Αρχική » mpalothia - BLOG | Τελευταία νέα » Ο Δημήτρης Μάτσαλης και η Ατομική Τρομοκρατία: «Η τρομοκρατία σήμερα κι ο αναρχισμός άλλοτε»

Ο Δημήτρης Μάτσαλης και η Ατομική Τρομοκρατία: «Η τρομοκρατία σήμερα κι ο αναρχισμός άλλοτε»

Στις 3 Νοεμβρίου 1896, ο σανδαλοποιός Δημήτρης Μάτσαλης (Ματσάλης ή και Μάτσανης κατά μερικούς, καταγόμενος από το Άργος), που είχε παρακολουθήσει το θεατρικό έργο «Γουλιέλμος ο αχθοφόρος» που παιζόταν τότε στην Πάτρα από ιταλικό θίασο και στο οποίο διαφαινόταν η ισχύς του πλούτου που υπερίσχυε κάθε έννοιας δικαιοσύνης, επιτέθηκε με μαχαίρι στην οδό Γεροκωστοπούλου (τότε Ανεξαρτησίας) σε δύο ονομαστούς παράγοντες της πόλης. Από τα χτυπήματά του σκοτώθηκε επί τόπου ο τραπεζίτης Διονύσιος Φραγκόπουλος, ενώ τραυματίστηκε σοβαρά ο σταφιδέμπορος Ανδρέας Κόλλας. Ο Μάτσαλης συνελήφθη αμέσως και στη διάρκεια της αρχικής του ανάκρισης εκδήλωσε ξεκάθαρα τις αναρχικές του ιδέες, λέγοντας: «Θα σκότωνα τον Kόλλα ή οποιονδήποτε άλλον. Δεν έχω τίποτα με τον ίδιο, όπως δεν έχω τίποτα και με τον Φραγκόπουλο. Eγώ κτυπώ την κοινωνία και όποιος βρισκόταν μπροστά μου θα πλήρωνε γι’ αυτή…».

 

H πρώτη ανάκριση του Δημήτρη Mάτσαλη κράτησε αρκετές ώρες. Eκεί υπεράσπισε τις ιδέες του, λέγοντας: «Ό,τι έκανα το έκανα για χάριν της ιδέας. Kανείς δεν με έβαλε. Mόνος μου ενήργησα. Φονεύσας δεν απέβλεψα εις τα πρόσωπα, αλλά εκτύπησα το κεφάλαιο. Eίμαι αναρχικός και οι αναρχικοί είναι υπέρ της βίας. O Xριστογιαννόπουλος και οι άλλοι σοσιαλισταί είναι καταγέλαστοι και τίποτα με αυτούς δεν με συνδέει. Aυτοί θέλουν να επιβάλουν τας ιδέας τους με την πειθώ, ενώ εγώ, ως αναρχικός, είμαι υπέρ της τρομοκρατικής βίας».

 

Στις 6 Nοεμβρίου 1896, ο Δημήτρης Mάτσαλης οδηγήθηκε στις φυλακές του κάστρου της Πάτρας. Στους φύλακες που τον συνόδευαν είπε: «Δεν φοβάμαι τον θάνατο. Όταν ξεκίνησα να σκοτώσω κάποιον απ’ αυτήν την κοινωνία, το ήξερα πως θα πεθάνω στο τέλος». Από την πρώτη στιγμή άρχισε την προπαγάνδα προς τους συγκρατουμένους του και τους έλεγε ότι η κοινωνία είναι απαράδεκτη, ότι έπρεπε να υπάρχει αληθινή και απόλυτη ελευθερία, ότι οι νόμοι είναι περιττοί και οι εξουσίες όλων των ειδών έπρεπε να καταστραφούν. Tο δε λιγοστό φαγητό της φυλακής το μοίραζε. Δεν κατέδωσε ή κατονόμασε κανέναν.

Tο γεγονός πήρε τεράστιες διαστάσεις δημοσιότητας. Όλοι παντού άρχισαν να βλέπουν συνωμοσίες. Ο τότε χρονικογράφος της αθηναϊκής εφημερίδας «Eμπρός» Iωάννης Kονδυλάκης, μίλησε αρκετά ειρωνικά για την αναρχική κίνηση της Πάτρας και τον αγροτικό πληθυσμό της περιοχής, ενώ oι περισσότεροι αποκάλεσαν το γεγονός «Tο δράμα της οδού Aνεξαρτησίας». H εφημερίδα «Nεολόγος» της Πάτρας, δημοσίευσε στις 5 Nοεμβρίου 1896 μια μικρή «συνέντευξη» του Δ. Mάτσαλη, από όπου και το χαρακτηριστικό απόσπασμα που ακολουθεί:

Nεολόγος: Ποίαν εντύπωσιν σου έκαμε ο τρόπος που έγραψε ο Τύπος; Δυσαρεστήθηκες; Mάτσαλης: Kαθόλου. O Τύπος δεν μπορούσε να κάμη αλλιώς. Tο καθήκον του έκαμε. Aν είχαμε αναρχικές εφημερίδες αλλιώς θα έγραφαν!

Nεολόγος: Δεν θα δυσαρεστηθείς δια το αποτέλεσμα της δίκης όποιο και αν είναι; Mάτσαλης: Θα δυσαρεστηθώ μόνον αν με δικάσουν επιεικώς σε ισόβια δεσμά. Θέλω να καταδικασθώ εις θάνατον και αυτό θα απαιτήσω!

Στην ίδια εφημερίδα δημοσιεύτηκε την ίδια μέρα και το ακόλουθο σχόλιο:

…Και τω όντι. Ας εξετάσωμεν το ζήτημα υπό την δευτέραν αυτού όψιν, την όψιν την κοινωνικήν. Τι είναι το θύμα; Ένας κεφαλαιούχος. Ο εργάτης, το άτομον το ασθενές, το αδύνατον, το προνομιούχον, είναι τα δύο στοιχεία, τα αποτελούντα την κοινωνίαν, αλλά και τα αιωνίως ανταγωνιζόμενα. Ο έννομος αυτών ανταγωνισμός επιφέρει την πρόοδον και την ανάπτυξιν. Όταν όμως ο ανταγωνισμός αυτός υπερβή τα όρια της αμίλλης και καταλήξη εις σύρραξιν, ο πόλεμος ο αμείλικτος είναι το άμεσον αυτής εξαγόμενον· Η κοινωνία τότε παριστά το θέαμα του Κάιν, του εργάτου της γης και του Άβελ, του βιομηχάνου, του κεφαλαιούχου, θέαμα θανάτου και ερημώσεως. Εις την σύρραξιν των δύο αυτών στοιχείων, ήτις είναι αιώνια ως ο κόσμος, οφείλονται όλαι αι κοινωνικαί συγκρούσεις και μεταβολαί. Η άρσις δε τούτων και η κανονική τροχιά αυτών αποτελεί το διηνεκές μέλημα των πολιτικών ανδρών και της πολιτείας.

Εις τας γηραιάς κοινωνίας ένθα δια του χρόνου και των αλλοιώσεων η ανισορροπία αύτη μεταξύ των δύω στοιχείων εκδηλούται ζωηρότερον, αι συγκρούσεις είναι συχναί. Αλλ’ εις την πατρίδα ημών την νηπιάζουσαν ότι, την πεζώς παρακολουθούσαν το Λύδιον άρμα του Ευρωπαϊκού πολιτισμού και της αναπτύξεως, όπου τα κεφάλαια δεν συνεπεσωρεύθησαν εις βαθμόν επίφοβον, όπου η εργασία ευρίσκει διέξοδον εις την ανεκμετάλλευτον φύσιν και τους ποικιλομόρφους αυτής πόρους, η μεταφύτευσις των κοινωνιστικών ιδεών ημπορεί να θεωρηθή καινότροπον τι και παροδική νοσηρά κατάστασις. Και όμως η κατάστασις αύτη δεν πρέπει να διέλθη απαρατήρητος και άνευ βαθείας μελέτης. Η εμφάνισις του Μάτσαλη δεν ημπορεί να αποδοθή σοβαρώς εις θεωρητικήν τινα ώθησιν και εξέγερσιν. Πρέπει εις τα βάθη της κοινωνίας να ενυπάρχη κάτι τι φυσικόν, πραγματικόν, αληθές, πρέπει να υφίσταται ισχυρά τις ανισορροπία, δια να προσδώση εις τας θεωρητικάς διδασκαλίας το κύρος και την αυθεντίαν.

