίαζα τους ανθρώπους που βρέθηκαν στη φυλακή για τη φροντίδα που μου προσέφεραν, προκειμένου να μην επικριθώ για αμφιλεγόμενη ανάληψη ευθύνης.

Έχει υπάρξει ένα σκεπτικό που λέει ότι μόνο αναλαμβάνοντας εξαρχής ευθύνη συμμετοχής στην αντάρτικη οργάνωση, θα ήμουν αξιόπιστος στην μαρτυρία μου ως προς τους άλλους. Πραγματολογικά, αναλαμβάνοντας την αποκλειστική πολιτική ευθύνη για ότι έχει αφήσει μια οργάνωση που έχει πάψει να υπάρχει, αδιαμφισβήτητα μπορώ να μιλήσω δημόσια με αξιοπιστία, για κάποιους που γνωρίζω και δεν έχουν υπάρξει μέλη της. Η αναφορά στο ιστορικό της σχέσης μου δεν θα προσέθετε τίποτα από άποψη κύρους. Και δεν μιλάει ένας εκ’ των μελών, αλλά εκείνος που ανέλαβε την ανασυγκρότηση του αγώνα που είχε πάψει. Αν δεν γνώριζα, αλλά πάραυτα μιλούσα για να καλύψω τους συντρόφους μου, όπως υπονοείται ότι μπορούν να ισχυριστούν οι δικαστές, το ίδιο θα μπορούσε να συμβεί ακόμα κι αν είχα αναλάβει ευθύνη συμμετοχής σε όλη τη διάρκεια της δράσης της Οργάνωσης. Έχει σημασία πόσα γνωρίζει εκείνος που υποτίθεται ότι κατασκευάζει μια σκόπιμη αφήγηση; Για να είναι ξεκάθαρο κι αυτό, ακόμα κι αν κάποιοι διωκόμενοι ήταν πρώην μέλη μιας οργάνωσης, αφότου διαχωρίστηκαν πολιτικά απ’ αυτήν μέσω του λόγου τους, η οργάνωση και όποιοι έχουν αναλάβει ευθύνη κάποιας σχέσης μαζί της, δεν θα όφειλαν πλέον να προστατέψουν δημοσίως τους αποσκιρτήσαντες. Όποιος έχει αντίθετη άποψη, θα πρέπει κάποια στιγμή να την εξηγήσει εγγράφως μέσα στο κίνημα, για να σταματήσει η χρόνια υπονόμευση των αντάρτικων οργανώσεων στο όνομα της υπεράσπισης των εκάστοτε διωκόμενων. Υπερασπίστηκα με τον βέλτιστο τρόπο τους δυο συγκατηγορούμενούς μου που προφυλακίστηκαν: αναδεικνύοντας την αλήθεια της δικής τους κατάστασης. Τίποτα λιγότερο δεν έκανα και τίποτα περισσότερο δεν ήταν απαραίτητο για να στηριχτεί η μαρτυρία μου.

Η πεποίθηση ότι η ανάληψη ευθύνης διαρκούς συμμετοχής στην Οργάνωση θα προστάτευε πληρέστερα τους διωκόμενους που δεν σχετίζονται μαζί της, αποτελεί εσωτερίκευση ενός κρατικού εκβιασμού προς τους βαλλόμενους. Επί της ουσίας το κράτος δια των νόμων του εκβιάζει τον διαχωρισμό των εκάστοτε ποινικά στοχοποιούμενων, από την αντάρτικη πάλη. Κι ορισμένοι σύντροφοι, μέσα στη σύγχυση της εσωτερικευμένης καθεστωτικής τρομοκρατίας, ζητούν από τους ίδιους τους αντάρτες να κάνουν τον διαχωρισμό όσο πιο ολοκληρωτικό μπορεί να γίνει! Αυτόν τον τακτικισμό πανικού τον ονομάζουν αλληλεγγύη. Σίγουρα είναι μια απερίσκεπτη αυταπάτη, διότι το κράτος δεν εκβιάζει για να τηρήσει υποσχέσεις. Όσους αγωνιστές κι αν θυσιάσουμε απαιτώντας να τα πουν όλα χαρτί και καλαμάρι, ώστε να τεκμηρειωθεί καλύτερα ο διαχωρισμός, το κράτος δεν θα τους ανταλλάξει με την ελευθερία εκείνων που διώκονται με αβάσιμες υποθέσεις. Η συγκεκριμένη πεποίθηση παράγει μόνο κινηματική αποδόμηση για λογαριασμό του κράτους.

Δεν θα σχολιάσω τον χαφιέδικα προβοκατόρικο χαρακτήρα των εικασιών που συνοδεύουν το παραπάνω σκεπτικό εσωτερικευμένης τρομοκρατίας. Πώς μπορεί κάποιος να κρίνει την πληρότητα των δηλώσεών μου, χωρίς ο ίδιος να συμμετείχε στις διεργασίες αγώνα στις οποίες αναφέρομαι; Εύλογα, κανείς δεν εκφράζει δημόσια τέτοια σκεπτικά, αλλά στα παραπολιτικά παρασκήνια γίνεται συναγωνισμός Σέρλοκ Χόλμς για το ποιός ήταν και ποιός δεν ήταν μέλος της τάδε ή της δείνα παράνομης οργάνωσης. Κατόπιν των αποφάνσεων ασφαλίτικου χαρακτήρα, ακολουθεί η δεοντολογική κριτική. Δεν είναι η πρώτη φορά, είναι ίδιον του παρεΐστικου υποβάθρου των κύκλων μικροπολιτικής συγγένειας και του φραξιονισμού.

Να ένα πραγματικό ζήτημα, εντελώς συγκεκριμένο, όπου φαίνεται ότι οι αναφορές στο ιστορικό ενός αγώνα και σε συλλογικές και προσωπικές ευθύνες, μπορεί να έχουν ανταγωνιστικά μεταξύ τους νοήματα. Η χρήση του παρελθόντος κρίνεται από την τοποθέτηση στο παρόν σε σχέση με το μέλλον. Η διαπίστωση δεν αφορά μόνο στη μουσειοποίηση του διωκόμενου αγώνα, ως μορφή συνθηκολόγησης, αφορά επίσης στη δογματική αντίληψη που θεωρεί λειψή την ανάληψη πολιτικής ευθύνης εφόσον δεν αναφέρεται στην περίοδο δράσης της αντάρτικης οργάνωσης. Μ’ έναν εξίσου αυθαίρετο κανόνα, που αποτελεί προέκταση του προηγούμενου, μπορεί να θεωρηθεί λειψή κάθε ανάληψη πολιτικής ευθύνης που δεν αναφέρεται στη συμμετοχή του διωκόμενου σε συγκεκριμένες δράσεις. Και γιατί αφότου κάποιος βρεθεί αιχμάλωτος, να μην έχει το καθήκον να αναλάβει την ευθύνη για όλα όσα έχει πράξει στη διάρκεια του βίου του; Αποσπώντας τα ζητήματα από τις πραγματικές συνθήκες διαπάλης μέσα στις οποίες προκύπτουν, μπορούμε να φτιάξουμε απειράριθμες κανονιστικές παραλλαγές, με επιχειρήματα για την καθεμία, τα οποία όμως δεν θα μπορέσουμε να ξεδιαλύνουμε, διότι στο σύμπαν του αφηρημένου δεν υπάρχει κοινός παρονομαστής.

Επί του συγκεκριμένου λοιπόν, στην ιδιαίτερη περίσταση της κατασταλτικής επιχείρησης που ξεκίνησε με τον τραυματισμό μου, δεν αποδεκατίστηκε κάποια αντάρτικη οργάνωση. Η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας είχε ήδη αυτοδιαλυθεί κι επιπλέον, δεν αιχμαλωτίστηκε κανένα πρώην μέλος της. Εκ’των πραγμάτων δεν τίθεται ζήτημα υπεράσπισης της Οργάνωσης ή γενικότερα της επαναστατικής πάλης από κάποιους συλληφθέντες αγωνιστές, ούτε ζήτημα πολιτικής αντεπίθεσης της Οργάνωσης ενάντια στην καταστολή που δέχτηκε. Η συνθήκη είναι διαφορετική σε σύγκριση με άλλες επιχειρήσεις αντιαντάρτικης καταστολής των προηγούμενων δυο δεκαετιών. Διαφορετικές συνθήκες, διαφορετικές προτεραιότητες. Ανέλαβα επακριβώς την ευθύνη γι’ αυτό που βρέθηκε στο στόχαστρο της καταστολής: την προσπάθεια ανασυγκρότησης του μονοπατιού που είχε χαράξει η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας (και μ’ αυτή την προσπάθεια δεν έχουν καμία σχέση οι δυο προφυλακισμένοι) και την κινητοποίηση ορισμένων ανθρώπων για την παροχή ιατρικής βοήθειας και χώρου περίθαλψης μετά τον τραυματισμό μου σε απαλλοτρίωση. Μόνο εκ’του πονηρού δύναται να αξιολογηθεί με κάποιο μέτρο υπευθυνότητας η συγκεκριμένη πολιτική ευθύνη και να χαρακτηριστεί μειωμένη. Το παρελθόν μπορεί ν’ αφήνει βαρυές ποινικές συνέπειες, εν’ αντιθέσει προς τις δηλώσεις προθέσεων, ωστόσο, το δυσκολότερο κι επικινδυνότερο καθήκον είναι η συνέχιση της πάλης. Αν αυτή δεν ήταν η πραγματικότητά μου, δεν θα χρειαζόταν να γράφω τώρα δοκίμια πολιτικής μεθοδολογίας˙ η διωκτική υπόθεση θα είχε περιοριστεί σε μια απαλλοτρίωση.

Η εστίαση στο παρελθόν, υποτιμάει τη σημασία της συνέχειας και της προσπάθειας για συνέχεια μέσα σε συνθήκες διάλυσης, το δυσκολότερο έργο. Έχει σημασία αν εγώ ήμουν στην Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας; Σημασία έχει ποιοί αναλαμβάνουν σήμερα δράση «για το κατέβασμα της ένοπλης πάλης μέσα στα κοινωνικά μέτωπα», ποιοί «θα οργανώσουμε ένα καραούλι σε κάθε γειτονιά».

Η αδιάσπαστη ευθύνη στον εξελικτικό χρόνο, είναι συνυφασμένη με την αδιάσπαστη ευθύνη στον συλλογικό χώρο, όπως ανέλυσα στον απολογισμό μου. Εγώ προσωπικά ανέλαβα τις ευθύνες που αναλογούσαν στα γεγονότα, σύμφωνα με το επαναστατικό καθήκον μου. Για να συζητήσουμε περί ευθυνών, απαιτείται να δηλώσουμε πρώτα παρουσίες. Τον Γενάρη, απολογίζοντας είπα ότι εκεί που θα χρειαστεί να πούμε που ήταν ο καθένας μας, θα πρέπει να απολογηθούμε επιτόπου και για τις απουσίες μας. Μάλλον από αυτό πρέπει να ξεκινήσουμε. Αν και όταν κριθεί σε μια συνέλευση, μετά χαράς να συγγράψω το πολιτικό ημερολόγιό μου, από τον φλεβάρη του 1973 μέχρι τον Οκτώβρη του 2019, με πικάντικες λεπτομέρειες. Βέβαια, σ’ εκείνη τη συνέλευση η πρώτη ερώτηση που θα τεθεί στο ξεκίνημα της συζήτησης, θα είναι: Ποιός θα πιάσει το τουφέκι αύριο το μεσημέρι; Γιατί αύριο; Σωστά, σήμερα το βράδυ κι ας είμαστε λίγο ανέτοιμοι. Διότι χθες ένας μπάτσος της μητσοτάκενας ισοπέδωσε έναν άνθρωπο έξω από τη βουλή και τον κάλυψαν. Και χθες αυτοπυρπολήθηκε μια γυναίκα στο Καρά Τεπέ. Προχθές δολοφόνησαν τον Βασίλη Μάγγο. Κάθε μέρα δολοφονούν αμέτρητους λόγω ασθενειών κι ανύπαρκτης περίθαλψης. Και στα σύνορα. Κλπ κλπ. «Τι λέτε και τι θα κάνετε γι’ αυτό;». Όταν όταν, τότε; Τέτοια είναι η απάντηση των αναρχικών στη γυναίκα που μάλλον θα αυτοπυρποληθεί αύριο; Να της πούμε να περιμένει, να υπομείνει. Θα το κάνει ο λαός κι όχι το πολιτικό κίνημα; Εντάξει, τον ξέρουμε αυτόν τον διαχωρισμό από την εποχή της πρώτης σοσιαλδημοκρατίας, που ανέκαθεν έριχνε τις ευθύνες στις συνθήκες. Το αντάρτικο όμως είναι λαός˙ είναι κυριολεκτικά ο λαός αυτοπροσώπως. Η τελευταία απεργία πείνας του αιχμάλωτου αντάρτη Δημήτρη Κουφοντίνα κατέδειξε, για μια φορά ακόμα, ότι ο αγώνας των ανταρτών βρίσκεται στην καρδιά του κοινωνικού κινήματος, είναι ο πυρήνας της ταξικής πάλης κι εμπνέει όπως δεν το καταφέρνουν τόνοι παρεμβάσεων των άοπλων πολιτικών οργανώσεων.
Για να φτιαχτεί η αλυσίδα που θα περάσει «το όπλο που σηκώθηκε, στα εκατοντάδες χέρια που έχουν το πόθο και μπορούν να το ξανασηκώσουν».
Τώρα μπορούμε να μιλήσουμε για τη δίκη.

Ενάντια στην προσπάθεια εξόντωσης του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου:

Είναι σημαντικό να διακρίνουμε τους συναρτημένους λόγους της εξοντωτικής στοχοποίησης του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου, ώστε να κατανοήσουμε τη βαρύτητά τους και ν’ αντισταθούμε στο κύριο σημείο. Θα σημειώσω εν’τάχει τους δυο λόγους που συνεπικουρούν και στη συνέχεια θα σταθώ διεξοδικά στον κύριο.