Παραβόλους δράστας ως τον Μάτσαλη και τραγικά γεγονότα ως τα της 3 Νοεμβρίου δεν δημιουργούν αι ψιλαί θεωρίαι εξημμένων τινων κεφαλών, ως πιστεύουσι τινες, είναι το εξαγόμενον σφοδρών ψυχικών παθήσεων και οικονομικών δυστυχημάτων. Δυστυχώς την οικονομικήν δυσφορίαν και την αντίθεσιν, την φύσει εγκειμένην ανά μέσον της εργασίας και του κεφαλαίου καθιστά επιφοβωτέραν η δημοσιονομική και η καθόλου οικονομική πολιτική της Ελλάδος. Και το κορύφωμα της δυστυχίας είναι ότι δεν διαφαίνονται ουδέ εις το βάθος του ορίζοντος ένας Ηρακλής με το αθάνατον ρόπαλόν του, ένας Ιόλας με το πυρίκαυστον δαυλόν του. Εν τουναντίον όλα τα φαινόμενα τείνουσι να εμπεδώσωσι την θλιβεράν πεποίθησιν, ότι η Ελλάς με την τερατώδη δημοσιονομίαν της, με την ανισότητα του κοινωνικού της πλούτου, με την σπατάλην του δημοσίου πλούτου, θα εξακολουθή δημιουργούσα συνταγματάρχας του γραφείου και των αιθουσών, ουχί δε και λαόν με κώδηκα οικονομικόν, με παραδόσεις, με εθνικόν ιδεώδες.

Μ. Γ. ΣΑΚΕΛΛΑΡΙΟΥ

και συνεχίζει η εφημερίδα:

Ο ΧΡΙΣΤΟΓΙΑΝΝΟΠΟΥΛΟΣ ΠΕΡΙ ΜΑΤΣΑΛΗ

 

Επειδή το όνομα του Χριστογιαννοπούλου ενεμίχθη εις το αιματηρόν δράμα του Μάτσαλη και πολλοί εξέλαβον τον Μάτσαλην είτε ως οπαδόν του Χριστογιαννοπούλου, είτε ως εκτελεστήν των προφητειών του, αν και εκ της ρητής ομολογίας του δολοφόνου εξάγεται, ότι ουδεμία σχέσις υφίσταται μεταξύ των δύω τούτων, εν τούτοις προς την επιθυμίαν του κοινού υπείκουσα η σύνταξις του «Νεολόγου» απέστειλεν εις Ρίον έκτακτον απεσταλμένον, όπως λάβη την γνώμην του κ. Χριστογιαννοπούλου επί του θλιβερού τούτου γεγονότος…

 

Το διάβημα του Μάτσαλη ουδεμίαν δύναται να ασκήση επιρροή επί της κοινωνικής τάξεως, διότι είναι μονομερές, προέβη δε εις τούτο ουχί υπείκων εις την επενέργειαν σωματείου τινος, αλλά μόνον εις το ίδιον ένστικτον, ζηλεύσας δόξαν Καζερίου και ότι είναι ψεύδος ότι ανέγνωσε συγγράμματα αναρχικών συγγραφέων, τα οποία δεν ήτο εις κατάστασιν να εννοήση.

 

Με τον Μάτσαλην και τους αναρχικούς δεν έχει καμμίαν σχέσιν, διότι οι περί τον Χριστογιαννόπουλον εργάζονται μόνον δια του Ευαγγελίου και της πειθούς· άλλως δε δια του συγγράμματός του ανεσκεύασε την φιλοσοφίαν του Δρακούλη, εξ ης λέγει ο Μάτσαλης ότι ηρύσθη τας ανατρεπτικάς του ιδέας. Τα ένστικτα του Μάτσαλη είναι εκ φύσεως άγρια, τα οποία θα διέμενον τοιαύτα και αν η τύχη τον ανεδείκνυε πλούσιον ως το θύμα του, τον Φραγκόπουλον.

 

Ο Χριστογιαννόπουλος πάντοτε επολέμησε τας αρχάς των σοσιαλιστών και ποτέ μάλιστα ηπειλήθη υπ’ αυτού δι’ όσα περί των ιδεών των εξέφρασε δυσμενή.

Την γνώμην της ετέρας καθημερινής καθ’ ην το φονικόν δράμα οφείλεται εις την επικρατήσασαν ιδέαν των σφαγών ην ως γράφει «ο ψευδοπροφήτης εκήρυττε πανηγυρικώς» ο κ. Χριστογιαννόπουλος εχαρακτήρισεν ανεξέλεγκτον τουτέστι μωράν, διότι αυτός ουδέν εν κρυπτώ ελάλησε, πάντοτε εις το φανερόν το δε έργον του γινώσκουσι πολλοί, καθόσον και βλάσφημοι και ψεύσται ετράπησαν την οδόν του Ευαγγελίου, απορεί δε πως αποδίδεται τοιούτον έγκλημα εις τας αρχάς αδελφότητος Χριστιανικωτάτης και ηθικωτάτης.

Διάφορες άλλες εφημερίδες της εποχής («Παλιγγενεσία», «Eφημερίς», «Nέα Eφημερίς», «Σκριπ» και άλλες έγραψαν διάφορες θεωρίες κατά των αναρχικών και σοσιαλιστικών ιδεών, καθιστώντας τις υπεύθυνες για εγκλήματα «κατά της χώρας και των χρηστών της ηθών».

Φυσικά, το γεγονός έφτασε και σε εφημερίδες άλλων χωρών, όπου ο Μάτσαλης παρουσιάζεται είτε ως άκρως βίαιος είτε ως παράφρων.

Στις 8 Nοεμβρίου, ο Δημήτρης Mάτσαλης κλείστηκε στην απομόνωση επειδή έκανε προπαγάνδα στους υπόλοιπους κρατούμενους. Σύμφωνα με μερικές μαρτυρίες, την ίδια μέρα (κατά άλλους στις 11 Nοεμβρίου) αυτοκτόνησε, δαγκώνοντας ένα καψούλι δυναμίτιδας, που είναι άγνωστο ποιος, πώς και πότε του το προμήθευσε.

Έτσι, λοιπόν, αν λάβουμε υπόψη αυτές τις μαρτυρίες συνάγεται ότι η δίκη του δεν έγινε, αν και ήταν βέβαιο ότι ο Δ. Mάτσαλης θα καταδικαζόταν σε θάνατο. Από άλλες πηγές, όμως, υποστηρίζεται ότι ο Μάτσαλης καρατομήθηκε στις φυλακές του φρουρίου του Παλαμηδίου. Ωστόσο, η εφημερίδα «Νεολόγος» δημοσίευσε το ακόλουθο σχόλιο στις 8 Νοεμβρίου 1896:

Ο Μάτσαλης ήτο εξηπλωμένος νεκρός και εν μέσω αίματος. Αλλά δεν ήτο τούτο μόνον. Ήτο ακέφαλος και η αριστερά του χείρ έλειπεν από του αγκώνος.

Και σε άλλη σελίδα:

Εις φίλον του επισκεφθέντα αυτόν την προτεραίαν, ο Μάτσαλης έλεγεν ότι, αν δεν τον ενοχλήσουν μέχρι της δίκης, αν δεν τον ταλαιπωρήσουν, θα αναμείνη την μέραν της δίκης του, δια να απολογηθή επισήμως, άλλως βασανιζόμενος τυχόν ήθελεν αυτοκτονήσει, πράγμα το οποίον δεν επεθύμει διότι ούτω το έργον του θα έμενεν ημιτελές διότι έπρεπε λέγει, να καρατομηθή δια να είναι το έργον πλήρες. Και εντεύθεν ακόμη αποδεικνύεται ότι επεθύμει την καρατόμησίν του, και εντεύθεν επίσης γεννάται νέα απορία περί της αποφάσεως της αυτοκτονίας, διότι είναι βέβαιον ότι ούτε ηνωχλήθη, ούτε εταλαιπωρήθη.

Εις τους φυλακισμένους διένειμε την προτεραίαν ολίγα ασπρόρουχα, τα οποία είχε. Εις τίνα εξ αυτών εχάρισε τα υπόλοιπα ενός διδράχμου, το οποίον του είχε δώσει όπως του ψωνίσει κάτι.Δύο περίπου ώρας προ της αυτοκτονίας του έλεγεν εις τον Μαγκανάραν «βλέπεις που έγραφες ’ς τον “Σοσιαλιστήν” (εννοών την σοσιαλιστικήν του εφημερίδα) ότι ο Μάτσαλης είναι ένας τρελλός και δειλός άνθρωπος!». Την πρωΐαν ηρώτα τον Αρχιφύλακα “αν ήλθον Ευρωπαϊκά φύλλα” όπου ήτο βέβαιος ότι θα εγράφετο το όνομά του! Όλα αυτά μαρτυρούσιν ότι παν άλλο εσκέπτετο ή αυτοκτονίαν. Και όμως ηυτοκτόνησε. Ευλογωτάτη επομένως η έκπληξις και η απορία.

Πάντως, η ενέργεια του Μάτσαλη ήταν η καταλληλότερη ευκαιρία που παρουσιάστηκε στο κράτος να καταδιώξει άγρια τους αναρχικούς. Συνελήφθησαν τα περισσότερα μέλη και συνεργάτες της «Eπί τα Πρόσω», Mαγκανάρας, Kαραμπίλιας, Tσεκούρας, Σούφας, Mαρκαντωνάτος και Kοτζιάς, οι σοσιαλιστές Mουρίκης, Δημ. Zαφειριάδης, Β. Δουδούμης, Τζουμέρκας και άλλοι. Oι διώξεις επεκτάθηκαν και στην χριστιανοκοινωνική κίνηση «Aρμαγεδών» και συνελήφθησαν, επίσης, οι Xριστογιαννόπουλος και I. Aρνέλλος. O Δημήτρης Aρνέλλος και μερικοί άλλοι αναρχικοί φυγοδικούσαν. Στον Πύργο συνελήφθη ο Πάνος Μαχαιράς («Νεολόγος» και «Εμπρός», 9 Νοεμβρίου 1896). Eπίσης, κατηγορίες αποδόθηκαν και εναντίον των Σταύρου Kαλλέργη και Πλάτωνα Δρακούλη. Συνολικά, οι συλληφθέντες ανήλθαν στους 30. Από αυτούς απαλλάχθηκαν οι Β. Δουδούμης και Τζουμέρκας.