– Ο σύντροφος τιμωρείται για όλη την ιστορία της σχέσης του με τους αγώνες. Το κράτος δεν ξεχνάει κανέναν. Με κάθε ευκαιρία ξαναχτυπάει όποιους του έχουν αντισταθεί, εφόσον δεν έχουν προσκυνήσει. Οι κατασταλτικές σκοπιμότητες που ανέκυψαν μετά τον τραυματισμό μου, επιβαρύνονται με τον ρεβανσισμό εναντίον ενός πρώην πολιτικού κρατούμενου, που του είχε αποδοθεί η συμμετοχή σε άλλη αντάρτικη οργάνωση, τον Επαναστατικό Αγώνα, οργάνωση με μεγάλη ιστορία και ενεργούς αιχμαλώτους σήμερα. Όσοι αγωνιστές έχουν υπάρξει κρατούμενοι, παραμένουν εσαεί σε μια κατάσταση ομηρίας. Είναι κομμάτι της αντεπαναστατικής στρατηγικής του κράτους να ψάχνει τρόπους εξόντωσης όποιων φαίνεται να μην έχουν εγκαταλείψει κάθε αγώνα. Με τη νέα αιχμαλωσία του συντρόφου, που κορυφώθηκε σε υγειονομική δολοφονική απόπειρα, το κράτος φωνάζει ότι δεν υπάρχει διέξοδος εκτός από τη συνεργασία με την αντεπανάσταση.

Επί αυτού του σημείου διαπάλης πρέπει να σημειωθεί ότι ο σύντροφος δεν διώκεται ειδικά επειδή είναι αναρχικός, παρότι η ιδεολογική ταυτότητά του είναι κατασταλτικά επιβαρυντική, αλλά επειδή έχει στοχοποιηθεί στο παρελθόν σαν ένοπλος αγωνιστής. Το κράτος δεν διώκει γενικά τους αναρχικούς με τον «αντι»-τρομοκρατικό νόμο. Το κάνει επιλεκτικά. Είναι παραπλανητικό ως προς την κατανόηση του τι αντιμετωπίζουμε, να αναγάγουμε τις πραγματικές διώξεις σε μια κατάσταση πιο αφηρημένη κι εξωπραγματική. Επίσης, δεν βοηθάει τους διωκόμενους, αφού είναι φυσικώς αδύνατο να υποβάλουμε στο κράτος, όπως και στον οποιονδήποτε, άλλες προθέσεις από αυτές που εκδηλώνει στην πράξη. Το μόνο που εκφράζει η λογοκρισία της ιστορίας της καταστολής που έχει υποστεί κάποιος, είναι ένα αίσθημα ενοχής, απέναντι στο οποίο οι δικαστές δεν γίνονται πιο επιεικείς -βρίσκουν ανοιχή πόρτα για να επιτεθούν δριμήτερα. Θα το δούμε και στη συνέχεια, αναλύοντας το ζήτημα της κοινωνικής αλληλεγγύης. Αποτελεί επίδικο η αντίσταση στη διαρκή στοχοποίηση των πρώην πολιτικών κρατούμενων.

Ο σύντροφος Βαγγέλης Σταθόπουλος επίσης διώκεται κι ωθείται στην εξόντωση επειδή το κράτος δεν κατάφερε να χτυπήσει την αντάρτικη Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας. Κατά καλή τους τύχη, η ασφάλεια ανακάλυψε μερικά όπλα. Το μόνο που γνωρίζουν οι διωκτικοί μηχανισμοί για την συγκεκριμένη αντάρτικη οργάνωση, είναι ένα τουφέκι που έπεσε στα χέρια τους, συν ο δικός μου δημόσιος λόγος. Αδυνατώντας να αιχμαλωτίσουν ανθρώπους που είχαν σχέση με την Οργάνωση, αφού δεν είχαν αφεθεί ποινικά ίχνη, φόρτωσαν την ποινική υπόθεση σ’ εκείνους που συμπτωματικά ήρθαν σ’ επαφή μαζί μου μετά τον τραυματισμό μου. Πάνω στην εξόντωση του συντρόφου το κράτος επιχειρεί να παρουσιάσει ένα προσωπείο αναπόφευκτης τελικής επικράτησής του, να σπείρει φόβο, απόγνωση, μοιρολατρεία, αδρανοποίηση και παθητική αποδοχή της αχαλίνωτης βίας του ενάντια στο σύνολο της καταπιεζόμενης τάξης.

Αποτελεί πάγιο πολιτικό στόχο της εξουσίας η προβολή επιχειρήσεων «εξάρθρωσης» επαναστατικών οργανώσεων, αλλά κι η αιχμαλωσία αγωνιστών για όσο περισσότερο γίνεται. Η καταφανώς αστήριχτη απόπειρα του κράτους να παρουσιάσει τους συλληφθέντες μαζί μ’ εμένα ως ένοπλη πολιτική οργάνωση αποτελεί έκφραση ιστορικού ρεβανσισμού. Παρότι η Επαναστατική Αυτοάμυνα δεν είχε δώσει σημεία ύπαρξης για μια σημαντική περίοδο, οι διώκτες θέλησαν όταν τους δόθηκε μια ευκαιρία, που σίγουρα δεν ήταν αποτέλεσμα δικών τους προσπαθειών, να επιδείξουν μ’ οποιοδήποτε τρόπο την πηγμή τους ενάντια στο παρελθόν. Διότι οι παρακαταθήκες της αντίστασης αποτελούν επικίνδυνα σήμαντρα για το μέλλον.

Αμέσως μετά τις συλλήψεις, έβγαλε τη μούρη του στις οθόνες ο ταγματασφαλίτης junior. Το κίνητρό της υπεροπτικής εμφάνισής του, δεν ήταν να επιδείξει ότι «τσακώσαμε πάλι και τον Σταθόπουλο και τον Χατζηβασιλειάδη». Αυτήν τη βρωμοδουλειά την κάνουν οι γρασαδόροι της αντεπανάστασης κι αντιεξέγερσης, οι πράκτορες δημοσιογράφοι. Στο στόχαστρο της συκοφαντίας τους μπαίνει καθένας που αντιστέκεται στην καθεστωτική τρομοκρατία, όπως συνέβη και με τους κατοίκους της Νέας Σμύρνης. Προσδοκούμενο της πρωθυπουργικής παράστασης για την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, ήταν η επίδειξη κυριαρχίας. Η καιροσκοπική πλευρά της προβολής μιας «μερικής εξάρθρωσης», η θεαματική και καλποθηρική, ολοκληρώθηκε αυτοστιγμεί. Ο ελάχιστος παράγοντας που βαραίνει αυτή τη δίκη είναι η κομματική επένδυση. Το κράτος το ξέρει ότι στο δικαστήριο δεν παίζεται ούτε η τιμωρία της αντάρτικης οργάνωσης και παρεπόμενα ούτε το προσωπείο της τρομοκρατικής κυριαρχίας του ενάντια στο αντάρτικο εν’γένει. Γι’ αυτό άλλωστε, το συγκεκριμένο δικαστήριο, ίσως το μόνο για υπόθεση αντάρτικης οργάνωσης, δεν χωροτάχθηκε στις φυλακές Κορυδαλλού, ενώ οι δυο από τους τρεις κατηγορούμενους είναι προφυλακισμένοι. Η δικαστική μάχη αφορά κυρίως στις πράξεις κοινωνικής αλληλεγγύης που προσφέρθηκαν σ’ έναν ένοπλο αγωνιστή. Αυτές κι η στάση των προφυλακισμένων σε σχέση μ’ αυτές είναι το κύριο πολιτικό επίδικο και το ποινικά κρίσιμο.

Ετούτη η δίκη αποτελεί μια σκληρή επίθεση στην κοινωνική αλληλεγγύη. Ο βασικός λόγος της εξοντωτικής στοχοποίησης του σύντροφου Βαγγέλη Σταθόπουλου, που αποτελεί και την πραγματική αφορμή, είναι, επειδή εκδήλωσε έμπρακτη αλληλεγγύη σ’ έναν αναρχικό ληστή κι ακόμα εντονότερα, σ’ έναν άνθρωπο που συμμετείχε στην οργάνωση της αντάρτικης πάλης, όταν κινδύνεψε η ζωή του. Του παρείχε Πρώτες Βοήθειες, όταν καλέστηκε γι’ αυτό, αντί να τον αφήσει να πεθάνει, όπως θα ήθελε το κράτος. Γι’ αυτή τη θεμελιώδη πράξη ανθρωπιάς, στην οποία είναι δεσμευμένοι με όρκο όλοι όσοι υπηρετούν τη δημόσια υγεία, ο σύντροφος τιμωρείται.

Δήλωσα εξαρχής ότι ο σύντροφος δεν γνώριζε τι είχε μεταφερθεί στο σπίτι του φίλου μου. Κανένας τους, αλλά και κανένας άλλος δεν γνώριζε και δεν έχει ευθύνη για κανένα συγκεκριμένο αντικείμενο που είχα εγώ υπό την φύλαξή μου, για την προέλευσή τους και για την πολιτική ιστορία ενός συγκεκριμένου όπλου που έχει χρησιμοποιηθεί από ένοπλη αντιστασιακή οργάνωση. Αν υπήρχε έστω ένας άνθρωπος που να μοιράζεται την ευθύνη των υλικών που εγώ φύλαγα -πόσο μάλλον αν υπήρχε μια οργάνωση- δεν θα χρειαζόταν να μεταφερθούν στο σπίτι ενός ανθρώπου, όπου βρέθηκα περιθαλπτόμενος.

Για το κράτος δεν έχει σημασία το γεγονός ότι δεν υπάρχει καμία απόδειξη, όχι μόνο εμπλοκής, αλλά ούτε επίγνωσης των δικών μου πολιτικών δραστηριοτήτων από τον σύντροφο Βαγγέλη Σταθόπουλο. Υπήρχε μόνο μια υπογραφή σε μια «κατάθεση» υπό καθεστώς τρομοκρατίας, που καταργούσε το «ένοχος ένοχο ου ποιεί» και που αν έχω καταλάβει σωστά από τις δημόσιες ενημερώσεις, πλέον έχει αφαιρεθεί από τη δικογραφία. Για το κράτος, αν δεν ήξερες, δεν είχες εμπεδώσει αρκετά το χαφιεδιλίκι, άρα πρέπει να πληρώσεις για να εμπεδωθεί καλύτερα. Η στρατοκρατία προσπαθεί να απομονώσει την αντάρτικη πάλη, προκειμένου να μείνει το κίνημα άοπλο, βωρά στα δόντια της. Τέτοιος είναι ο φόβος των τυράννων για την αντίσταση, ως το σημείο να εξοντώνουν οτιδήποτε έρχεται σε επαφή με την ταξική αντεπίθεση. Η ανιδιοτελής αλληλεγγύη αποτελεί τον εχθρό του κράτους. Γι’ αυτήν ο σύντροφος δίνει έναν αγώνα ζωής και θανάτου.

Βεβαίως κι ο Διονύσης Μπάκας υπόκειται εξίσου τις ίδιες τιμωρητικές μεθοδεύσεις για την ανθρωπιστική και κοινωνική αλληλεγγύη που εκδήλωσε, επιβαρυμένος από το γεγονός ότι δέχτηκε άνευ όρων να μεταφερθούν στο σπίτι του και οι αποσκευές μου.

Στο ίδιο πλαίσιο καταστολής της κοινωνικής αλληλεγγύης, η χείριστη, η πιο ανήθικη κι αντικοινωνική πρακτική που επέλεξε το κράτος για να εκβιάσει εμένα, ήταν η σύλληψη και δίωξη της συντρόφισσάς μου και η απόσπαση της από το παιδί μας, έστω για τρεις μέρες, έστω ως απειλή. Τέτοιες πρακτικές δεν είναι καινοφανείς. Υπάρχει μεγάλο ιστορικό εκβιαστικών διώξεων σε συγγενικά πρόσωπα. Αποτελεί ιστορικό κληρονόμημα του ελληνικού φασισμού η τρομοκράτηση και η διάλυση οικογενειών. Από τον εμφύλιο μέχρι σήμερα. Σχετικά πρόσφατο χαρακτηριστικό παράδειγμα ήταν η απαγωγή του παιδιού των αιχμάλωτων αναρχικών και μελών του Επαναστατικού Αγώνα, Πόλας Ρούπα και Νίκου Μαζιώτη (από την κυβέρνηση της αριστεράς), που δεν είχε σε τίποτα να ζηλέψει από το παιδομάζωμα της φρειδερίκης.

Πως υπερασπιζόμαστε την βαλλόμενη κοινωνική αλληλεγγύη; Με δυο τρόπους: αναδεικνύοντάς την και συνεχίζοντάς την. Ανάδειξη σημαίνει να προτάσσουμε την κοινωνική αλληλεγγύη όπως εκδηλώθηκε και να υπερασπιζόμαστε σθεναρά τα σημεία που βάλονται. Συνέχιση σημαίνει, η ίδια η έκφραση αλληλεγγύης προς τους διωκόμενους να χαρακτηρίζεται από την ποιότητα και την πληρότητα της αλληλεγγύης που στοχοποιείται.

Ας ξεκινήσουμε από το βασικό. Η αλληλεγγύη έχει πάντα τουλάχιστον δυο μέρη, ακόμα κι αν το ένα λόγω των ταξικών και πολιτικών περιστάσεων είναι αποκλειστικά δεκτικό. Η αλληλεγγύη καταργείται όταν μετωνομάζεται, αποσιωπάται, απομονώνεται το ένα μέρος. Χωρίς τον τραυματισμένο Χατζηβασιλειάδη εξαφανίζονται οι αλληλέγγυοι σύντροφοι και φίλοι του ίδιου ή παρεπόμενα των διωκόμενων. Όμως, ο τραυματισμένος Χατζηβασιλειάδης έχει πολιτική ταυτότητα, εκτός από το πατρικό όνομά του. Αναμφίβολα ο σύντροφος Βαγγέλης Σταθόπουλος θα προσέφερε την ίδια κοινωνική αλληλεγγύη σε οποιονδήποτε τραυματία από τον κόσμο των καταπιεζόμενων και την ίδια συντροφική αλληλεγγύη σε οποιονδήποτε αγωνιστή. Ωστόσο, το κράτος δεν τον διώκει επειδή έσωσε έναν άνθρωπο, ούτε επειδή έσωσε έναν αναρχικό, αλλά επειδή έσωσε έναν αναρχικό ληστή κι αναβάθμισε τη δίωξη στα μέγιστα με τον «αντι»-τρομοκρατικό, επειδή έσωσε έναν αγωνιστή σχετιζόμενο με την αντάρτικη πάλη.

Το συγκεκριμένο επίδικο δεν είναι η ανθρωπιστική αλληλεγγύη ως ολότητα, αλλά η εξαίρεση των μαχόμενων αγωνιστών από αυτήν. Δεν βάλονται γενικά οι Πρώτες Βοήθειες! Στο δίκαιο του διακρατικού πολέμου είναι αναγνωρισμένη και υποτίθεται ότι προάγεται η προσφορά περίθαλψης σε όλα τα μέρη, μεσούσης της σύγκρουσης. Μ’ ετούτη τη διωκτική μεθόδευση το ελληνικό κράτος επιχειρεί να ταυτίσει όποιους παρέχουν ανθρωπιστική βοήθεια στους ένοπλους αγωνιστές, με την ίδια την ένοπλη πάλη. Σαφώς πρόκειται για μια απόπειρα εξαίρεσης των ταξικά αντιστεκόμενων, από το διεθνές ανθρωπιστικό δίκαιο. Οφείλουμε να υπερασπιστούμε την ισότιμη δυνατότητα πρόσβασης όλων στην περίθαλψη και ειδικά των αγωνιστών, χωρίς την αιχμαλωσία τους ως προϋπόθεση κι όχι παρελκυστικά την αφηρημένη ελευθερία παροχής Πρώτων Βοηθειών. Χωρίς την ανάδειξη της αλληλεγγύης ως άνευ όρων ελεύθερη δυνατότητα, ως κοινό αγώνα ζωής για το σύνολο των ταξικά καταπιεζόμενων και των αγωνιζόμενων, παύει κάθε αντίσταση σ’ αυτή τη μάχη˙ η κοινωνική αλληλεγγύη πετιέται στα σκουπίδια και μαζί, το αγωνιστικό παράδειγμα του σύντροφου Βαγγέλη Σταθόπουλου.

Όταν εκλείπει η αναφορά στην ταυτότητα του ένοπλου αγωνιστή, που χαρακτηρίζει τον άνθρωπο που δέχτηκε τις Πρώτες Βοήθειες, ενώ προβάλεται μόνο η ιδεολογική ταυτότητά του («στον αναρχικό τάδε») ή ούτε κι αυτή, έχει ισοπεδωθεί η διϋποκειμενική σχέση που συναρθρώνει την αλληλεγγύη και το κοινωνικό-πολιτικό επίδικο έχει παραδοθεί στον ταξικό εχθρό. Ακόμα χειρότερα βέβαια, όταν αποσιωπάται ότι ο ένοπλος αγωνιστής είναι επίσης διωκόμενος. Εκείνοι που τοποθετούνται δημόσια με τέτοιον τρόπο, παραμορφώνοντας την πραγματικότητα λένε αυτό που θέλει το κράτος: Ότι ο σύντροφος που προσέφερε Πρώτες Βοήθειες έκανε λάθος. Λένε έμμεσα ότι αν ήξερε για τις δραστηριότητες του ένοπλου αγωνιστή, θα έπρεπε να τον αφήσει να πεθάνει, αφού πιστεύουν ότι θα εκθέσουν τον προφυλακισμένο αν υπερασπιστούν την περίθαλψη ενός ένοπλου αγωνιστή δίχως τους καταδοτικούς όρους που επιχειρεί να επιβάλει το κράτος μέσω αυτών των διώξεων. Αν δεν υπερασπιστούμε προταγματικά την άνευ όρων παροχή ανθρωπιστικής βοήθειας στους ένοπλους αγωνιστές κι αντ’ αυτού περιοριστούμε στο γεγονός ότι ο σύντροφος Σταθόπουλος δεν ήξερε, θα δώσουμε λαβή στους διώκτες να αντιτείνουν ότι όλοι πρέπει να ανακρίνουν και να ρουφιανεύουν άπαντες γύρω τους.

Η ταξική πάλη είναι κυρίως πόλεμος φθοράς με βασικά πεδία αναμέτρησης το ηθικό και τη συλλογική επιβίωση. Δεν σημαίνει ότι δεν είναι στρατιωτική αναμέτρηση. Αντιθέτως, στην οργανωμένη πολεμική σύγκρουση συμπυκνώνεται η δυναμική των δυο βασικών πεδίων. Κύριο μέλημα του κράτους στις αντιαντάρτικες επιχειρήσεις του δεν είναι, αν και στοιχειώδες, η όσο πιο μακρά αιχμαλωσία των αγωνιστών, αλλά η απομόνωσή τους, η διάλυση των αγωνιστικών γραμμών κι η πρόκληση ρήγματος στην εξέλιξη της πάλης. Κάθε κατασταλτική επιχείρηση προδιαγράφει την αποτελεσματικότητά της με μέτρο την τρομοκράτηση του ευρύτερου συνόλου των βαλόμενων, την εμφύσηση ηττοπάθειας, την εσωτερίκευση των εκβιασμών του και τον πολυστρωματικό διαχωρισμό αγωνιζόμενων και μη. Δεν λέω κάτι καινοφανές. Υποτίθεται ότι όποιοι έχουν κάποια συλλογική εμπειρία αγώνα, έχουν κάνει τις παρατηρήσεις τους σ’ αυτήν τη συνθήκη. Αυτή η στρατηγική, η κατεξοχήν αντεπαναστατική, το şerê taybet (ειδικός πόλεμος) όπως λένε οι Κούρδοι επαναστάτες, συμπεριλαμβάνει την άμεση κατασταλτική επίθεση, τις κάθε είδους εκβιαστικές-τιμωρητικές-τρομοκρατικές πρακτικές και την ηθική-ιδεολογική διαμόρφωση του αντίπαλου με όρους αποσύνθεσης. Ο απότερος σκοπός της είναι η εγκατάσταση των διαχωρισμών μέσα στο προλεταριακό,

αντικαπιταλιστικό κι αντικρατικό κίνημα, ώστε να γίνεται ενεργητική πρακτική, ως το σημείο της αυτοδιαχείρισης της αποσύνθεσης. Η καταστολή επιτείνει τη διάταση μεταξύ αγώνα και συνθηκολόγησης και την ιδεολογική διαπάλη. Στις κρίσιμες στιγμές εκδηλωμένης ή ενδεχόμενης αδυναμίας, γίνεται διαλεκτικό ξεσκαρτάρισμα των προσανατολισμών αγώνα, αναπόφευκτα, σαν τις ρουφήχτρες των θαλάσσιων ρευμάτων.

Έχοντας επίγνωση του οργανωμένου κινηματικού περιβάλλοντος στον ελλαδικό χώρο, μπορώ να κατανοήσω τα διαφορετικά κίνητρα για τη μη αναφορά του τι διώκεται στο πρόσωπο του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου ή για την πλήρη αποσιώπηση της κατασταλτικής επιχείρησης. Θα θίξω παρακάτω το πρόβλημα εκείνων που διαγράφουν την ύπαρξή μου, από πολιτική μνησικακία. Όσο για εκείνες τις αποσιωπήσεις και πολιτικές παραμορφώσεις που προέρχονται από στρατευμένες αντεπαναστατικές θέσεις, δεν χρειάζεται να προσθέσω κάτι σε όσα ανέλυσα στο βιβλίο μου «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός», που κι αυτά είναι ένας πλεονασμός σε όσα έχουν γραφτεί από αντάρτικες οργανώσεις κι αιχμάλωτους επαναστάτες τα προηγούμενα χρόνια, την προηγούμενη πεντηκονταετία, τους προηγούμενους αιώνες. Άλλωστε, όλοι αυτοί στέκονται σιωπηλοί από το Νοέμβρη του 2019, έχοντας ξεχάσει το διαχρονικό σύνθημα, «η σιωπή είναι συνενοχή». Εδώ θα σταθώ σ’ εκείνους που χάνουν το πολιτικό διακύβευμα ετούτης της δίκης έχοντας την πρόθεση να υπερασπιστούν τον διωκόμενο φίλο ή σύντροφό τους. Με σεβασμό στην προσπάθειά τους, ακριβώς επειδή το κίνητρό τους είναι η αλληλεγγύη, έχω υποχρέωση να σημειώσω ότι κάνουν λάθος ως προς τον σκοπό τους. Όπως εξήγησα παραπάνω, αναφερόμενος στο ιστορικό των πολιτικών διώξεων του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου, όταν οι δικαστές ή οι μπάτσοι ανακριτές οσμίζονται αμηχανίες εσωτερικευμένων εκβιασμών, επιτίθενται δριμήτερα, εισβάλοντας στο αδύναμο σημείο του αντιπάλου. Καθήκον των αλληλέγγυων είναι να δημιουργηθεί μια τέτοια πολιτική ατμόσφαιρα γύρω από τη δίκη, που να μην επιτρέψει στους δικαστές να επιμείνουν σε ερωτήσεις πολιτικής σκοπιμότητας της μορφής, «δεν ήξερες;», «πώς δεν ήξερες;», «γιατί δεν ήξερες;», «κι αν ήξερες, τι θα έκανες;», αν δεν είναι ήδη πολύ αργά. Η μεταφορά του διαλόγου στο πιο αφηρημένο επίπεδο της ανθρωπιστικής περίθαλψης, δεν ενισχύει την αντίσταση στο επίμαχο σημείο της υπεράσπισης της ανθρωπιστικής και κοινωνικής αλληλεγγύης συγκεκριμένα στους ένοπλους αγωνιστές. Αντιθέτως, συμβάλει στους διαχωρισμούς που το κράτος υποβάλει κι αποδυναμώνει χειρότερα όλους τους διωκόμενους. Ειδικότερα ο δημόσιος λόγος πάνω σ’ αυτή την κατασταλτική επιχείρηση, από συντροφική κι όχι μόνο φιλική σκοπιά, χωρίς αναφορά στην Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας και την ένοπλη πάλη ευρύτερα, αποτελεί πολιτική συνυπογραφή των αντεπαναστατικών διαχωρισμών.

Έχουμε καθήκον να προστατεύουμε τους ανθρώπος και τις δομές απέναντι στην καταστολή, αλλά όχι με πολιτικά ψέματα. Δεν είναι ζήτημα σχέσης μέσων και σκοπών, είναι ζήτημα αντιτιθέμενων σκοπών. Δεν γίνεται να είναι προϋπόθεση της υπεράσπισης του κοινωνικού-πολιτικού σκοπού το να την βγάλουν καθαρή τα πρόσωπα. Όποιος το πιστεύει αυτό δεν πιστεύει στην επανάσταση, δεν πιστεύει στην εξελικτική δυναμική των κοινωνιών, δεν πιστεύει στη δυνατότητα των ανθρώπων να ζήσουν ελεύθεροι. Έτσι, κάνει απλά χομπισμό, την ίδια στιγμή που διαιωνίζει το κυρίαρχο ψέμα του αστικού κόσμου, την ασφάλεια και ιδεατά, την αθανασία του ατόμου. Ο πολιτικός σκοπός, όταν τον υπερασπιζόμαστε με έμπρακτη ειλικρίνεια και συνέπεια, υπηρετεί την κοινωνική ανάγκη να προστατεύονται οι άνθρωποι απέναντι στην καταστολή. Την υπερετεί αυτούσιος, δεν χρειάζεται αλλοίωση. Μιλάει η κοινή εμπειρία: Σπάνια κάποιος που αποποιήθηκε το πλήρες πολιτικό υπόβαθρο μιας αδιαμφισβήτητα δικής του πράξης είχε καλύτερο ποινικό αποτέλεσμα.

Για τους διωκόμενους συντρόφους, που βρίσκονται στην αιχμή της αντίστασης στην επίθεση που δέχεται η αλληλεγγύη, οφείλουμε να αναγνωρίζουμε και να ενισχύουμε την αυτονομία τους στην ανάπτυξη των πολιτικών και νομικών εγχειρημάτων κι επιχειρημάτων τους. Οι σύντροφοι που παίρνουν θέση πολιτικής αλληλεγγύης όμως, προκειμένου να προσφέρουν κινηματική ισχύ στους διωκόμενους κι όχι να επιπροσθέτουν τις δικές τους αδυναμίες, οφείλουν να καταδεικνύουν το πραγματικό ιστορικό αποσαφηνίζοντας το πολιτικό υπόβαθρό του κι όχι να προκαλούν πολιτική σύγχυση αναπαράγοντας ποινικούς εκβιασμούς. Τα μισόλογα αποδεικνύουν τη λειτουργικότητα της πολιτικής ομηρίας που έχει εφαρμόσει το κράτος. Ενώ το κύριο διακύβευμα είναι η άρση της.