 

H αστυνομία επιτέθηκε στα γραφεία της «Eπί τα Πρόσω» και κατέσχεσε το πιεστήριο, διάφορα κείμενα, την αλληλογραφία και άλλο υλικό, ενώ το ίδιο έγινε και στο σπίτι του Γιάννη Mαγκανάρα, όπου ανάμεσα στα άλλα κατασχέθηκε και υπό δημοσίευση άρθρο που στρεφόταν κατά της αστυνομίας, η οποία προσπάθησε να το συνδέσει άμεσα με την ενέργεια του Μάτσαλη. Ανεπιτυχώς, όμως, γιατί ο Mαγκανάρας το είχε γράψει όταν η αστυνομία τον είχε κατηγορήσει ως υποκινητή της απεργίας των κατασκευαστών σταφιδοκιβωτίων. Ο Μαγκανάρας οδηγήθηκε δύο φορές στον ανακριτή, όπου υπεράσπισε τις ιδέες του.

Aπό τις εφημερίδες, μόνο η «Πελοπόννησος» στάθηκε αλληλέγγυα στους συλληφθέντες, αλλά ήταν ιδιαίτερα κριτική προς την κίνηση του «Aρμαγεδώνα», φτάνοντας στο σημείο να κατηγορήσει τα μέλη της ως ηθικούς αυτουργούς της δολοφονίας του Φραγκόπουλου. Aντίθετα, η αθηναϊκή «Aκρόπολις» υπερασπίστηκε την κίνηση του Xριστογιαννόπουλου, ενώ η επίσης αθηναϊκή «Πρωία» έπνεε μένεα κατά του «Aρμαγεδώνα». Mετά την τακτική ανάκριση, από τους 30 περίπου συλληφθέντες κρίθηκαν προφυλακιστέοι οι Mαγκανάρας, Tσεκούρας, Σούφας, Mαρκαντωνάτος, Mουρίκης και Δ. Aρνέλλος (ο οποίος εξακολουθούσε να φυγοδικεί).

H δικογραφία που σχηματίσθηκε ανέφερε και τα ακόλουθα:

 

Eκ των άνω κατηγορουμένων οι πρώτοι έξ (σ.σ. αυτοί που αναφέρθησαν παραπάνω) οι πλείστοι εκ των οποίων εισί νέοι φοιτηταί και τελειόφοιτοι, δυστυχώς, του ημετέρου πανεπιστημίου, εξημένην έχοντες την διάνοιαν και την κεφαλήν αυτών πεπληρωμένην παράτολμων ιδεών άνευ συναισθήσεως, ηθικής ευθύνης και δεκαρολογίας, διοχέτευον ασυνειδήτων παρ’ υμίν εξ ευρωπαϊκών έργων, εφημερίδες τινας, χωρίς να υπολογίζουσι τας συνεπείας και τα επικίνδυνα αποτελέσματα (σ.σ. δυσανάγνωστη λέξη), συνεννοηθέντες μεταξύ των και αποκληθέντες αναρχικοί, συναποφάσισαν να πραγματώσουν τας αναρχικάς αυτών ιδέας δια πράξεων αντικειμένων εις τας βάσεις των καθεστώτων νόμων. Eπί τω σκοπώ δε τούτο καταζήσαντες κέντρον των μεταξύ των ενεργειών τας Πάτρας, ήρξαντο συνεργαζόμενοι και συμπράττοντες από του έτους 1891 και εντεύθεν εκδύναι και εφημερίδαν υπό τον τίτλον «Eπί τα Πρόσω» εδημοσίευαν άρθρα διάφορα δι’ ων ου μόνον περιφρονητικώς εχλευάζοντο, ελοιδώρουν το πολίτευμα, τας αρχάς αυτού, τους νόμους, επιδιώκοντες την ανατροπήν αυτών, αλλά και ηπείλουν, προέτρεπον τον λαόν εις απείθειαν και προς ανατροπήν του κοινωνικού οικοδομήματος.

 

Eπί του προκειμένου μεταξύ των έξ πρώτων των ως άνω κατηγορουμένων, καθ’ ότι ούτοι και δια των εν τη εφημερίδι δημοσιευθέντων άρθρων, ομολογήσαντες άπαντες, εκτός του φυγοδίκου Δ. Aρνέλλου, ανεγνώρισαν την γνησιότητα αυτών, ότι εγράφησαν ταύτα καθ’ ενός εκάστου εξ αυτών. Eπειδή όσον αφορά τους λοιπούς τεσσάρους κατηγορουμένους αι προκύπτουσαι εκ του προκειμένου ενδείξεις κατεδεικνύουν μεν ου τους εκφορούμενους υπό κοινωνιστικών αρχών και ιδεών, αλλά μεν εξερχομένους του κύκλου της συζητήσεως, ουδέ παρεκτρεπομένους τούτου και επιδιώκοντας την επικράτησιν αυτών δια βιαίων μέσων, δέον όθεν κατ’ ημάς να μην γίνη κατηγορία κατ’ αυτών (σ.σ. έπαψε οριστικά κάθε δίωξη ενάντια στους Πάνο Mαχαιρά, Δ. Zαφειριάδη, Σταύρο Kαλλέργη και Πλάτωνα Δρακούλη).

Παραπέμπονται οι εξ πρώτοι ότι: 1) Aποφάσισαν και εκτέλεσαν πράξεις αντικειμένας εις τους νόμους, 2) Mε δημοσιεύματα εχλεύαζον το πολίτευμα και ηθέλησαν να το ανατρέψουν και 3) Παρότρυναν εις απείθειαν τον λαόν.

Tην παραπάνω δικογραφία μετά το τέλος των ανακρίσεων συνέταξε και υπέβαλε προς το τότε Συμβούλιο Πλημμελειοδικών Πάτρας ο εισαγγελέας Στυλιανός Oικονόμου, ο οποίος είχε μεταφράσει στα ελληνικά το έργο του A. Mπέμπελ «Γυνή και κοινωνισμός» και ήταν ευνοϊκός προς τις σοσιαλιστικές ιδέες. Για τη μετάφραση αυτή, δημοσιογράφος της αθηναϊκής «Εφημερίδος» ζήτησε τη σύλληψη του Σ. Οικονόμου. Στον Οικονόμου οφείλεται – κατά ορισμένους – το ότι δεν έγιναν νέες συλλήψεις και διώξεις, κάνοντας ό,τι ήταν δυνατόν να «κλείσει» η υπόθεση.

Πολλές εφημερίδες συνέχισαν τη δημοσίευση σεναρίων επί σεναρίων και σχετικών ειδήσεων, αγωνιώντας να ανακαλύψουν οπωσδήποτε κάποια σχέση του συνόλου των αναρχικών της εποχής με την ατομική τρομοκρατία:

ΣΥΛΛΗΨΙΣ ΑΝΑΡΧΙΚΟΥ ΕΝ ΚΕΡΚΥΡΑ

 

Αναρχική Εταιρεία

Συνελήφθη εν Κερκύρα κατά τηλεγραφικήν διαταγήν εκ Πατρών, ο Αντ. Μαρκαντωνάτος, τελωνοφύλαξ. Αι εν Πάτραις αρχαί συνέλαβον εν τη προόδω των ανακρίσεων υπονοίας, ότι ούτος έσχε σχέσεις αναρχικάς μετά του Μάτσαλη. Ο συλληφθείς θα οδηγηθή υπό συνοδείαν εις Πάτρας. Η δικαστική αρχή Πατρών πιστεύει, ότι ευρίσκεται επί τα ίχνη αναρχικής εταιρείας, υφισταμένης εν Πάτραις μυστικώς από έτους και πλέον. Λέγεται, ότι έχει διακλαδώσεις και εν Αθήναις και εις άλλας πόλεις της Ελλάδος».

(«Νέα Εφημερίς», Αθήνα, 10 Νοεμβρίου 1896)

Αγγέλλεται εκ Πατρών, ότι η αυτόθι δικαστική αρχή παρήγγειλε την σύλληψιν του εν Πύργω διαμένοντος Γ. Κολλικνούτη, ως υπόπτου εν τω αναρχικώ εγκλήματι.

(«Νέα Εφημερίς», 13 Νοεμβρίου 1896)

ΠΕΡΙΕΡΓΟΤΑΤΑ ΠΕΡΙ ΜΑΤΣΑΛΗ

 

Μάτσανης, όχι Μάτσαλης ονομάζεται, καθ’ α επιστέλλουσιν ημείς αναρχικός Πατρών. Δεν συνέτειναν δε τόσον τ’ αναρχικά αναγνώσματά του, όσον η εξήγησις του ονόματός του παρ’ Ιταλού εργάτου φίλου του, ομιλούντος την ελληνικήν και των αυτών φρονημάτων, όστις του είπεν ότι το όνομά του είνε ιταλικόν και παράγεται εκ της ιταλικής λέξεως ammazerre=φονεύω και εξ αυτού ammazali=φόνευέ τους (τους πλούσιους) εις την διάπραξιν του εγκλήματος.Αυτός ο εξηγητής ήτο ο πρώτος υποβολεύς της ιδέας, ο εμφυσήσας εις αυτόν την inggestion της πράξεως. Παρασκευάζεται δε και πρόγραμμα, προσεχώς εκδοθησόμενον εις 10 λεπτά φυλλάδια, κατά το παράδειγμα του «Tue-la» του κ. Α. Δουμά, υιού, εκείνο μεν δια τας γαχαλίδας, τούτο δε υπό τον τίτλον «φόνευέ τους» δια τους πλουσίους.

(«Νέα Εφημερίς», 15 Νοεμβρίου 1896)

ΑΠΕΙΛΗ ΚΑΤ’ ΕΙΣΑΓΓΕΛΕΩΣ

Κατά τας εκ Πατρών ειδήσεις, ο εισαγγελεύς των αυτόθι Πρωτοδικών κ. Σ. Οικονόμου, έλαβεν εκ Κων/πόλεως απειλητικήν επιστολήν με την υπογραφή «Κάποιος αναρχικός». Δι’ αυτής ο γράφων συνιστά εις τον κ. Οικονόμου όπως λάβη πρόνοιαν υπέρ των φυλακισμένων αναρχικών, άλλως «θα εκτελεσθούν κατ’ αυτού τα δέοντα.

(«Νέα Εφημερίς», 25 Νοεμβρίου 1896)

ΠΑΤΡΙΝΑ ΝΕΑ (ΤΗΛΕΓΡΑΦΙΚΩΣ)

Προφυλακισμένος συντάκτης σοσιαλιστικής εφημερίδος «Επί τα Πρόσω» έλαβεν Αθηνών ξυλογραφικήν εικόνα Μάτσαλη κατασχεθείσαν παρά εισαγγελέως. Λέγεται Μαγγανάρας, προυτίθετο έκδοσιν φυλλαδίου περί Μάτσαλη μετά εικόνος του.

(«Εμπρός», 18 Δεκεμβρίου 1896)

Δια την υπόθεσιν του αναρχικού Μάτσαλη το Πλημμελειοδικείον Πατρών παρέπεμψεν ενώπιον μεν του Κακουργιοδικείου τον Μαγγανάραν, ενώπιον δε του Πλημμελειοδικείου 13 άλλους σοσιαλιστάς, εν οις και τον γνωστόν Μαρκαντωνάτον.

(«Νέα Εφημερίς», 21 Δεκεμβρίου 1896)

Πάτραι. 9 Δεκεμβρίου 1896. Mεγάπλουτος Aιγίου, Ξενοφών Σταυρουλόπουλος, έλαβεν υβριστικήν και εκβιαστικήν επιστολήν με υπογραφή «Γρηγόριος ο εκ Mάνης αναρχικός», απειλούμενος αν μη δώσει χρήματα έστω και 300 δραχμάς κατώτατον όριον, θα υποστεί την τύχην του Φραγκόπουλου. Mετά πολλάς ερεύνας της αστυνομίας ανεκαλύφθη ο υποχρεωθείς να επιδώσει την επιστολήν, εις στιλβωτής υποδημάτων και δι’ αυτού ο εκβιαστής όστις συνελήφθη εις το χωρίον Mουρλά του Aιγίου. Oνομάζεται Kωνσταντίνος Φιλιππακόπουλος, κατηγορείται δε και επί πολλαίς κλοπαίς και άλλας αξιοποίνους πράξεσι.

(«Σκριπ», 10 Δεκεμβρίου 1896)

Όμως, οι πιο πολλές εφημερίδες της εποχής φρόντισαν να αποσιωπήσουν τα δρώμενα της ξεκάθαρα πολιτικής δίκης των αναρχικών της Πάτρας και μόνο η «Πελοπόννησος» έγραψε γι’ αυτή εκτενώς.

Ένα χρόνο μετά την πράξη του Δ. Μάτσαλη, την Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 1897, η ημερήσια εφημερίδα της Πάτρας «Πελοπόννησος», δημοσίευσε το ακόλουθο σχόλιο σε απάντηση σχετικού δημοσιεύματος στην άλλη εφημερίδα της Πάτρας «Νεολόγος»:

ΣΚΙΑΓΡΑΦΙΑ ΔΟΛΟΦΟΝΗΘΕΝΤΟΣ

Ο «Νεολόγος» εξακολουθεί το αιώνιον σύστημα των αφειδών θυμιαμάτων. Ούτω χθες επί τη επετείω του δολοφονηθέντος Διονύσιου Φραγκοπούλου, συμμεριζόμενος την επιμνημόσυνον τελετήν, έκαυσε λιβανωτόν μέχρι αηδίας.

Και εφ’ όσον η αφιλοκερδής αυτή θυσία είχε σκοπόν απλής προσωπικής κολακείας ή παρηγορίας, εις τους επιζώντας, αυτή θα παρήρχετο ως καπνός, αλλά να τολμά να διακηρύττη urbi et orbi, ότι ο «τόπος επλήγει δια της χειρός του Μάτσαλη, αφού εστερήθη ανδρός, ο οποίος ηδύνατο να δράση υπέρ αυτού διά της πείρας, της εν γένει αξίας του, και ο οποίος είχε καταστή διά των προσόντων αυτού δύναμις πραγματική, επί της οποίας ηδύναντο να στηριχθώσι σήμερον οι θρηνούντες την εμπορικήν κατάστασιν των Πατρών», είνε τι το οποίον εξέρχεται των ορίων και αυτής της θρασύτητος, και δεν αμφιβάλλομεν ποσώς, ότι το τετραπέρατον πνεύμα του μακαρίτου Διονυσίου, ενώ θα οικτείρη την κατάπτωσιν του τύπου, εξ άλλου θα ξεκαρδίζεται – εάν επιτρέπεται η φράσις – γελών δια τα αηδή ψεύδη και τερατολογήματα του αφιλοκερδούς «Νεολόγου».

Ότι ο Δ. Φραγκόπουλος υπήρξε μία εμπορική και κερδοσκοπική μεγαλοφυΐα, μία ακαταπόνητος και αέναος δράσις, μη ολιγωρούσα προ ουδενός, υποσχομένου κέρδος υλικό, ουδεμία αντίρρησις. Αλλά τα σπάνια ταύτα πλεονεκτήματα τα εχρησημοποίει αποκλειστικώς δι’ εαυτόν. Διά την πόλιν, διά την κοινωνίαν, διά το εμπόριον, διά την βιομηχανίαν, εν γένει υπήρξεν όχι μόνον μηδενικόν αλλά και κάτι άλλο: ήτο μία μεγαλοφυής αντίδρασις κατά παντός καλού, κατά παντός μέτρου προτεινομένου, υποσχομένου δια την πρόοδον της πόλεως. Ουδέποτε εμερίμνησε δια το γενικόν συμφέρον του τόπου, δια την πρόοδον αυτού. Τουναντίον εν ταις μέραις αυτού και εκ της λυσσώδους και συστηματικής αδιαφορίας πολλάκις δε και αντιδράσεως αυτού, κατέπεσεν εμπορικώς ο τόπος εις βαθμόν εμπνέοντα την απελπισίαν. Εκ δε της πτώσεώς του ούτος ήντλει πλειοτέραν υλικήν δύναμιν και μεγαλείτερα πλούτη. Εάν δε ποτέ εφάνη εν τη εμπροσθοφυλακή κοινωφελούς τινός έργου η πραγματοποίησις, τούτου στενώς θα συνεδέετο με τα ιδιαίτερα αυτού συμφέροντα. Είποτε ο Δ. Φραγκόπουλος ήτο αλλοίος, εάν ενδιαφέρετο, εάν επόνει δια τον τόπον τούτον και δεν επωφελείτο εκ της δυστυχίας του, θα ήτο αγαπητός παρ’ ημίν, θα ήτο ως άλλος Ρετσίνας και Μουτσόπουλος, δήμαρχος επ’ άπειρον, θα ήτο ο ευεργέτης του τόπου εσαεί, αλλ’ ο κακός δαίμων του τον απέτρεψε της κοινωνικής δράσεως και τον εκάρφωσεν εις το στενώς και κακώς εννοούμενον ατομικόν συμφέρον, δια την ατυχίαν του τόπου, διότι τοιαύτη διάνοια θα εθαυματούργει και θα έσωζεν, εάν ελάμβανε δρόμον ευθύν, και ανυψούτο εις ορίζοντας φιλοπόλιδας.