Ολοκληρώνοντας τις επισημάνσεις ενάντια στην προσπάθεια εξόντωσης του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου, είναι αναγκαίο να τοποθετήσουμε αυτή τη δίκη μέσα στον συνολικό χώρο των τρεχουσσών πολιτικών δικών. Οι δηλώσεις αλληλεγγύης προς τον σύντροφο Βαγγέλη Σταθόπουλο θα χάσουν το νόημά τους, θα γίνουν κάλπικες, αν δεν ακολουθηθούν από ανάλογες δηλώσεις για τη δίκη της 14 Απρίλη, παρά τη διαφορά βαρύτητας των κατηγοριών και το δεδομένο της παρατεταμένης προφυλάκισης. Επιπλέον, οι αλληλέγγυες αναφορές στις διωκτικές μεθοδεύσεις και τις συνθήκες της δίκης εναντίον μας, θα χάσουν κάθε πολιτικό νόημα αν «ξεχάσουν» τη βίαιη απομάκρυνση της συντρόφισσας Πόλας Ρούπα από τις δικαστικές αίθουσες, εκτός αν διαπνέονται από κανιβαλικά σκεπτικά «ξεκαθαρίσματος λογαριασμών». Έχω την πεποίθηση ότι τέτοια σκεπτικά δεν συνάδουν, αλλά υπονομεύουν το ήθος που έχει επιδείξει με κόστος ο σύντροφος Βαγγέλης Σταθόπουλος. Οι συμπαραστάτες δεν επιτρέπεται να προβοκάρουν διαχωρισμούς μεταξύ των διωκόμενων αγωνιστών.

Οι επενδύσεις στη φυσική εξόντωση των ανταρτών:

«Μια κατάσταση που μέσα σε υγειές αγωνιστικό περιβάλλον αποτελεί πολλαπλασιαστή ισχύος, δυνατοτήτων, ελευθερίας κίνησης, στις δεδομένες συνθήκες αποτελεί το έδαφος για να εκφραστεί με απόλυτη ευκρίνεια το γενικό πολιτικό αδιέξοδο˙ παίζοντας με τις λέξεις, αποτελεί την πρωτοπορία της κοινής αδυναμίας». Αναφερόμουν στη διαφυγή μου από το κατασταλτικό πλέγμα, στη λεγόμενη παρανομία. Στον πολιτικό απολογισμό μου εξήγησα πώς ελλείψει επαναστατικού υποβάθρου στο κίνημα, οι αντάρτικες πρωτοβουλίες δεν μπορούν ν’ αναπτυχθούν και φτάνουν σε καθοριστικά πλήγματα. Χωρίς δομές αλληλέγγυας αυτοάμυνας του κινήματος, οι αντάρτες εγκαταλείπονται στα δόντια των κρατικών κεφαλοκυνηγών. Κι η κατεστημένη συνθήκη δεν είναι μόνο ότι απουσιάζουν οι κινηματικές δομές, αλλά κι ότι επικρατεί μια σχεδόν καταδοτική ανηθικότητα κι ιδεοληψία στο κίνημα, ενάντια στους καταδιωκόμενους συντρόφους: εφόσον κάποιος περάσει σε κατάσταση εκτός νόμου, θεωρείται αυτονόητο ότι πρέπει να παλέψει απομονωμένος για την επιβίωσή του και συνεπακόλουθα, εξωθείται στην καταφυγή σε αποκλειστικώς παράνομα μέσα. Δεν αναφέρομαι ειδικά στον εαυτό μου, αλλά στο σύνολο ή σχεδόν στο σύνολο των αγωνιστών που βρέθηκαν σε τέτοια συνθήκη την τελευταία δεκαετία. Οι μεμονωμένες εκφράσεις έμπρακτης αλληλεγγύης που έχουν υπάρξει, κυρίως από οικείους ανθρώπους κι από ελάχιστα κομμάτια του οργανωμένου κινήματος, επιβεβαιώνουν τον κανόνα. Όχι μόνο δεν έχει καλλιεργηθεί μια κουλτούρα προστασίας των καταδιωκόμενων, αλλά αντιθέτως, θεωρείται αυτονόητο ότι εκείνοι που έχουν ήδη χάσει ένα μέρος του κοινωνικού βίου τους, είναι πιο αναλώσιμοι, αφού έχουν λιγότερα να χάσουν. Όπως ρίχνουν οι καρεκλοκένταυροι στρατηγοί τους στρατιώτες στη μάχη. Η ισότητα κι η συλλογική ευθύνη σταματούν εκεί που αρχίζει το κυνήγι. Κατά τ’ άλλα, το «επαναστατικό πρόγραμμα» και το «επαναστατικό κίνημα» ή από μια άλλη ιδεολογική μπάντα, η εκστατική πληρότητα της «μαχόμενης ατομικότητας», είναι must.

Η πολιτική αποφασιστικότητα, η ιδεολογική κι ηθική αυτοσυγκρότηση των αγωνιστών που περνούν το φράγμα κι οι συνθήκες που αντιμετωπίζουν πριν και μετά, καθιστούν βέβαιη την ανάληψη πρωτοβουλιών για την επιβίωσή τους, αλλά και για τη συνέχιση του αγώνα. Η μυστικοποιημένη εξιδανίκευση αυτής της πάλης, από την πλευρά του αποστασιοποιημένου κόσμου, τσιμεντώνει την απομόνωση. Όταν αυτό που αποτελεί την αποκαθαρμένη λαϊκότητα, η κλεφτουριά του κάτω κόσμου, μεταμορφώνεται αφηγηματικά σε εξαίρεση από τον κοινωνικό βίο, ο κοινωνικός βίος σέρνεται πίσω από τους κρατικούς κεφαλοκυνηγούς.

Στη δίκη που διεξάγεται τώρα, εκτός από την πολιτικώς επικρεμάμμενη μακροχρόνια φυλάκιση του σύντροφου Βαγγέλη Σταθόπουλου και του Διονύση Μπάκα, διακυβεύεται κι η δική μου βαρυά ποινική καταδίκη. Το δεδομένο ότι διαφεύγω της αιχμαλωσίας δεν αναιρεί την επερχόμενη ποινική απόφαση. Επιπλέον, οι καταζητούμενοι αγωνιστές έχουν διαρκώς μπροστά τους την απειλή της φυσικής εξόντωσης, είτε αντισταθούν ένοπλα είτε όχι. Οι πυροβολισμοί στο αυτοκίνητο του Κώστα Σακκά και του Μάριου Σεϊσίδη στις 4 Αυγούστου 2016, ο βαρύς τραυματισμός του Σίμου Σϊσίδη στις 3 Μάη 2010, με πισώπλατο πυροβολισμό εξεπαφής κι η μάχη του Νίκου Μαζιώτη, μέλους του Επαναστατικού Αγώνα, με τον μπάτσο -και δολοφόνο ενός μεροκαματιάρη ταξιτζή- στις 16 Ιούλη 2014, σκιαγραφούν τον κανόνα αυτής της συνθήκης. Αμέσως μετά τις συλλήψεις του Νοέμβρη του 2019, το κράτος, σκιαγραφώντας το προφίλ ενός δολοφόνου σε παροξυσμό, για μένα, προσπάθησε να διαμορφώσει μια ατμόφαιρα που θα έσπρωχνε τους μισθοφόρους του στην αντανακλαστική φονική επίθεση εναντίον μου με την πρώτη αναγνώρισή μου ή κατά τη διάρκεια μιας επιχείρησης σύλληψης, αν κατάφερναν να με εντοπίσουν. Πρέπει να θεωρούμε ως δεδομένο ότι υπάρχει πάγια πολιτική εντολή να με καθαρίσουν στην πρώτη ευκαιρία ανεξαρτήτως αφορμής. Εδώ, δεν δίστασαν να μεθοδεύσουν τη δολοφονία ενός αγωνιστή που βρίσκεται σχεδόν δυο δεκαετίες αιχμάλωτος. Δεν οπισθοχώρησαν ούτε μπροστά στο διογκούμενο μαζικό κίνημα και την αναμενόμενη επανάκαμψη του αντάρτικου. Θα κολλήσουν σ’ έναν καταζητούμενο; Οι ένστολοι μπουραντάδες φωνάζουν, «πάμε να τους σκοτώσουμε», για τους διαδηλωτές κι ο βρικόλακας junior, καπάκι βγάζει χουντικό διάγγελμα. Η δημόσια περίθαλψη έχει καταργηθεί με «υγειονομικά» διατάγματα κι όσοι δεν έχουν φράγκα για τους γδάρτες της ιδιωτικής υγείας, πεθαίνουν σαν τις μύγες. Μόνο το κίνημα μετρώντας τις δικές του δυνάμεις μπορεί να πει ότι το κόστος της δολοφονίας διωκόμενων αγωνιστών είναι ασύμφορο για το κράτος. Δεν απολαμβάνω τον ρόλο του θύματος. Αλλά αποτελεί κοινό πολιτικό καθήκον να καταδεικνύουμε τις πραγματικές ταξικές και πολιτικές συνθήκες, για να τις ανατρέψουμε εδώ και τώρα.

Αδιαμφισβήτητα έκαστος έχει την ευθύνη των πράξεών του και των συνεπειών τους κι αυτή δεν μετατίθεται. Οι ορθές ηθικοπολιτικές αποφάσεις οδηγούν τους ανθρώπους στον έκνομο βίο και τα επιμέρους λάθη είναι αναπόσπασμα. Με την οπτική της δικής μου εμπειρίας το ανέλυσα στον απολογισμό μου. Παρότι με ταξικούς και πολιτικούς όρους, το κράτος εφαρμόζει καταδιωκτικά σχέδια εναντίον μου, όπως έχει κάνει στο πρόσφατο παρελθόν για πολλούς άλλους αγωνιστές, ξανασημειώνω μ’ ετούτη την ευκαιρία ότι ο μόνος που με καταδιώκει είναι η ενοχή μου για την ανικανότητά μου να οργανωθώ αυτό το μεγάλο διάστημα επαρκώς ώστε να επιτεθώ αποτελεσματικά σ’ αυτήν την απερίγραπτη μεταστροφή της ιστορίας (στο καθεστώς των στρατοπέδων συγκέντρωσης). Κι αφού είμαι ζωντανός, την ίδια στιγμή που δολοφονούνται τα ταξικά αδέρφια μου, δεν γίνεται παρά να προχωρήσουμε μπροστά στη μάχη. Στον στρατευμένο βίο όλα βρίσκουν νόημα. Η πληρότητα ευθύνης που συνέχει την επαναστατική σκέψη, όμως, δεν αποδεσμεύει το σύνολο του κινήματος από τη συλλογική ευθύνη για το σύνολο της ταξικής πάλης.

Η εκτεταμένη σιωπή του πολιτικού κινήματος σε σχέση με την αντιαντάρτικη στρατηγική εξόντωσης, είναι αποδοχή της απομόνωσης και της εξόντωσης. Οι αναφορές σε υποθέσεις καταστολής, χωρίς την αναφορά στις πραγματικές καταστάσεις δολοφονικής στοχοποίησης αγωνιστών, αποτελεί συνυπογραφή της εξοντωτικής συνθήκης απομόνωσης. Η σιωπή λύνει ευκολότερα τα χέρια του κράτους. Κάνει κρα ότι η καταστολή που εξαπολύθηκε μετά τον τραυματισμό μου όχι μόνο δεν βρήκε απέναντί της τα οργανωμένα κομμάτια του αναρχικού κινήματος, αλλά αντιθέτως, βρήκε θαλπωρή στη συνειδητή σιωπή τους.

Μέσα από συλλογικές διεργασίες στις οποίες έχω συμμετάσχει, έχει εξηγηθεί δημόσια πριν κάποια χρόνια, πώς το ίδιο το πολιτικό κίνημα κι ειδικότερα οι ομάδες και τα δίκτυα συγγένειας, αναπαράγουν τις πρακτικές του CointelPro (αμερικάνικο πρόγραμμα προβοκαρίσματος της αλληλοεξόντωσης του κινήματος, τη δεκαετία του ‘60), φτιάχνοντας τελικά ένα περιβάλλον εσωτερικής αποσύνθεσης ακριβώς όπως θα το επιδίωκε το κράτος. Οι συλλογικότητες και τα εγχειρήματα αγώνα στα οποία έχω συμμετάσχει, μα κι εγώ ως πρόσωπο, έχουμε δεχτεί εντατικές μεθοδευμένες επιθέσεις συκοφάντησης, απομόνωσης και τρομοκράτησης μέσα από τον α/α χώρο. Τα ντοκουμέντα είναι δημόσια και πλουσιότατα. Τώρα σημασία έχουν οι συνέπειες της κανιβαλικής υπονόμευσης στις τρέχουσες συνθήκες. Στη δεδομένη κατάσταση στην οποία βρίσκομαι, η συντήρηση του πλέγματος απομόνωσης ισοδυναμεί με κατάδοση. Δεν αποτελεί ιστορική πρωτοτυπία η ανάθεση της επίλυσης των πολιτικών διαφορών, στο κρατικό εκτελεστικό. Αυτή είναι η φάση ολοκλήρωσης του CointelPro.

Στις ιστορικές συνθήκες όπου αναπτύχθηκαν παράνομα επαναστατικά κόμματα, συχνά ο ηγεμονισμός τους οδήγησε σε δολοφονικές εκκαθαρίσεις πολιτικών αντιπάλων. Στη μεταπολεμική Ευρώπη όμως, όπου κυριάρχησε η σοσιαλδημοκρατία κι ο λικβινταρισμός επί του κινήματος, το σχήμα των εκκαθαρίσεων δεν είναι συμμετρικό. Από τη μια πλευρά στέκονται οι μαχητικές εκφάνσεις του κινήματος κι απ’ την άλλη τα συντηρητικά ρεύματα που προσπαθούν να τις αποβάλουν ή να τις κεφαλαιοποιήσουν, ανοίγοντας τις πόρτες στην καταστολή. Αν κάποιοι αντιλαμβάνονται την αντάρτικη αντίσταση σαν διαπάλη μηχανισμών ή ατομική υπόθεση, αυτοί είναι πρωτίστως οι συνθηκολογημένοι που θωρακίζονται πίσω απ’ αυτό το ιδεολόγημα, το οποίο μάλιστα το προβάλουν σ’ εκείνους που εγκαταλείπουν στο αντεπαναστατικό κυνήγι, ενοχοποιώντας τους με αυτόν τον τρόπο διπλά και σίγουρα, συκοφαντικά.