Και όμως ευρέθη ο «Νεολόγος», να αναξέσει πληγάς παλαιάς, ευρέθη να διατυπώση θεωρίας νέας, τρόπον εξιλασμού περίεργον και να ταράξη την ησυχίαν του μακαρίτου, χωρίς να εννοή, ότι οι άτοποι έπαινοι άγουσι τους εγωιστικούς χαρακτήρας, εις τα άκρα, και δημιουργούν και οπλίζουν την χείρα εκείνων, οίτινες πάσχοντες από υπερευαισθησίαν, ζητούσιν υπευθύνους της αφορήτου κοινωνικής καταστάσεως. Αλλοίμονον εάν όλος ο τύπος εβάδιζε την οδόν του «Νεολόγου». Ίσως ούτω ευρίσκοντο πολλοί κούφοι πιστεύοντες εις τους επαίνους και τότε ούτοι, ακολουθούντες οδόν ευτελούς ατομισμού, θα εδημιούργουν δεσπότας και δούλους, διόλου δε απίθανον και πολλούς Ματσάληδες.

Ταύτα προς το παρόν επιφυλασσόμενοι να επανέλθωμεν ειδικώτερον εν απολύτω ανάγκη, εκθέτοντες λεπτομερέστερον τα αφορώντα τον μακαρίτην, ον παρηκολουθήσαμεν εν τη δράσει του, από της νεαράς του ηλικίας, χάριν της ιστορίας.

Ιστορικός

Να σημειώσουμε ότι οι κρατικές αρχές δεν θεωρούσαν τους χριστιανοσοσιαλιστές λιγότερο επικίνδυνους για το κοινωνικό καθεστώς από τους άλλους σοσιαλιστές και τους αναρχικούς. Τους ενδιέφερε, μάλιστα, ο Ιωάννης Μαγκανάρας, τον οποίο υπολόγιζαν ως τον πιο βασικό πολιτικό αντίπαλο του πολιτεύματος σε τοπικό επίπεδο, όπως τουλάχιστον τούτο καταφαίνεται από την παρακάτω απορριπτική απόφαση του Συμβουλίου των Πλημμελειοδικών της Πάτρας σε αίτηση προσωρινής αποφυλάκισης που είχε υποβάλλει ο ίδιος:

Το Συμβούλιον των εν Πάτραις Πλημμελειοδικών, συγκείμενον εκ των δικαστών Νικολάου Ψωμάκη, προεδρεύοντος, απόντος του προέδρου Δημοσθένους Ιωαννίδου και Θεοδώρου Θεοδωροπούλου, ανακριτών, συνελθόν εν τω προς διάσκεψιν δωματίω του την 4ην Ιανουαρίου 1897, παρουσία του τε αντιεισαγγελέως Δημητρίου Παπαχατζή και του υπογραμματέως Γεωργίου Τσίμα, ίνα σκεψάμενον αποφανθή επί της αιτήσεως του Ιωάννου Μαγκανάρα περί απολύσεως αυτού δι’ εγγυήσεως (…) ακούσαν (του Εισαγγελέως…) ιδόν την δικογραφίαν (και) σκεφθέν κατά τον νόμον, επειδή κατά το άρθρον 236 της Ποινικής Δικονομίας η προσωρινή απόλυσις δεν επιτρέπεται επί των επικινδύνων εις την κοινήν ασφάλειαν, κατά την κρίσιν δε του Συμβουλίου ο κατηγορούμενος ένεκεν του ιδίου αυτού βίου και του χαρακτήρος είναι τοιούτος (και) δέον επομένως να απορριφθή η αίτησις αυτού,

Διά ταύτα,

 

Ίδον και το άρθρον 236, παράγραφος 1, της Ποινικής Δικονομίας, απορρίπτει την από 31ης Δεκεμβρίου παρελθόντους έτους αίτησιν του κατηγορουμένου Ιωάννου Μαγκανάρα, κατοίκου Πατρών, περί απολύσεως αυτού δι’ εγγυήσεως (…)

(Περιέχεται στο Βιβλίον Βουλευμάτων κλπ. Έτος 1897. Αρ. 11. (σελ. 295-296). (Η απόφαση αυτή παρατίθεται στο βιβλίο του Βασίλη Κ. Λάζαρη «Παναγιώτης Συνοδινός. Ένας ρωμαντικός πατρινός του δέκατου ενάτου αιώνα», Αχαϊκές Εκδόσεις)

Θα πρέπει να πούμε ότι εκείνη την εποχή εξαιτίας των αναρχικών τρομοκρατικών επιθέσεων εναντίον σπουδαίων προσώπων, βασιλέων, αρχηγών κρατών κ.ά., οι περισσότερες ευρωπαϊκές κυβερνήσεις (και οι ελληνικές) συνεργάζονταν για την άμεση καταστολή κάθε αναρχικού ή απλώς σοσιαλιστικού κινήματος. Διαβάζουμε στις 22 Σεπτεμβρίου 1898, στην αθηναϊκή εφημερίδα «Εμπρός»:

ΟΙ ΑΝΑΡΧΙΚΟΙ – ΤΟ ΔΙΕΘΝΕΣ ΣΥΝΕΔΡΙΟΝ – ΡΩΜΗ (Δια Κερκύρας). Ο υπουργός των Εξωτερικών Καναβάρο υπέβαλεν εις το υπουργικόν συμβούλιον το αποτέλεσμα της προτάσεως του διεθνούς συνεδρίου δια τα μέτρα κατά των αναρχικών και εδήλωσεν ότι η Ελβετία απήλασεν ήδη τριάκοντα αναρχικούς. Κατά τηλεγράφημα εκ Βερολίνου ο εν Ρώμη πρεσβευτής της Γερμανίας θα αντιπροσωπεύση την Γερμανίαν εις το διεθνές συνέδριον κατά των αναρχικών, τούτο δε αποδεικνύει πόσον ο αυτοκράτωρ Γουλιέλμος εκτιμά την πρωτοβουλίαν της Ρώμης.

Εκτός από την ενέργεια Μάτσαλη, είναι διαπιστωμένο ότι στην Ελλάδα δεν υπήρξαν αυτή την περίοδο οπαδοί της αναρχικής ατομικής τρομοκρατίας που μέχρι τα πρώτα χρόνια του 20ού αιώνα αποτελούσε τάση του αναρχικού κινήματος στην Ευρώπη. Οι αναρχικοί στην Ελλάδα τη δεκαετία του 1890, ταυτίζονταν κατά βάση με τον αναρχικό κομμουνισμό των Κροπότκιν και Ζαν Γκραβ παρά με την τάση της ατομικής τρομοκρατίας με την οποία οι αναρχικοί κομμουνιστές είχαν πολιτικές διαμάχες σε διεθνές επίπεδο. Φαίνεται δηλαδή ότι μοναδικός «εκπρόσωπος» της τάσης της ατομικής τρομοκρατίας στον ελλαδικό χώρο ήταν ο Δ. Μάτσαλης, αν και φιλοδόξησαν μάλλον να υπάρξουν μεμονωμένες περιπτώσεις αναρχικών οι οποίοι προσπάθησαν να ακολουθήσουν το δρόμο των κλοπών και των απαλλοτριώσεων.Η υπόθεση Λιόπετα – Αγαλλόπουλου

Στις αρχές Μαΐου 1899, στην Πάτρα η εφημερίδα «Νεολόγος» άρχισε να πληροφορεί τους αναγνώστες για ό,τι είχε σχέση με μια σειρά κλοπών και ληστειών, αρχής γενομένης από την κλοπή σε βάρος κάποιου Παπανδροπούλου. Να επισημανθεί ότι ιδιαίτερα η εφημερίδα αυτή ήταν αρκετά σκανδαλοθηρική για τα μέτρα της εποχής, αφού δεν υπήρχε έκδοσή της που να μη δημοσιευόταν με κάθε λεπτομέρεια οποιοδήποτε γεγονός κλοπής, ληστείας και παρόμοιων πράξεων.

Άρχισαν οι συλλήψεις και ανακρίσεις για την υπόθεση και ο «Νεολόγος» έδωσε μεγάλη δημοσιότητα σ’ αυτές. Συνελήφθησαν διάφορα άτομα, ενώ άλλοι κλήθηκαν να καταθέσουν. Δηλώσεις έκανε και ο τότε πρωθυπουργός Θεοτόκης. Ανάμεσα στους συλληφθέντες ήταν και ο Κ. Τσικρικάς (ή Δημητρόπουλος ή Κωστάλας ή Αιβαλιώτης), από τον οποίο άρχισε να ξετυλίγεται ένα κουβάρι που οδήγησε σε αποκαλύψεις και συλλήψεις.