Στη δυναμική που περιγράφω, εισέρχεται πάλι η αφήγηση του παρελθόντος, ως εργαλείο σπέκουλας και διαιώνισης των διαχωρισμών. Η κάθετη διάκριση του παρόντος από το παρελθόν, ο νεκρός που αναμφίβολα πέθανε, η αντάρτικη οργάνωση που αφοπλίστηκε, ο αγώνας που ολοκλήρωσε τον κύκλο του, ανασυνθέτει το παρελθόν έτσι ώστε να γίνει εύπεπτο για τις συντηρητικές ιδεολογίες και λεηλατήσιμο. Οι νεκροί γίνονται μικροκομματικά κεφάλαια. Κι ενώ στις μπολσεβίκικες οργανώσεις οι συμμετέχοντες παρέχουν οικειοθελώς τη ζωή τους για την αξιοπιστία και τον θρίαμβο της οργάνωσης, στην επικρατούσα λικβινταριστική πτέρυγα του ελευθεριακού κινήματος, αρπάζουν όλοι κατά βούληση, ερήμην του νεκρού, αφού προηγουμένως, όσο ήταν ζωντανός, τον έχουν εκθέσει ενεργητικά ή παθητικά στα δόντια του κράτους. Όπως έχει πει ένας φίλος μου (για τον εαυτό του), «Κι οι δυο πλευρές με θέλουν νεκρό. Η μια πλευρά για να μου φτιάξει ανδρειάντα».

Ας γειώσουμε αυτό το δυστοπικό σχήμα στην ιστορική πραγματικότητα. Το πιο καραμπινάτο γεγονός είναι η δολοφονία του αναρχικού Χριστόφορου Μαρίνου το 1996, με πολιτική εντολή από την κυβέρνηση Σημίτη, αφού ο σύντροφος είχε στοχοποιηθεί ενορχηστρωμένα από μεγάλο μέρος του α/α χώρου και τελικά ακόμα κι απ’ τους πιο κοντινούς συντρόφους του κατά το τελευταίο πέρασμά του στη δράση. Μια κλίκα από την ευρύτερη αριστερά, αφότου συνέδραμε στην πρακτική κατάδοσή του, ύστερα επιχείρησε να συγκαλύψει την κρατική δολοφονία ψυχιατρικοποιώντας τον δολοφονημένο αγωνιστή. Οι ελάχιστοι αναρχικοί που μετά τον θάνατό του κατέδειξαν το καταδοτικό υπόβαθρο της δολοφονίας, όταν ήταν ζωντανός, κατά τη σκληρή απεργία πείνας που είχε πραγματοποιήσει μερικούς μήνες πριν τη δολοφονία του, είχαν αρνηθεί την αλληλεγγύη, επειδή κατά δήλωσή τους ήταν «αναξιόπιστος». Για εκείνους που έχουν πολύ λερωμένη τη φωλιά τους, ο Χριστόφορος Μαρίνος έχει διαγραφεί από την ιστορία. Για άλλους, βγήκε από την απομόνωση μετά θάνατον και ενίοτε κοσμεί τις λίστες των νεκρών, ανάλογα με τα συμφραζόμενα.

(Στο κύριο επιχείρημα εκείνων που από πάγια θέση υπονόμευσης της επαναστατικής πάλης βρήκαν ευκαιρία στην καταστολή για να ισοπεδώσουν ηθικο-πολιτικά τον αναρχικό επαναστάτη Χριστόφορο Μαρίνο και τελικά να συνδράμουν στην εξόντωσή του, οι απαντήσεις δίνονται στο επόμενο κεφάλαιο ετούτου του κειμένου.)

Το πατενταρισμένο δράμα παίζεται και πάνω στους ζωντανούς, όχι μόνο στους νεκρούς. Χαρακτηριστικό σημείο κρίσης στην τρέχουσα ιστορία, η εξέλιξη της σχέσης του κινήματος με την αντάρτικη οργάνωση Επαναστατικός Αγώνας. Μόλις διακόπηκε η ένοπλη δράση του Επαναστατικού Αγώνα, με την αιχμαλωσία αγωνιστών του, όλοι τον αγάπησαν. Όταν ο Επαναστατικός Αγώνας ξαναπέρασε στην ένοπλη αντεπίθεση, με τη διαφυγή της Πόλας Ρούπα και του Νίκου Μαζιώτη, απλώθηκε πάλι η μούγκα κι αρχίνησαν οι μάχες των κληρονομικών δικαιωμάτων κι οι πισόπλατες μαχαιριές, με σάπιο έρεισμα τα ιστορικά παράσημα. Μα στην επαναστατική πάλη το σκήπτρο είναι το όπλο που ξανασηκώνεται σήμερα. Όταν οι αντάρτες συνέχισαν να μιλούν για τα επίδικα και τις μάχες του παρόντος, έγιναν «εισαγγελείς» (χαρακτηρισμός που εκφράστηκε σε συνέλευση, αναφορικά σε κριτικό απολογισμό απεργού πείνας μετά τη μετωπική απεργίας πείνας των πολιτικών κρατούμενων το 2015) κι «αχάριστοι» (κατηγορία που εκφράστηκε από συλλογικότητα μέσα σε συνέλευση, αναφορικά σε κριτική αιχμάλωτου συντρόφου, για τα κομπρεμί με την αριστερή κυβέρνηση). Οι αιχμάλωτοι αντάρτες του Επαναστατικού Αγώνα που αντιστάθηκαν στον κανιβαλισμό της ιστορίας τους, επιχειρήθηκε συστηματικά να απομονωθούν. Οι λικβινταριστικές φράξιες του α/α χώρου χάραξαν διαχωριστικές γραμμές με συμπεριφορικά προσχήματα, κάτω από τα οποία θάφτηκαν τα ριζικά διακυβεύματα.

Μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο, ο νεκρός αντάρτης του Επαναστατικού Αγώνα αλλάζει ταυτότητες κατά τη βούληση όποιων θέλουν να τον ορίσουν ως ευκαιριακή σημαία τους και κατά περίσταση, σε κάθε περίπτωση από μια ασφαλή απόσταση απέναντι στην αντάρτικη οργάνωση. Γι’ άλλες αφηγήσεις ο Λάμπρος Φούντας σκοτώθηκε συμμετέχοντας σε ενέργεια του Επαναστατικού Αγώνα, αλλά αποφεύγεται να του αναγνωριστεί ο τίτλος του μέλους της οργάνωσης, γι’ άλλες αφηγήσεις ήταν γενικά ένας αντάρτης -η οργάνωση εξαφανίζεται- και γι’ άλλες, ήταν ακόμα πιο γενικά ένας αγωνιστής. Οι σπεκουλαδόροι ανασύρουν την κριτική στον λενινισμό κάθε φορά που τοποθετούνται απέναντι στην κριτική των στρατευμένων ανταρτών, ενώ οι ίδιοι είναι βυθισμένοι στον απύθμενο σεχταρισμό.

Επειδή η κριτική είναι άγονη αν δεν εκπορεύεται από δοκιμαζόμενες θέσεις αγώνα, μεταφέρω ολόκληρο το μύνημα4 μνήμης της Αναρχικής Συλλογικότητας για τη Μαχητική Προλεταριακή Ανασυγκρότητση, από την περσινή επέτειο της τελευταίας μάχης του Λάμπρου Φούντα (ο υπερτονισμός, δικός μου):

«Η επέτειος της μάχης της Δάφνης, όπου έπεσε ο αναρχικός αντάρτης Λάμπρος Φούντας αποτελεί μέρα επαναστατικής αφύπνισης. Ο σύντροφος Φούντας ως μέλος της αντάρτικης οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας στάθηκε στην πρώτη γραμμή της πάλης ενάντια στο κράτος και το κεφάλαιο. Με απόλυτη συνέπεια μέχρι τέλος. Η ανάληψη του κοινωνικού καθήκοντος της οργάνωσης της ένοπλης αντεπίθεσης στις δομές τρομοκρατίας, τυραννίας κι εκμετάλλευσης, είναι η στιγμή που ο αγωνιστής περνάει το κατώφλι των κατεστημένων συμβάσεων που κρατάνε σκυφτή την ανθρωπότητα και ολοκληρώνει την ύπαρξή του στην υπηρεσία της κοινής ελευθερίας. Ο αντάρτης Λάμπρος Φούντας αποτελεί ζωντανή απόδειξη του ακατανίκητου της επαναστατικής πάλης. Ο μάρτυρας Λάμπρος Φούντας ξεσκεπάζει την ειρήνευση με τον κόσμο της εξουσίας. Δείχνει και θα δείχνει μέχρι την πτώση του κράτους την κοινή ευθύνη.

Η 10 Μάρτη είναι η επέτειος μιας μάχης. Μιας μάχης για έναν πολιτικό σκοπό. Η κοινότητα των καταπιεσμένων αναγνωρίζει την ιστορική συμβολή της αντάρτικης Οργάνωσης με την οποία συστρατεύτηκε ο σύντροφος Φούντας. Η κοινότητα των καταπιεσμένων αναγνωρίζει στη συνέχεια της δράσης της Οργάνωσής του, το πρόσωπό του, τον αγώνα του, την τιμή που του αξίζει. Ο Λάμπρος Φούντας θα ζει μέσα στο αντάρτικο που στοχεύει στην ανατροπή του πολιτικού και οικονομικού καθεστώτος. Η θυσία του συντρόφου δικαιώνεται, ενάντια στις αντεπαναστατικές πολιτικές, ενάντια στο σκιάχτρο του ολοκληρωτισμού, ενάντια στην πολιτική εκμετάλλευση, ενάντια στην απονοηματοδότησή της, όσο μένει ζωντανός ο σπόρος της επαναστατικής δράσης και οργάνωσης.

Η 10 Μάρτη είναι η επέτειος μιας μάχης ανάμεσα σε επαναστάτες και την ένοπλη αιχμή της κρατικής τρομοκρατίας. Μια από τις πολλές μάχες που έχουν δώσει οι αγωνιστές της οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας. Η ένοπλη αυτοάμυνα αποτελεί θεμέλιο της πάλης για την ανατροπή των συσχετισμών ισχύος, που είναι τόσο αναγκαία σήμερα όσο ποτέ πριν, από τη γέννηση του ελληνικού κράτους. Ο στρατευμένος αντάρτης Λάμπρος Φούντας νίκησε την ηττοπάθεια, τη μοιρολατρεία, την παθητικότητα, την απονεύρωση του αγώνα, τις σειρήνες του αφοπλισμού, τους λωτοφάγους της κοινωνικής και ιστορικής ανευθυνότητας και τους κύκλωπες των πολιτικών συμμαχιών κορυφής που εκκολάπτονταν εκείνη την κρίσιμη περίοδο. Ο σύντροφος θα ξανασηκώνεται στο ίδιο οδόφραγμα κάθε που ένα χέρι θα κρατάει τ’ όπλο του.

Μια τιμή του πρέπει του νεκρού αντάρτη της Οργάνωσης Επαναστατικός Αγώνας, του αντάρτη της 10 Μάρτη, ένα καθήκον για εκείνη τη μέρα, κάθε μέρα: Να σηκώσουμε τ’ άρματα. Να δώσουμε τις μάχες που αρμόζουν σήμερα. Να οργανωθούμε επαναστατικά. Να χτυπήσουμε στην καρδιά τους τυράννους και τους μισθοφόρους τους. Να δώσουμε δύναμη, έδαφος ελευθερίας και προοπτική στην ταξική-κοινωνική σύγκρουση».

Ανατρέχω σε γεγονότα για τα οποία οι συλλογικές απαντήσεις εκκρεμούν. Ανατρέχω σε άλλα πρόσωπα, όχι για να εξηγήσω τη δική μου θέση, αλλά για να περιγράψω την περιρρέουσα πολιτική κουλτούρα, που πρέπει να καθαρίσει συνολικά κι όχι προσωπικά. Το κάνω τώρα, διότι από τη θέση στην οποία βρίσκομαι, μπορώ να είμαι πιο αξιόπιστος. Δεν μου κάνει κέφι να παριστάνω τον μελλοθάνατο, αλλά ως νεκρός δεν θα μπορώ να τα πω. Πρέπει να τα πω εγκαίρως.

Κατά τη διάρκεια της απεργίας πείνας του Χριστόφορου Μαρίνου συγκλήθηκε μια συνέλευση όπου προσήλθαν όλες οι ομαδοποιήσεις του α/α χώρου, για να ξεκαθαρίσουν τη στάση τους με αναφορά στο ιστορικό του αγωνιστή. Παρά τους διαφορετικούς λόγους που προέταξε κάθε ομαδοποίηση, επιβεβαιώθηκε η σχεδόν καθολική απαξίωσή κι εγκατάλειψη του απεργού πείνας. Σ’ εκείνη τη συνέλευση ένας κρατούμενος αγωνιστής είχε στείλει ένα γράμμα με τίτλο: «Αφήστε τους νεκρούς να θάψουν τους νεκρούς τους». Εκείνοι που τότε χαρακτηρίστηκαν πολιτικά νεκροί, υπάρχουν ακόμα μέσα στο κίνημα˙ εξακολούθησαν να μεγαλουργούν στον παραγοντισμό, τις δοσοληψίες με την καθεστωτική αριστερά, τον καταδοτισμό κι άλλες ευγενείς ιδιοτελείς δραστηριότητες. Με το πέρασμα των χρόνων, εκείνοι που πίστευαν ότι το κίνημα ανανεώνεται αφήνοντας το κράτος να θάψει τους αγωνιστές της αντίπαλης μπάντας, όπως ήταν αναμενόμενο ήρθαν σταδιακά όλο και πιο κοντά στον καιροσκοπισμό, μα και στα πολιτικά υποκείμενα που υποτίθεται ότι θα εξαφανιζόντουσαν. Οι αγωνιστές αναλώνονται και μένουν οι καιροσκόποι, ενίοτε και μέσα από την ίδια μπάντα συγγένειας. Μέχρι ορισμένοι να πουν για τον Χριστόφορο Μαρίνο, «ναι, τον φάγαμε», θα φαγωθούν κι άλλοι με πισώπλατα χτυπήματα. Όταν κάποιοι το πουν δημόσια, με ντροπή, θα είμαι μαζί τους. Η επανάσταση είναι ανοιχτή σε όλους, αλλά όχι πατώντας επί πτωμάτων αγωνιστών.

Οι σιωπές είναι θέσεις, ειδικά εκείνων που βγάζουν πολιτικά προγράμματα και καθηκοντολόγια. Το «δεν καταλαβαίνουμε» αποτελεί ομολογία συνενοχής στις καταδοτικές πρακτικές. Η ψυχιατρικοποίηση είναι το κερασάκι στην τούρτα της αντιαντάρτικης εκκαθάρισης. Ο χρόνος τρέχει ανεπίστρεπτα, μα το παρελθόν επανέρχεται ζωντανό.
Αφού το όλο ζήτημα της εξόντωσης των ανταρτών αφορά στην αλληλεγγύη, ο τελευταίος κύβος που θα βάλω, το κλειδί της αψίδας, είναι το πιο πρόσφατο παράδειγμα από το μεγαλείο και την αυτοθυσία της απροκατάληπτης επαναστατικής αλληλεγγύης. Η απεργία πείνας του Νίκου Μαζιώτη, σε αλληλεγγύη με τον απεργό πείνας Δημήτρη Κουφοντίνα. Τα πολιτικά υποκείμενα των τραγικών αφηγήσεων που παρέθεσα, συνδέονται μ’ ένα νήμα. Οι ανθρωποφαγικοί ανταγωνισμοί δεν έχουν αφήσει τον κόσμο των αιχμάλωτων ανταρτών σε μια εξαγνισμένη μακαριότητα. Δεν αφήνω υπόνοιες για κάτι σκοτεινό -όλα είναι καταγεγραμμένα σε δημόσια κείμενα. Παρά τις όποιες αντιπαλότητες όμως, οι επαναστάτες ξέρουν ότι ο δρόμος της απελευθέρωσης, μόνο κοινός μπορεί να είναι και το αποδεικνύουν ρίχνοντας τα κορμιά τους στον κοινό αγώνα ευθύς μόλις ξεκινάει μια μάχη. Όταν κατανοήσουμε αυτή την πράξη του σύντροφου Νίκου Μαζιώτη, ίσως αρχίσουμε να μην δρούμε για λογαριασμό του CointelPro.

Όταν η αντάρτικη οργάνωση βαφτίζεται «πρόβλημα»:

«Προφανώς, έγιναν λάθη που αποτέλεσαν δώρο για τα κοράκια της καταστολής. Ανεξάρτητα από τις λεπτομέρειες, έχω προσωπικά την πολιτική ευθύνη όλων των λαθών που έγιναν από το συμβάν του τραυματισμού μου κι έπειτα, διότι μόνο εγώ ήξερα εξολοκλήρου όλους τους κινδύνους. Η αναλυτική αυτοκριτική θα γίνει δημόσια μέσα στο κίνημα στον κατάλληλο χρόνο». Κι έγινε λίγους μήνες μετά. Εφόσον έχει ξεκινήσει η δίκη της υπόθεσης, έχει αποσαφηνιστεί η ακολουθία των συγκεκριμένων αιτιοτήτων κι έχουν ήδη καταθέσει οι άνθρωποι που ενεπλάκησαν στις Πρώτες Βοήθειες που έλαβα, έχουμε επαρκή δεδομένα για να απολογίσουμε τα σημεία που ήταν συγκεχυμένα.
Απολόγισα τις συνθήκες, ευρύτερες μέχρι και προσωπικές, που οδήγησαν στο κύριο λάθος: εξέθεσα τους ανθρώπους που μου προσέφεραν μια πρώτη περίθαλψη, στην ποινική σύνδεσή τους με την ένοπλη πάλη κι ειδικότερα την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας. Ο άνθρωπος στο σπίτι του οποίου βρέθηκαν τα αναφερόμενα όπλα και άλλα αντικείμενα δεν είχε ουδεμία πολιτική στράτευση και ουδεμία σχέση με προηγούμενες ή μελλούμενες παράνομες πολιτικές δραστηριότητες. Η εμπλοκή του είναι τραγική. Είναι ένας προσωπικός φίλος που δέχτηκε να με βοηθήσει σε μια δύσκολη στιγμή. Αφού με περιέθαλψε, αποδέχτηκε σαν αναπόφευκτη αναγκαιότητα λόγω της δικής μου ιδιαίτερα δύσκολης κατάστασης, χωρίς κανένα όφελος, παρά μόνο κινδύνους, να μεταφέρω προσωρινώς δικά μου πράγματα στο σπίτι του, χωρίς να γνωρίζει το ακριβές περιεχόμενο των αποσκευών μου. Όλα τα υλικά μεταφέρθηκαν με δική μου πρωτοβουλία στο σπίτι του μετά τον τραυματισμό μου, επειδή εκεί έτυχε να βρεθώ και να λάβω την ανεκτίμητη αλληλεγγύη προς έναν τραυματισμένο και από εκείνη τη στιγμή κατατρεγμένο φίλο. Δυστυχώς δεν κατάφερα να απεμπλέξω εγκαίρως τον άνθρωπο που διακινδύνευσε την ελευθερία του για μένα… Αν τα υλικά είχαν μείνει αλλού, ίσως πάλι οι μπάτσοι να έφταναν σε αυτά. Όμως, δεν θα μπορούσαν να μπλέξουν άλλους με την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας με την ίδια ευκολία, ούτε να εκβιάσουν πρόσωπα.

Η πρόθεσή μου να διαφυλάξω ένα πλήθος υλικών κι ένα σύμβολο αγώνα, χωρίς να αποβάλω την ευθύνη από πάνω μου, δεν γίνεται να αμφισβητηθεί. Όχι μόνο δεν απεμπόλησα κανένα κόστος, αλλά ανέλαβα επιπλέον τον κίνδυνο της εμπλοκής άλλων ανθρώπων, με το μεγάλο πολιτικό βάρος που ενέχει μια τέτοια πρωτοβουλία. Ωστόσο, δεν εξαπάτησα κανέναν, δεν προσπάθησα να χρησιμοποιήσω ανθρώπους, δίνοντας ψευδείς εικόνες. Δεκαετίες τώρα θεωρώ τον νετσαγιεφισμό ένα μονοπάτι ταχείας αποσύνθεσης. Ανεξάρτητα από την αυτοθυσία των ανθρώπων που δεν με εγκατέλειψαν στον κίνδυνο θανάτου, δεν υπήρχε περίπτωση να μεταχειριστώ με δόλο την αλληλεγγύη τους. Οφείλω να τονίσω με σεβασμό ότι η ανθρωπιστική και φιλική αλληλεγγύη που έλαβα, δεν έθετε όρους, ήταν ανιδιοτελής, τόσο εγκάρδια, όσο δύσκολη ή εύκολη μπορεί να ήταν η εσωτερική διελκυστίνδα των δυο μετέπειτα διωκόμενων ανθρώπων, ανάμεσα στον φόβο των εικασιών και στο κοινωνικό καθήκον. Έτσι είναι το φως της κοινωνικής αλληλεγγύης, που εξελικτικά έχει αποτελέσει την πηγή της πορείας του ανθρώπου προς την ελευθερία, την απεριόριστη αδερφοσύνη και την ισότητα.
Γνωρίζω τη δογματική πεποίθηση που αρνείται κάθε απόφαση πράξης αν δεν έχει πρώτα θεμελιωθεί γερά σε εξαντλητικές συμφωνίες. Θεωρώντας τη συλλογική ευθύνη ως ριζοσπαστικό στοιχείο του επαναστατικού αναρχικού αγώνα, δεν είμαι από εκείνους που αποφεύγουν τη θεωρητική ζύμωση, τον αποφασιστικό διάλογο, τις δεσμευτικές συμφωνίες. Το πρόβλημα είναι η πίστη στην κυριαρχία του άρτιου λόγου, που συσσωρεύει συντηρητική απόγνωση, η πλάνη της επιδιωκόμενης πληρότητας στις συμφωνίες, που περιορίζει τα εγχειρήματα στο ελάχιστο κι η επένδυση στην ατσάλινη αντοχή της σύμπνοιας, που καταδικάζει στην αδράνεια όσο δεν φαίνεται εγγυημένη. Η ζωή προχωράει με προγραμματικές συμφωνίες ως εκεί που φτάνουν και βρίσκουν εφαρμογή οι προγραμματικές συμφωνίες και χωρίς αυτές εκεί που απουσιάζουν. Η συλλογική ζωή δεν παύει ποτέ. Μια κοινωνική σχέση, ακόμα ακόμα μια περιστασιακή σχέση, μπορεί να έχει συλλογικό υπόβαθρο χωρίς απαραίτητα να διαμορφώνεται από πολιτικές διαδικασίες. Η συλλογικότητα ως σχέση εκρέει και διαχέεται μεταξύ των ανθρώπινων όντων αυθόρμητα, μέσα από τη νοήμονα υπόσταση της αλληλεγγύης˙ δεν προϋποθέτει δομημένες βεβαιότητες, οργανωμένους χώρους κι ακράδαντες υποσχέσεις -είναι η ρίζα τους. Αυτήν τη σχέση δεν μπορεί να την περιορίσει κανένας νόμος: είναι η ιδιοσυστασία της ανθρώπινης εξέλιξης.

Περασμένες περιπτώσεις αντιαντάρτικων επιχειρήσεων στην ελληνική επικράτεια, έχουν δείξει ότι ούτε η δομημένη πολιτική οργάνωση, ούτε κι οι στενοί κοινωνικοί δεσμοί εγγυώνται την αντοχή υπό τους εκβιασμούς κι ακόμα περισσότερο, υπό τα βασανιστήρια, που εφαρμόζουν οι διωκτικοί μηχανισμοί πάνω στους πολιτικούς ομήρους. Ο 187(+Α) έχει φτιαχτεί έτσι ώστε να δίνει στους ασφαλίτες, τους ανακριτές και τους δικαστές, ισχυρά μέσα για τη «συνεργασία» των κατηγορούμενων ή δυνάμει κατηγορούμενων, δηλαδή για την τρομοκράτησή τους με σκοπό την απόσπαση καταδοτικών πληροφοριών, ομολογιών και υπογραφών σε «καταθέσεις» που προβάλουν την αφήγηση που θέλουν οι διώκτες. Χρειάζεται ηθικό ανάστημα που καλλιεργείται μόνο μέσα από ζωντανές κοινοτικές παραδόσεις αντίστασης ή μακροχρόνιο προσωπικό αγώνα, που δίχως πολιτική στράτευση δεν τίθεται ως ζητούμενο, για να αντιμετωπίσει κάποιος τις ποινικές απειλές που εκτοξεύουν οι χρήστες του «αντι»-τρομοκρατικού.
Είχα σημειώσει στον απολογισμό μου ότι η σύμμιξη της περιοχής δράσης και της περιοχής προφύλαξης, όπως την επέλεξα εκτάκτως, ήταν υπερβολική. Το σημαντικότερο πρόβλημα δεν ήταν η σύγχυση των γεωγραφικών χώρων (που συνέβη), αλλά η σύγχυση των ρόλων. Δεν αποκλείεται να μπορεί να κρυφτεί το οτιδήποτε σε μια περιοχή. Αυτό εμπίπτει στην τέχνη και την τεχνική του κρυπτοπολέμου. Αλλά όταν καταφεύγεις άμεσα και ανοργάνωτα για Πρώτες Βοήθειες εντός ενός κλοιού, είναι απίθανο ο ίδιος χώρος να μπορεί να αποκτήσει και άλλα χαρακτηριστικά. Επιπλέον, ήταν ένα προδεδικασμένο αδιέξοδο η διαχείριση της φύλαξης των εργαλείων μέσα εκεί, κάτι που μόνο εγώ θα μπορούσα να κάνω και σίγουρα όχι ο φίλος μου. Όφειλα να το είχα υπολογίσει. Όπως γνωρίζουμε τώρα από τους απεσταλμένους «μάρτυρες» της «αντι»-τρομοκρατικής και τη μαρτυρία ενός ανθρώπου που μεσολάβησε για να μου παρασχεθούν Πρώτες Βοήθειες, στο σπίτι του φίλου μου δεν έφτασαν από έρευνες στα βίντεο της γειτονιάς του -ενδεχόμενο που δεν θα μπορούσα να το αποκλείσω και το έχω απολογίσει αυτοκριτικά-, αλλά εκβιάζοντας τον συγκεκριμένο άνθρωπο. Σ’ ετούτο το σημείο οφείλω να προσθέσω την αυτοκριτική παρατήρηση, ότι η ριζικότερη σύγχυση ήταν η ελλειπής συναίσθηση των ορίων των ανθρώπων που βρέθηκαν δίπλα μου.
Οι «απεσταλμένοι» είπαν ότι η «αντι»-τρομοκρατική οδηγήθηκε στο Σισμανόγλειο από ένα ρουφιανοτηλεφώνημα. Υποτίθεται ότι από ρουφιανοτηλεφώνημα ενημερώθηκαν και για τα ονόματα των ληστών και για τον χώρο όπου φύλασσα τα όπλα προηγουμένως. Αυτή η γνώριμη σαχλή επίφαση έχει δυο σκοπιμότητες: Αφενός, να σπείρει αμφιβολίες για τις αντάρτικες οργανώσεις. Δήθεν απαρτίζονται από εύκολους καταδότες κι είναι διάτρητες. Αν ήταν αλήθεια βέβαια, θα αποτελούσε άκρως απόρρητο. Αφετέρου, να συγκαλύψει το συστηματικό δεδομένο ότι ένα πλήθος πολιτών παρακολουθούνται παρανόμως. Στα βίντεο από την περιοχή του νοσοκομείου (από καταστήματα κι όχι του ίδιου του νοσοκομείου), έφτασαν είτε ερευνώντας όλες τις καταγραφές γύρω απ’ όλα τα νοσοκομεία της Αθήνας (το Σισμανόγλειο δεν εφημέρευε), κάτι που θεωρώ όχι ανέφικτο, αλλά απίθανο, είτε αναζητώντας αρχειοθετημένες τηλεφωνικές κλήσεις από τις συσκευές ή τις περιοχές κατοικείας εποπτευόμενων ανθρώπων, όπως πιθανότατα είναι ο πρώην πολιτικός κρατούμενος Βαγγέλης Σταθόπουλος. Ακόμα κι αν ερεύνησαν τις εικόνες γύρω απ’ όλα τα νοσοκομεία, είχαν μια λίστα ανθρώπων προ-στοχοποιημένων για πολιτικούς λόγους. Άλλωστε, το πρώτο «ενδεικτικό στοιχείο» που προσέθεσαν οι διώκτες στη δικογραφία εναντίον του συντρόφου Βαγγέλη Σταθόπουλου (ένα μίγμα μέρους DNA) «ανακαλύφθηκε» μετά τις συλλήψεις, μόλις δήλωσα δημόσια ότι τίποτα δεν συνδέει τον σύντροφο Σταθόπουλο με τη ληστεία. Ενώ η ανάλυση του δικού μου DNA από το αίμα στη μηχανή, είχε ολοκληρωθεί σε ελάχιστες ώρες μετά τον τραυματισμό μου. Είναι προφανές ότι μετά την ταυτοποίησή μου ως συμμετέχοντα στην απαλλοτρίωση, η εμπρόθετη κατεύθυνση των ερευνών ήταν η ποινική επιβάρυνση κι άλλων αγωνιστών. Όποιων θα μπορούσε να συνδέσει με μένα η «αντι»-τρομοκρατική.