 

Ο Κ. Τσικρικάς αποδείχθηκε αρχηγός πολυμελούς συμμορίας κλεπτών με πολύπλευρή δράση, όχι μόνο στην Πάτρα, αλλά και σε άλλες πόλεις της χώρας. Αρχικά, ανάμεσα στους διάφορους υπόπτους και συλληφθέντες των οποίων τα ονόματα παρήλασαν από την αστυνομία ήταν και αυτό του αναρχικού Αριστ. Αγαλλόπουλου, ράφτη το επάγγελμα, ο οποίος ήταν από την Κωνσταντινούπολη. Ο Α. Αγαλλόπουλος ήταν ανταποκριτής της εφημερίδας «Σοσιαλιστής» του Σ. Καλλέργη και, αργότερα, ήταν ανάμεσα στους 10 εκείνους αναρχικούς που έστειλαν επιστολή στο «Νέον Φως» (τεύχος 17, 31 Ιανουαρίου 1899) εναντίον των εκλογών. Αλλά, από πλευράς αναρχικών το όνομα που ήταν πρώτο στη σειρά των υπόπτων ήταν του Νικολάου Λιόπετα, ο οποίος συμμετείχε στην εν λόγω συμμορία και ήταν αυτός από τον οποίο άρχισε να ξετυλίγεται το «κουβάρι» της όλης υπόθεσης. Ο Νικόλαος Λιόπετας, ξυλουργός στο επάγγελμα, συνυπόγραψε επίσης την αντιεκλογική επιστολή που εστάλη στο «Νέον Φως» και θα δούμε στο επόμενο κεφάλαιο.

Η σύλληψη και αποκάλυψη του ονόματος του Ν.Λιόπετα ως συμμετέχοντος στη συμμορία προκάλεσε μεγάλη εντύπωση στην κοινωνία και στους αναρχικούς και σοσιαλιστικούς κύκλους της Πάτρας, γιατί από πολλούς θεωρείτο παράδειγμα κοινωνικού αγωνιστή:

«Ως σοσιαλιστής ήτο επιθετικώτατος εις τας συζητήσεις, δεικνύμενος βαθύς γνώστης και λίαν μελετημένος των αρχών τούτων, απομνημονεύων ενίοτε ολόκληρους περικοπάς εκ στήθους εκ των κοινωνιστικών συγγραμμάτων και αναφέρων πλείστα ονόματα επιφανών Ευρωπαίων σοσιαλιστών. Οσάκις δε μεταξύ των συζητητών του αντελεμβάνετο τινας μη εννοούντας η μη στέργοντας ν’ ασπασθώσι τας αρχάς, ας ανέπτυσεν, ιδυσφόρει εις άκρον και τους ήλεγχεν, ότι δεν εννοούσι τον προορισμόν των και ότι είνε προωρισμένοι εκ της οκνηρίας και αβελτηρίας των να μη ανακύψωσι ποτέ εκ της κακοδαιμονίας και αθλιότητος.

Έπασχεν ου μόνον υπέρ των δυστυχών, αλλ’ ο νούς αυτου εξετείνετο και πέραν έτι, περιλαμβάνων εν συνόλω την ανθρωπότητα εν γένει», γράφει ακόμα και η εφημερίδα «Νεολόγος».

Στην κατοχή του Λιόπετα βρέθηκε ογκώδες σημειωματάριο στο οποίο περιγράφονταν λεπτομερώς τα σχετικά με όλες σχεδόν τις κλοπές και τα μέλη της συμμορίας καθώς και διάφορα κλοπιμαία, κυρίως τιμαλφή. Από σχετική έρευνα φαίνεται ότι ο Λιόπετας είχε αγανακτήσει από το παρατεταμένο κυνηγητό των αναρχικών από το κράτος. Ήταν εργάτης ξυλουργός, με τέσσερα μικρά παιδιά και δεν άντεξε άλλο έναν αγώνα στον οποίο ακόμα και η διακίνηση ιδεών ήταν παράνομη. Μετά το δεύτερο κύμα καταστολής (αρχές του 1898), αποφάσισε να συνδεθεί με τn συμμορία του Κωστάλα, να κοιτάξει περισσότερο τον εαυτό του και να αρχίσει να παίρνει πίσω από σπίτια πλουσίων αυτά που του έκλεβαν από την εργασία του. Η έκπληξη από την τοπική κοινωνία ήταν μεγάλη. Η εφημερίδα «Νεολόγος» στις 19 Μαΐου 1899 γράφει χαρακτηριστικά ότι «παρά των πολλών εθεωρείτο η σύλληψίς του, αδικαιολόγητος, καθόσον ούτος διεκρίνετο επί τιμιότητι ως εργάτης και επί χαρακτήρι, ως άτομον, απολαύων ένεκα τούτου υπολήψεως μεταξύ των γνωστών του»).

Μόλις συνελήφθη, ο Λιόπετας αποπειράθηκε να αυτοκτονήσει πίνοντας αρσενικό και μεταφέρθηκε φρουρούμενος στο νοσοκομείο. Είπε ότι μετάνιωσε και θα τα έλεγε όλα, κάτι που έκανε. Στην ανάκρισή του, είπε ότι η συμμορία ήταν οργανωμένη με διακλαδώσεις σε Αθήνα, Πειραιά, Σύρο, Μεσολόγγι, Πύργο, Κόρινθο και αλλού, στο δε εξωτερικό σε Κωνσταντινούπολη, Σμύρνη και αλλού.

Στο μεταξύ, ο Α. Αγαλλόπουλος απορεί γιατί τον κατηγορούν: «Διατί με κατηγορούν, δεν δύναμαι ακόμη να εννοήσω. Εν τη ανακρίσει ηρωτήθην αν γνωρίζω τον Κωστάλαν· είπον και είνε αληθές ότι κάπου τον εγνώρισα, αλλ’ ουδέποτε έσχον συναναστροφήν, ούτε έφαγα, ούτε συνεζήτησα, ούτε καφέ μετ’ αυτού επήρα ποτέ. Εξ αρχής μοί έκαμε κακήν εντύπωσιν ο άνθρωπος αυτός και τον απέφευγον πάντοτε. Τα περί της εν Αιγίω κλοπής άτινα αναγιγνώσκω εν ταις εφημερίσιν ότι ενέχομαι είνε όλως ανυπόστατα, ούτε έχω κάν ιδέαν τινά περί αυτής.

Υπήρξα σοσιαλιστής και πρεσβεύω ακόμη τας κοινωνιστικάς αρχάς, αλλ’ ούτε κλέπτης ούτε κακούργος είμαι· ό,τι είπον υπέρ των αρχών τούτων, το είπον δημοσία και εν πλήρει πεποιθήσει, ότι είνε σύστημα προοδευτικόν και σωτήριον διά την ανθρωπότητα. Έπειται λοιπόν εκ τούτου ερωτώ, ότι πρέπει να καλούμαι υπό της δικαιοσύνης και να προφυλακίζωμαι διά … ό,τι γίνεται, διά κάθε ψύλλου πήδημα; Υψώσατε παρακαλώ φωνήν, διότι υποφέρω διττώς· υποφέρω ηθικώς και υλικώς.

Σκέπτομαι δε και θα κάμω αύριον αίτησιν προς τον κ. Εισαγγελέα ίνα μοι χορηγήση τα έξοδα τουλάχιστον της διατροφής μου ή δ’ άλλως θ’ αυτοκτονήσω».

Τελικά, σύμφωνα με το σχετικό Βούλευμα παραπέμφθηκαν σε δίκη 8 άτομα μεταξύ αυτών και οι Ν. Λιόπετας και Α. Αγαλλόπουλος, αν και από το ίδιο Βούλευμα προκύπτει ότι ο Αγαλλόπουλος δεν συμμετείχε στη συμμορία, απλώς ήταν φίλος μερικών μελών της τα οποία προσέφερε προστασία και άσυλο από την καταδίωξη από την αστυνομία: «…τον δε Αριστείδην Αγαλλόπουλον, ότι συνεννοηθείς προηγουμένως μετά των άνω αυτουργών περί βοηθείας ήν ήθελε παρέξει εις αυτούς μετά την άνω κλοπήν, εχορήγησε την τοιαύτην βοήθειαν αποκρύψας αυτούς από τας ερεύνας της αρχής και παρεμβάς προς συμβιβασμόν και ειρηνικήν μεταξύ των δραστών διανομήν των κλοπιμαίων».

Αλλά, στο μεταξύ, ο Ν. Λιόπετας, πέθανε στη φυλακή, χωρίς να γνωρίζουμε τις συνθήκες του θανάτου του.

Γράφει ο «Νεολόγος» (7 Δεκεμβρίου 1899) αρκετά ειρωνικά:

«Ο Λιόπετας υπήρξε μαθητής μετά του Μάτσαλη Σχολής ψευδοκοινωνιστικής και κατέληξαν ο μεν Μάτσαλης εις την δολοφονίαν, ο Λιόπετας εις τας διαρρήξεις των χρηματοκιβωτίων. Και ο Λιόπετας απεπειράθη αυτοκτονίαν, ως ο Μάτσαλης, αλλ’ απέτυχε.

Πιστεύομεν ότι οι κοσμήσαντες τον τάφον του Μάτσαλη διά στεφάνων και δι’ άνθεων ευόσμων, θα κατακοσμήσουν και του Λιόπετα το μνήμα, του άλλου τούτου προσφιλούς μαθητού. Δεν λέγομεν ότι το τοιούτον ενέχει πολλήν σημασίαν, καλόν είναι όμως η Αστυνομία να παρακολουθήση τα διαβήματα εκείνων, οίτινες έχουν τόσον τρυφερόν αίσθημα προς τοιαύτας υπάρξεις χάριν ψυχολογικών μελετών».