Αφού οι ασφαλίτες πήραν εκβιαστικά την πληροφορία για το σπίτι στο οποίο είχα πάρει τις Πρώτες Βοήθειες, αντίστοιχους και βαρύτερους εκβιασμούς δέχτηκε ο φίλος μου, προκειμένου να εμπλέξει τον στοχοποιημένο Βαγγέλη Σταθόπουλο. Η αλυσίδα της κοινωνικής αλληλεγγύης που είχε προσφερθεί προς εμένα, έσπασε σε πολλά κομμάτια κάτω από το βάρος της καθεστωτικής τρομοκρατίας. Όμως, ούτε οι διώξεις, ούτε τα παράγωγα των ποινικών εκβιασμών, ούτε οι κριτικές εξιδανικεύσεις μπορούν να διαγράψουν την κοινωνική αλληλεγγύη όπως εκφράστηκε από διάφορους και άγνωστους μεταξύ τους ανθρώπους, κατηγορούμενους και μη.

Για τους διώκτες, η παροχή χώρου περίθαλψης σημαίνει αποσύνδεση της έκτακτης ανάγκης επιβίωσης, από τον καταναγκασμό στην αιχμαλωσία μου. Η μόνη σημασία που είχε για το κράτος ένας βαρύς τραυματισμός, ήταν ότι δυστυχώς ο τραυματίας αγωνιστής επέζησε και χάθηκε μια καλή ευκαιρία να τον ρίξουμε σ’ ένα μπουντρούμι για το υπόλοιπο της ζωής του. Τα κίνητρα των ανθρώπων που βοήθησαν στην επιβίωσή μου, είναι αδιάφορα για τους διώκτες. Το κράτος εκδικείται τους δυο προφυλακισμένους και επειδή είμαι ζωντανός και επειδή είμαι ελεύθερος. Επιπλέον, αρπάζει την ευκαιρία για να επιτείνει την πολιτική καταστολή εναντίον κι άλλων αγωνιστών. Το κράτος χρησιμοποιεί κάθε δίωξη για να επιβαρύνει μια άλλη. Η δίωξη του Διονύση Μπάκα λειτούργησε ως εκβιασμός για τη δίωξη του Βαγγέλη Σταθόπουλου. Όλες οι διώξεις αποσκοπούσαν στον εκβιασμό της παράδοσής μου.

Η συλλογική εμπειρία μας έχει διδάξει ότι το τυράκι στη φάκα είναι δηλητηριασμένο. Προκειμένου να αποσπαστεί μια υπογραφή του φίλου μου, που να εμπλέκει τον σύντροφο Βαγγέλη Σταθόπουλο με τον οπλισμό, η «αντι»-τρομοκρατική αναγκάστηκε να βάλει στη δικογραφία και να διαφημίσει δημόσια μια «ομολογία» που έλεγε τη μισή αλήθεια: ότι κατέφυγα εκτάκτως στο σπίτι του φίλου μου (κι όχι σε γιάφκα) κι ότι ο ίδιος δεν είχε σχέση με τις δραστηριότητές μου. Πάραυτα, ο άνθρωπος που υπέγραψε το χαρτί κατέληξε κατηγορούμενος για τα πάντα˙ για τη συγκρότηση της αντάρτικης οργάνωσης, για όλες τις ενέργειές της και για την κατοχή του οπλισμού στα πλαίσια της οργάνωσης. Είπαμε ότι το κράτος δεν εκβιάζει για να τηρήσει υποσχέσεις. Οι διώκτες τρομοκρατούν για να χτυπήσουν πιο βαθυά και πιο πλατυά και ν’ αποδομήσουν την αλληλεγγύη και την εμπιστοσύνη στον αγώνα. Ανεξάρτητα από το αν εξετάστηκε από την πλευρά μου η παράδοσή μου ως πολιτικό δίλλημα, είναι σίγουρο ότι δεν θα ελάφρενε τη θέση κανενός.

Συνεχίζω να εκφράζω την ευγνωμοσύνη μου στους ανθρώπους που συνέδραμαν στην επιβίωσή μου από έναν έσχατο κίνδυνο. Όχι μόνο από την προσωπική σκοπιά του ωφελημένου, αλλά και βαθύτερα, από τη σκοπιά της κοινωνικής αλληλεγγύης δίχως την οποία ο κόσμος θα είχε βυθιστεί στη γενικευμένη ανθρωποφαγία. Καθένας τους ξεπέρασε προσωπικά όρια απέναντι στο φάντασμα της καθεστωτικής τρομοκρατίας που μας θέλει κανίβαλους. Κάποιοι λύγισαν. Δεν θα αφήσουμε τις κοινωνικές αδυναμίες στα χέρια του κράτους, να τις μπήξουν βαθύτερα μέσα στο κοινωνικό σώμα και να τις στρέψουν ενάντια στην επαναστατική πάλη για να την απαξιώσουν. Όπως το ζήσαμε πριν είκοσι χρόνια, είναι τα βαμπίρ της καθεστωτικής προπαγάνδας τα μόνα υποκείμενα που έχουν συμφέρον να προβάλουν την όποια αδυναμία εκδηλωθεί μέσα σε συνθήκες ανακριτικής τρομοκρατίας, μέχρι και βασανιστηρίων, για να λοιδορήσουν τον πολιτικό εχθρό του καθεστώτος.

Επουδενί η κατανόηση μιας αδυναμίας δεν επιτρέπεται να γίνει εφαλτήριο ηθικής έκπτωσης. Η συνεργασία με τους διωκτικούς μηχανισμούς είναι αταλάντευτα απαράδεκτη. Ωστόσο, η ισοπέδωση των ανθρώπων που υπέκυψαν σ’ εκβιασμούς, δεν διορθώνει τις ηθικο-πολιτικές συνθήκες που παράγουν την αίσθηση αδυναμίας. Η αναγκαία απάντηση είναι η ριζοσπαστική ανάπτυξη της αυτοσυγκρότησης του κοινωνικού κινήματος ως μάχιμη κοινότητα. Όποιος αναλαμβάνει διακινδυνεύσεις εκτίθεται στις αδυναμίες του. Αυτός είναι υπόλογος στα ηθικά διλλήματα. Οφείλουμε να φροντίσουμε τις αδυναμίες συλλογικά. Όποιος ξεπορτίζει μόνο αν έχει εξασφαλίσει τα πάντα, έχει απαντήσει προκαταβολικά τα ηθικά διλλήματα, με τον τρόπο που επιτάσσει ο αστικός πολιτισμός: με την αδιαφορία και την αποστασιοποίηση. Ύστερα είναι εύκολο να κρίνεις.

Θα φέρω ένα ιστορικό παράδειγμα: Το FLN, Μέτωπο Εθνικής Απελευθέρωσης της Αλγερίας, ζητούσε από τα μέλη του, όχι από τον ανοργάνωτο λαϊκό κόσμο, αλλά από τα στρατευμένα μέλη του, να αντέξουν δυο εικοσιτετράωρα στα βασανιστήρια των γάλλων στρατοκρατών-αποικειοκρατών. Μετά είχαν το ελεύθερο να «μιλήσουν». Θα ήταν ύβρις να σταθούμε στις διαφορές των παραδειγμάτων διωκτικής τρομοκρατίας με μέτρο τη βαναυσότητά τους. Το απάνθρωπο δεν μπαίνει σε ζύγι. Το νόημα του παραδείγματος του FLN, είναι η κατανόηση της ανθρώπινης ευαλωτότητας κι η ένταξή της μέσα στην πάλη.

Ως προς την υπεράσπιση της επαναστατικής πάλης, οι δυο προφυλακισμένοι είναι οι τελευταίοι άνθρωποι στον πλανήτη, που έχουν υποχρέωση να το κάνουν μέσα σ’ αυτό το δικαστήριο. Θεωρώ ότι η δική μου «απουσία» από το δικαστήριο κι ο δημόσιος λόγος μου, είναι επαρκέστατα. Απέναντι στις ομηρίες, να υπερασπιστούμε την άνευ όρων αλληλεγγύη. Όμως, ένα πλήθος πολιτικών οργανώσεων που προτάσσουν την κοινωνική επανάσταση, οφείλουν ν’ αναλάβουν τις ιστορικές ευθύνες τους, κάθε μέρα σήμερα.

Ανέλαβα την πολιτική ευθύνη για όλα τα συμβάντα, όχι μόνο για τις δικές μου πράξεις, αλλά και για τους τρόπους που στάθηκαν μπροστά στους τρομοκράτες του καθεστώτος οι άνθρωποι που συνέβαλαν στην περίθαλψή μου και για τα κατασταλτικά παράγωγα του συνόλου των πράξεων. Το υπόστρωμα της πολιτικής ευθύνης δεν είναι η αληθώς δική μου πληρέστερη επίγνωση των δεδομένων -που με νομικούς όρους υποχρεώνει να αποδοθούν σε μένα αποκλειστικώς και οι αντικειμενικές και οι υποκειμενικές υποστάσεις των διωκόμενων πράξεων-, είναι κάτι ποιοτικά διακριτό και πιο συνολικό: η νοηματοδότηση όλων των ενδεχομένων και των εξελίξεων, από μια πολιτική σκοπιά. Σ’ αυτή τη θέση ήμουν μόνος ήδη πριν τον τραυματισμό μου και κατόπιν. Δεν γίνεται να βγω απ’ αυτή την ενεργό θέση. Αντιδιαμετρικά, ο κριτικός διάλογος εκβάλει από και προς την κοινότητα των πολιτικών αναγκαιοτήτων τις οποίες υπηρετώ.

Από τη σκοπιά της κοινωνικής πάλης, η διακινδύνευση που ανέλαβα με τη μεταφορά όπλων στο σπίτι του φίλου μου, ήταν άστοχη όχι μόνο πρακτικά, μα και πολιτικά, διότι εξέθετε την ιστορία μιας αντάρτικης οργάνωσης και το πρόταγμα της συνέχισης του αγώνα, σε αντίρροπες συγχύσεις. Οι ίδιες οι πολιτικές και κοινωνικές αδυναμίες που εκδηλώθηκαν, υποδεικνύουν ότι η επαναστατική πάλη έρχεται αντιμέτωπη με εσωτερικές αντιφάσεις που μόνο η ίδια μπορεί να λύσει. Τα λάθη ανήκουν σ’ εκείνους που αναλαμβάνουν ευθύνες, όχι σ’ εκείνους που κρίνουν από τον πάγκο. Έξω απ’ τον χορό πολλά τραγούδια λέγονται, αλλά δεν έχουν σχέση με τις πραγματικές συνθήκες της ταξικής πάλης. Οι ένοπλες οργανώσεις και μόνο μπορούν να ασκήσουν ειλικρινή, συνεκτική και γόνιμη κριτική, η μια προς την άλλη. Όλα τ’ άλλα είναι πολιτικά παπατζιλίκια… Η κριτική σε πράξεις και τρόπους οργάνωσης του ένοπλου υποβάθρου της κοινωνικής πάλης, που είναι ο πνεύμονας κάθε κοινωνικού αγώνα, αν δεν προέρχεται από διεργασίες ένοπλης οργάνωσης είναι απλά αντιδραστική, με την παραδοσιακή υλιστική διαλεκτική σημασία του όρου κι εντέλει λειτουργεί αντεπαναστατικά.
Η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας δεν αποτέλεσε αιτία της καταστολής, αλλά μέρος της λύσης των πολιτικών συνθηκών που τη διαιωνίζουν. Η προσπάθειά μου να κρατήσω ζωντανή μια αντάρτικη παράδοση, αποτελεί επίσης μέρος της λύσης. Η άποψη ότι η ένοπλη πάλη μπορεί να αποτελέσει πρόβλημα και στα συγκεκριμένα γεγονότα, ότι η ανυποχώρητη φύλαξη ενός οπλισμού αποτέλεσε το πρόβλημα, είναι ταξικά και πολιτικά ψευδής και απαράδεκτη. Εντέλει, οι κοντόθωρες αντανακλαστικές απαντήσεις αναπαράγουν τα επίδικα της καταστολής.