Τη στιγμή αυτή απέδρασε από τις φυλακές ο Κωστάλας, ενώ συνελήφθη εκ νέου ο Αγαλλόπουλος (που είχε αφεθεί ελεύθερος και απαλλαγεί με βούλευμα), επειδή (σύμφωνα με τον Τύπο) ήταν ο τελευταίος άνθρωπος με τον οποίο είχε θεαθεί ο δραπέτης στη φυλακή κατά το επισκεπτήριο). Από εκεί και πέρα, δεν υπάρχουν κάποια άλλα στοιχεία για να δούμε πώς συνεχίστηκε η όλη υπόθεση. Εκείνο, όμως, που είμαστε σε θέση να πούμε είναι ότι η συμμετοχή του Λιόπετα στη συμμορία και η βοήθεια που προσέφερε ο Αγαλλόπουλος χρησιμοποιήθηκαν από το κράτος και τους διωκτικούς μηχανισμούς για να δυσφημίσουν τις σοσιαλιστικές αναρχικές ιδέες. Δεν βλέπουμε από τα στοιχεία που έχουμε να εγκαινιάστηκε μια μαζική καταστολή σε βάρος της ήδη αδύνατης αναρχικής ομάδας της Πάτρας.

Όμως το πλήγμα στον ηθικό τομέα, συνδυαζόμενο και με την δολοφονία Μπαντούνα – που όλα δείχνουν ότι έγινε κατά τη διάρκεια των συλλήψεων της συμμορίας – αποτέλεσε το κύκνειο άσμα της αναρχικής δραστηριότητας στην Αχαία και την Ηλεία. Οι συντελεστές αυτής της σημαντικής ανόδου και καθόδου του αναρχικού κύματος της ταξικής πάλης στην Αχαΐα και Ηλεία μεταναστεύουν άλλοι στην Αθήνα, άλλοι στο εξωτερικό, ενώ πλέον μερικοί άλλοι ιδιωτεύουν.

«Η τρομοκρατία σήμερα κι ο αναρχισμός άλλοτε»

Εδώ κρίνουμε σκόπιμο να παραθέσουμε αποσπάσματα από ένα μεγάλο ιστορικό άρθρο με τίτλο «Η τρομοκρατία σήμερα κι ο αναρχισμός άλλοτε», του δημοσιογράφου της Πάτρας (και στενού φίλου του Δ. Καραμπίλια) Χρήστου Ριζόπουλου, που δημοσιεύτηκε σε συνέχειες στην εφημερίδα «Η Ημέρα» από τις 11 μέχρι τις 20 Δεκεμβρίου 1977. Στο άρθρο αυτό δίνονται αρκετά στοιχεία και γι’ αυτό παραθέτουμε τα αποσπάσματά του αυτά που αναφέρονται στον «ελλαδικό» χώρο:

«…ΤΙ ΣΥΝΕΒΑΙΝΕ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Τι συνέβαινε όμως στην Ελλάδα την ίδια εποχή; Το μικρό ελληνικό κράτος είχε την ιδιότυπη κοινωνία του, η οποία δεν ήταν επιρρεπής ούτε για τον αναρχισμό ούτε για την αναρχική δράση. Φόνοι γινόταν πυκνοί. Αλλά για λόγους τιμής, ή βεντέττας και για λόγους ληστείας. Για πολιτικούς λόγους ήταν σπάνιοι και ακόμη περισσότερο από τρομοκρατική δράση.

Αλλά το φάντασμα του αναρχισμού στη Δυτική Ευρώπη που παρατηρήθηκε στα τέλη του περασμένου αιώνα, είχε την αντανάκλασή του στην Ελλάδα. Και στη χώρα αυτή της ατομικής ιδιοκτησίας, φύτρωσε απροσδόκητα και το αναρχικό αγριολούλουδο.

Στην Πάτρα κατά το 1894 φάνηκε αυτή η κίνηση που ήταν ότι λέμε σήμερα «αναρχικοσοσιαλισμό». Είχε σαν ηγέτες τους Δ. Αρνέλλο, Β. Θεοδωρίδη, που εμπνέονταν από τις αρχές του Κροπότκιν και του Προυντόν.

Σε λίγο αναφάνηκαν και άλλοι ηγέτες: Ο φοιτητής της Ιατρικής Δ. Μπαντούνας, ο Δ. Καραμπίλιας, ο ποιητής Πάνος Τσεκούρας. Και ήταν τόσο ζωηρή η αναρχική κίνηση, ώστε σύντομα επεκτάθηκε στο Πύργο.Το εντυπωσιακό είναι πως και εφημερίδα έβγαλαν οι αναρχικοί των Πατρών το 1896, που είχε τίτλο «Επί τα πρόσω». Έρριχνε συνθήματα αναρχικά και διαβαζόταν εντατικά. Η επιρροή της ήταν αξιοσημείωτη και συντέλεσε στο ξεκαθάρισμα των αναρχικών ιδεών. Έτσι άρχισαν να διαμορφώνονται διάφορες ομάδες. Μια από αυτές ήταν και ο ατομιστικός αναρχισμός ο οποίος σ’ όλο τον κόσμο είχε ως διακηρυγμένη αρχή την τρομοκρατία.

Στην μικρή λοιπόν εκείνη Ελλάδα των ταπεινών εξελίξεων ξεπετάχθηκαν άνθρωποι που πρέσβευαν πως μόνο με την ατομική τρομοκρατική βία θα μπορούσε να κλονιστεί το καθεστώς. Οι απηχήσεις των δολοφονιών που κάναν οι Ευρωπαίοι αναρχικοί, ήσαν ισχυρές στους ομοϊδεάτες των Πατρών. Και δεν άργησαν να βρεθούν οι μιμητές.

Τη νύχτα της 3 Νοεμβρίου 1896, σε έναν κεντρικό, και φωτισμένο δρόμο της πόλης, ένα κακοντυμένο άτομο παραφύλαγε σε μια στοά. Είχε στραμμένη την προσοχή του προς την άκρη του δρόμου. Κάποιος χωροφύλακας που πέρασε, τον είδε, του φάνηκε λίγο ύποπτος και όπως κατέθεσε αργότερα θέλησε να τον ελέγξει. Ύστερα όμως προτίμησε να μην τον ενοχλήσει και τράβηξε πέρα. Αλλ’ αν τον έψαχνε θα ανακάλυπτε μια μακρυά μαχαίρα κρυμένη κάτω από το σακκάκι του.

Αυτή τη μαχαίρα την ανέσπασε κάποια στιγμή, όταν αντίκρυσε από το βάθος του δρόμου δυό ανθρώπους να πλησιάζουν. Ήταν καλοθρεμένοι, καλοντυμένοι τύποι μεγαλοαστών: Ο τραπεζίτης Διονύσιος Φραγκόπουλος και ο μεγαλέμπορος Ανδρέας Κόλλας.

ΜΠΟΥΡΖΟΥΑΔΕΣ ΘΑ ΠΕΘΑΝΕΤΕ

Αυτούς ακριβώς περίμενε ο άνθρωπος με το μαχαίρι, ενεδρεύοντας στο σκοτάδι σαν το θηρίο. Κι’ όταν πλησίασαν οι δύο καλοντυμένοι μεγαλοαστοί, τινάχθηκε από την κρυψώνα του κι έπεσε επάνω τους. Έκπληκτοι και αιφνιδιασμένοι εκείνοι δεν πρόφθασαν να αντιδράσουν, να βγάλουν μια φωνή. Ο μαχαιροβγάλτης άρπαξε τον ένα από την γραβάτα φωνάζοντας:-Άτιμοι μπουρζουάδες, που ρουφάτε το αίμα της φτωχολογιάς. Θα πεθάνετε…

Το μακρύ μαχαίρι άστραψε δύο φορές και κατέβηκε με δύναμη, για να χωθή στις πλαδαρές σάρκες των δύο διαβατών. Ο ένας, ο τραπεζίτης δέχθηκε καίριο πλήγμα στην καρδιά κι’ έπεσε νεκρός. Ο μεγαλέμπορος τραυματίστηκε βαρύτατα. Ο δράστης απαθής σκούπισε το μαχαίρι του στο ρούχο του ενός από τα θύματά του και παραδόθηκε χωρίς αντίσταση στον κόσμο και στους χωροφύλακες που τρέξαν.

-Γιατί τους σκότωσες; τον ρώτησε κάποιος.

-Γιατί είμαι αναρχικός. Και πρέπει να σκοτώνω αυτούς που εκπροσωπούν τον πλούτο και την καταπίεση.

Δημήτρη Μάτσαλη, τον λέγαν και ήταν τσαγγάρης. Έπεσε πάνω στη λαιμητόμο στο Παλαμήδι.