Κοιτώντας μπροστά, θα επαναφέρω τις σημειώσεις μου για τις άγονες και τις γόνιμες μεθόδους κριτικής αποτίμησης και τον τρόπο ξεπεράσματος των συγκεκριμένων αδυναμιών που οδήγησαν και σ’ ετούτες τις διώξεις.

Μετά από μια αποτυχία, οι προτάσεις που δεν δοκιμάστηκαν φαντάζουν καλύτερες, όπως γενικότερα οι καινούριες ιδέες πάντα φαίνονται καλύτερες από εκείνες που ήδη δουλεύονται μέσα στις δυσκολίες τους. Μέχρι να δοκιμαστούν ή απλά να εξεταστούν αναλυτικά. Όπως είπε ο Κουροσάβα μέσα από έναν από τους επτά σαμουράϊ, «το ψάρι που χάσαμε μας φαίνεται πιο μεγάλο». Η εκ’ των υστέρων προσπάθεια να βρούμε την εναλλακτική που θα είχε επιτυχία δεν έχει καμία σχέση με τα οποιαδήποτε γεγονότα. Δεν είναι ούτε διδακτική, δεν είναι ο τρόπος γόνιμου απολογισμού. Εξυπηρετεί την υπαρξιακή ανάγκη μας να αντισταθούμε στην αιτιότητα της αδυναμίας, αλλά με έναν τρόπο απατηλό, ιδεαλιστικό, μη δημιουργικό κι άρα καθηλωτικό στην αδυναμία. Πρόκειται για μια επιστροφή στην θεολογία: μια φαινομενική διόρθωση του «τυχαίου» κατασκευάζοντας μια ουτοπική τελεολογία ερήμην των αιτίων που έδρασαν πραγματικά…

Τα μεθοδολογικά δόγματα είναι υπεκφυγές από το διαταύτα, επιφάσεις για να μην προσαρμόσουμε τη δράση μας, την οργάνωσή μας, τις απόψεις μας, τις συνήθειές μας, τον βίο μας, στις παρούσες συνθήκες της ταξικής διαπάλης. Μια αλαζονία του υποκειμένου ενάντια στη φυσική εξέλιξη, στην αλλαγή. Μια μικρή εσωτερική αντεπανάσταση. Από μια τέτοια σκοπιά οφείλουμε να είμαστε πολύ προσεκτικοί όταν κρίνουμε τα «λάθη» που έχουν γίνει. Όποιοι πράτουν με πολιτικό σκοπό και συλλογικά, σίγουρα έχουν εξετάσει τις διαφορετικές επιλογές πριν δράσουν. Έχουν κάνει εκτιμήσεις, έχουν απορρίψει ορισμένες επιλογές, έχουν ζυγίσει όρια και κινδύνους και ξέρουν ότι πάντα υπάρχουν ανεξέλεγκτοι ή και εντελώς αστάθμιτοι παράγοντες. Το κλειδί της συνοχής και της αποσυνοχής δεν βρίσκεται στα διαθέσιμα δεδομένα (ένα κενό που θα συνεχίσει να υπάρχει ακόμα κι αν βρούμε τα δεδομένα που λείπανε την προηγούμενη φορά). Το κλειδί βρίσκεται στις φυσικές δυνατότητες του δρώντος (πρακτικές και διανοητικές, ενεργητικές και «περιβαλλοντικές» κτλ). Άρα, μετά από μια ήττα το ζήτημα δεν είναι να βρούμε τι δεν υπολογίσαμε, αλλά ποιές εμμενείς συνθήκες μας οδήγησαν στο συγκεκριμένο αποτέλεσμα, συνειδητά ή υποσυνείδητα. Μια ήττα μπορεί να ήταν συνέπεια της βέλτιστης πολιτικής απόφασης ή και της βέλτιστης πρακτικής επιλογής. Η ιστορία δεν διορθώνεται, ούτε στο μέλλον.

Τον Οκτώβρη του 2019 δεν ήταν η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας το υποκείμενο που μπήκε σε αδιέξοδο. Η απουσία της οργάνωσης ήταν η αμεσότερη μη περιστασιακή συνθήκη που άφησε ένα κενό οδηγώντας σε ανυπέρβλητες αντιφάσεις. Κι από πάνω της, η γενικότερη συνθήκη της αργομισθίας του ευρωπαϊκού αναρχικού κινήματος που δεν κατάφερε να ξαναβρεί τις επαναστατικές ρίζες του μετά τον 2ο ιμπεριαλιστικό πόλεμο. Είναι το χρόνιο βάλτωμα του κοινωνικού κινήματος στον ελλαδικό χώρο, που δεν κατάφερε να ξαναπάρει τα όπλα μαζικά μετά τον εμφύλιο. Είναι η σήψη της πλειονότητας των πολιτικών οργανωτικών σχημάτων του αντικαπιταλιστικού κινήματος παγκοσμίως, αριστερών κι ελευθεριακών, που παρακολουθούν τις σφαγές των προλετάριων, στους πολέμους, στα σύνορα, στις εξεγέρσεις, στα κάτεργα και τις φυλακές, χωρίς να είναι ικανά να ρίξουν ούτε μια τουφεκιά. Είναι η επικρατούσα κουλτούρα των «ατομικών επιλογών», μιας ζωής που καταναλώνεται ή ποδοπατιέται στο πεζοδρόμιο σαν τσιχλόφουσκα και δεν μπορεί να στρατευτεί ούτε για το ελάχιστο…

Ο βαθμός συλλογικοποίησης καθορίζει αντιστρόφως ανάλογα τον βαθμό της αναγκαίας, αλλά και της ενδεχομένως σχισματικής πρωτοβουλίας και συνακόλουθα τον βαθμό της αναγκαίας υπερβάλουσσας, αλλά και της ενδεχομένως υπεροπτικής αυτοπεποίθησης. Σ’ ένα κατ’ ουσίαν α-κοινωνικό κόσμο, όπου χρειάζεται να ανασυστήσουμε το κοινωνικό σώμα, βαδίζουμε στη μεθόριο αυτών των αντιφάσεων. Δεν αποτελεί σύνορο (δεν έχει προσδιοριστεί από κοινού, εφόσον το κοινό είναι ακόμα κατακερματισμένο), αποτελεί μεθόριο, επίδικο κι επίμαχο έδαφος.

Οι ασυνέχειες των κοινοτήτων υποχρεώνουν σε κρίσιμες πρωτοβουλίες. Η απώλεια συντρόφων και η αποδιοργάνωση συλλογικών πεδίων, με οποιονδήποτε τρόπο κι αν συμβαίνουν, υποχρεώνουν σε πρωτοβουλίες. Έχοντας αναλάβει μια μοναχική ευθύνη, όχι μόνος γενικά, αλλά ειδικά σ’ ένα προγεφύρωμα του αντάρτικου, συνέχισα με μια υπερβάλουσσα αίσθηση καθήκοντος και μια υπέρμετρη αυτοπεποίθηση με καταλυτικά αποτελέσματα. Μα δεν ήταν κάποια υπεροψία αυτή που έφερε μια απομόνωση και παρεπόμενα ένα πλήγμα. Μια τέτοια ψυχολογίστικη ερμηνεία δεν αντέχει στη σύγκριση με την βιωμένη ιστορία. Ήταν η χρονίζουσα ήττα του κινήματος εκείνη που επιχειρήθηκε να απαντηθεί σε μια σειρά χρονικών φάσεων και τελικά αποδεκάτισε όλα τα μαχητικά σχήματα (όχι μόνο τα αντάρτικα). Το οπλοστάσιο που χάθηκε εξαρτιόταν από τις δικές μου ακροβασίες επειδή είχε ήδη εγκαταλειφθεί από το κίνημα, με όλα τα νοήματα ετούτης της διαπίστωσης…

Η απουσία της Οργάνωσης ήταν πρωτίστως μια πολιτική αδυναμία, για την οποία μόνο το κράτος και οι συνοδοιπόροι του μπορεί να χαίρονται. Ήταν μια πληγή στην γραμμή άμυνας και αντεπίθεσης του κοινωνικού κινήματος. Όποια συζήτηση παρακάμπτει αυτή την πραγματικότητα, δεν βοηθάει στο ξεπέρασμά των κοινών αιτίων της. «Οι ένοπλες οργανώσεις έχουν την ευθύνη να οπλίσουν την απόγνωση και τις ελπίδες»…

Η απουσία της Οργάνωσης δεν μπορεί να κριθεί, παρά μόνο με το μέτρο των προταγμάτων, των στόχων, των δεσμεύσεων, των πράξεων της ίδιας. Δίχως την αναγνώριση τους, δεν μπορεί να γίνει ανιληπτή η απουσία. Κάθε αναφορά στο οτιδήποτε αφορά την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας (πχ ένα τουφέκι, ένας καταζητούμενος, η μετωνυμία των δυο προφυλακισμένων σαν μέλη, εισβολές σε σπίτια και βέβαια η ύπαρξη και η απουσία της) οφείλει να ξεκινάει με τη συντροφική πολιτική αναγνώριση (όχι ταύτιση) της δράσης της, του πολιτικού προσανατολισμού της και της ιδιαίτερης συμβολής της. Αυτό ισχύει για κάθε σχέση αλληλεγγύης. Ο απολογισμός της απουσίας μπορεί να ολοκληρωθεί μόνο όταν θα έχει ισχυροποιηθεί ο σκοπός: η «συγκρότηση της πλατιάς ένοπλης κοινωνικής αντίστασης».

Έτσι, τώρα που το κράτος υποτίθεται ότι δικάζει την Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας, είναι η στιγμή να επιστρέψουμε στην ιστορία της, τις παρακαθήκες της, την παρουσία του ίχνους της εδώ και τώρα.

Έχω εξηγήσει ότι δεν μου αναλογεί να τοποθετηθώ προσωπικά σε σχέση με την παρουσία και την λήξη της συγκεκριμένης οργάνωσης. Ως προς τη δράση της, μιλάνε τα κείμενά της. Ως προς την ιστορία της συγκρότησης, της συνέχειας και της λήξης της, είναι μια πολιτική συζήτηση που ανήκει στο αντιστασιακό κίνημα και ειδικότερα σ’ εκείνους που θα συνεχίσουν την ένοπλη πάλη. Σίγουρα αυτή η συζήτηση δεν μπορεί να γίνει μέσα στο πλαίσιο των σεναρίων της καταστολής… Ακόμα και τα πρώην μέλη ή ακόμα και πρώην οργανώσεων δεν έχει νόημα να απολογίζουν δημόσια αν δεν γίνεται στα πλαίσια μιας νέας οργανωτικής προσπάθειας ή έστω προτάγματος και τότε αρκετά συνεσταλμένα. Όταν συμβαίνει το πρώτο, υποκρύπτει και αποκαλύπτει ταυτόχρονα ιδιοτελείς σκοπούς. Από την αυταρέσκεια, μέχρι τη μεταξίωση της ιστορίας σε προσωπικούς και πολιτικούς τίτλους… Οι αναφορές μου στις πράξεις, τον λόγο και τις οργανωτικές παρακαταθήκες των οργανώσεων είχε, έχει και θα έχει ως βάση μόνο όσα οι ίδιες έχουν κάνει ή έχουν πει και τέτοιες αναφορές έχουν νόημα όταν υπηρετούν έναν κοινό προσανατολισμό αγώνα. Οπότε, από την ιδιαίτερη θέση ευθύνης που ανέλαβα για τη συνέχεια του αγώνα, μπορώ σταχυολογώντας να υπενθυμίσω πράξεις και λογική, να επεξηγήσω χωρίς εμβόλιμα στοιχεία και να επικαιροποιήσω χωρίς κουτσουρέματα και αλλοιώσεις.

Το κράτος δεν μπορεί να δικάσει έναν αγώνα που δεν παραδόθηκε στον σπαστήρα του

«Η Οργάνωση Επαναστατικής Αυτοάμυνας έκανε το καθήκον της, όπως μπόρεσε, για όσο υπήρχε ένα συλλογικό σώμα που αναγνώριζε αυτό το καθήκον. Ο καλύτερος πάντα θα λείπει. Η ευθύνη του αντάρτικου ανήκει στην πραγματικότητα κι η ευθύνη της πραγματικότητας ανήκει στο αντάρτικο. Χαίρομαι που ήμουν, είμαι και θα είμαι ενεργό υποκείμενο αυτής της ευθύνης κι όχι θεατής ή παρατρεχάμενος.»

Συνεχίζεται…

Παραπομπές:
1. https://www.athens.indymedia.org/post/1606060/
2. https://www.athens.indymedia.org/post/1601260/
3. «Αντιμιλιταρισμός κι επαναστατικός αναρχισμός: Από τον Έβρο και την καραντίνα, στο πλατφορμιστικό πρόταγμα»
athens.indymedia.org/post/1606583/#1633208
4. https://athens.indymedia.org/post/1603579/

Χατζηβασιλειάδης Δημήτρης
28 Μάρτη 2021

Απαντήστε

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της ΕντάξειΠληροφορίες