Η σφαγή εκείνη αναστάτωσε την Πάτρα και όλη την Ελλάδα. Άρχισε δίωξη των αναρχικών και η εφημεριδούλα «Επί τα πρόσω» παύθηκε. Αλλά ο αναρχισμός δεν έσβησε. Ούτε οι ατομικιστές αναρχικοί εξαφανίσθηκαν. Φθάσαν μάλιστα να χτυπήσουν και τους ηγέτες τους.

Πραγματικά μια νύχτα του Απρίλη 1898, ο Δημήτρης Μπαντούνας, ένας από τους ηγέτες του αναρχισμού, δέχθηκε την επίθεση ενός αγνώστου στην Πάτρα ο οποίος τον πυροβόλησε δύο φορές και τον έριξε νεκρό. Τον δράστη τον πιάσαν. Και στην αστυνομία δήλωσε:

– Τον σκότωσα γιατί είμαι αναρχικός.

– Μα, αυτός ήταν ο Μπαντούνας, ένας από τους αρχηγούς σου.

– Ήταν, ναι, αλλά έκανε κήρυγμα κακό.

– Τί κήρυγμα;

– Ν’ αφήσουμε την τρομοκρατία. Εγώ όμως ξέρω ότι χωρίς τρομοκρατία αναρχισμός δεν υπάρχει. Και αν αφήναμε τον Μπαντούνα να κάνη το κήρυγμά του, γρήγορα θα μας διέλυε. Γι’ αυτό τον σκότωσα. Κατάλαβες κυρ’ αστυνόμε;»

Όπως είπαμε πριν, οι απόψεις για το πότε και πώς πέθανε ο Δημήτρης Μπαντούνας διίστανται. Σε αντίθεση με όσα γράφει ο Χ. Ριζόπουλος, ο «Νεολόγος» δημοσίευσε την ακόλουθη είδηση στις 18 Μαίου 1899:

«ΦΟΝΙΚΗ ΣΥΜΠΛΟΚΗ ΕΝ ΠΥΡΓΩ – Εφονεύθη ο Δημ. Μπαντούνας. Εξ αιτίας ενός ραπίσματος. Και νέοι πυροβολισμοί. – Ιδιαίτερον τηλεγράφημα “Νεολόγου” – ΠΥΡΓΟΣ Δευτέρα Μεσονύκτιον – Σήμερον την εσπέραν γενομένης συμπλοκής. Καθ’ ην πολλοί ερρίφθησαν πυροβολισμοί μεταξύ Δημητρίου Μπαντούνα και των αδελφών Δημουλιά εφονεύθη ο πρώτος. Ακόμη δεν εξηκριβώθη τις ήτο ο πυροβολήσας πρώτος, εν τούτοις ως αιτία τούτου φέρεται το ότι ο φονευθείς Μπαντούνας ερράπισε χθες ένα ανεψιόν των Δημουλαίων. Ταύτην την στιγμήν ηκούσθη νέος πυροβολισμός εις άλλο μέρος. Δύο πρόσωπα ώφθησαν τρέχοντα κατά διάφορον διεύθυνσιν. Λέγεται ότι δεν πρόκειται περί σπουδαίας αιτίας».

Θεωρούμε ότι ο Δ. Μπαντούνας δολοφονήθηκε το 1899 και το δημοσίευμα του «Νεολόγου» είναι πολύ πιο κοντά στην αλήθεια. Στον ισχυρισμό αυτό συνηγορούν και τα γραφόμενα του Κορδάτου που μιλάει για αρχές του 1899.

Ίσως αυτός που δολοφόνησε τον Μπαντούνα να ήταν γενικά οπαδός της βίας και απλώς ταυτιζόταν με τους αναρχικούς της ατομικής τρομοκρατίας. Θα πρέπει να λάβουμε υπόψη μας, επίσης, ότι πολλές ήταν εκείνες οι εφημερίδες που διαφήμιζαν τις τρομοκρατικές πράξεις γνωστοποιώντας τις σε σημαντικά τμήματα του πληθυσμού. Έτσι πολλοί οπαδοί της βίας ταυτίζονταν με τους αναρχικούς που παρουσίαζαν οι εφημερίδες, αδιαφορώντας για την όλη κοσμοαντίληψη και τον πολιτικό προσανατολισμό. Από τέτοιες απόψεις ίσως διακατεχόταν και ο δολοφόνος του Μπαντούνα.

Το γεγονός αυτό, όπως είπαμε, σε συνδυασμό με την υπόθεση Λιόπετα και την ηθική και ψυχολογική επίδρασή του είχε ως αποτέλεσμα τη διάλυση της αναρχικής ομάδας του Πύργου.

Αλλά συνεχίζουμε με τα γραφόμενα του Χ. Ριζόπουλου:

«Όπως βλέπουμε λοιπόν, οι Έλληνες αναρχικοί είχαν ήδη κατορθώσει να αφομοιώσουν, να συνειδητοποιήσουν καλά την τρομοκρατική θεωρία και πράξη. Θα ζήλευαν όμως ίσως τους Ευρωπαίους ομοϊδεάτες τους, γιατί εκείνοι κατόρθωναν να σκοπεύουν και να χτυπούν πολύ ψηλότερα: Ως τους αρχηγούς των κρατών. Αλλά, ξαφνικά, φάνηκε πως και σ’ αυτό το επίπεδο μπόρεσαν να πηδήσουν. Ξαφνικά τον Φεβρουάριο του 1898 μια είδηση ανατάραξε τους αναρχικούς κύκλους των Πατρών και του Πύργου. Η είδηση δεν ήταν μυστική. Την γράφαν οι εφημερίδες και μάλιστα με τεράστιους τίτλους:

-Δολοφονική απόπειρα κατά του βασιλέως Γεωργίου εις Αθήνας. Οι δράσται είναι αναρχικοί…

Το βράδυ της 14 Φεβρουαρίου 1898 η μικρή, επαρχιώτικη, λασπωμένη Αθήνα της εποχής με τους 110.000 κατοίκους, ήταν ήσυχη. Αλλά στις νότιες παρυφές της, στον δρόμο προς το Φάληρο που αργότερα διαμορφώθηκε στη λεωφόρο Συγγρού, δύο ένοπλοι ενέδρευαν κοντά στη σημερινή εκκλησία του Αγίου Σώστη. Είχαν μαζί τους όπλα γκρά και άμα τους έβλεπε κανείς στην καθημερινή τους ζωή δεν μπορούσε να υποπτευθεί ότι ήσαν φονιάδες.

Και όμως για φονικό σκοπό καιροφυλακτούσαν ανάμεσα στα δένδρα με τους γκράδες στα χέρια. Ο στόχος τους μάλιστα ήταν τόσο καίριος και «υψηλός», ώστε άμα πετύχαιναν θα αναταράζονταν όλη η Ευρώπη. Και κάποτε φάνηκε πραγματικά ο στόχος. Ένα αμάξι ανοιχτό με δύο μεγαλοπρεπή άλογα. Δίπλα στον αμαξά καθόταν ένας ενωμοτάρχης και πίσω ένας κύριος με ξανθές μουστάκες, έχοντας δίπλα του ένα χαριτωμένο, φλύαρο κοριτσάκι.

Οι δυό οπλοφόροι ανασκίρτησαν καθώς η άμαξα πρόβαλε στη γωνιά του δρόμου:

Έτοιμος Γιάννη; φώναξε ο ένας.

-Ίσια να του ρίξουμε Γιώργη, απάντησε ο άλλος.

Ακούστηκαν δυό βροντεροί πυροβολισμοί. Οι γκράδες αστραποβόλησαν μέσα στο σούρουπο. Οι επιβάτες της άμαξας αναταράχθηκαν, το κοριτσάκι έμπηξε μια κραυγή τρόμου. Αλλ’ οι σφαίρες αστόχησαν. Και ο αμαξάς με μεγάλη ετοιμότητα μαστίγωσε με δύναμη τα άλογά του, που καλπάζοντας πέρασαν σα σίφουνας μπροστά από τους δύο ένοπλους πριν εκείνοι προφθάσουν να ξαναγεμίσουν τα όπλα τους.

Μετά λίγη ώρα όλη η Αθήνα ανάστατη – και κατόπιν όλη η Ελλάδα κι’ ύστερα όλη η Ευρώπη – έμαθε το περιστατικό. Αυτό ήταν το θέμα των κατοπινών ημερών. Γιατί δεν επρόκειτο για καμμιά συνηθισμένη δολοφονική απόπειρα. Ο κύριος με τις ξανθές μουστάκες δεν ήταν άλλος από τον βασιλιά Γεώργιο Α. Και το κοριτσάκι ήταν η πριγκίπισσα Μαρία της Ελλάδος.

Σαν από θαύμα γλίτωσε ο βασιλιάς. Η μια σφαίρα πέρασε ξυστά από το κεφάλι του. Η άλλη πλήγωσε στο πόδι τον ενωμοτάρχη ακόλουθο Βασίλη Νέρη. Ποιοί όμως ήσαν οι δράστες; Δεν άργησαν να ανακαλυφθούν: Ο Γιώργης Καρδίτσης και ο Γιάννης Γεωργίου ή Κυριακού, μικροαστοί με λευκό ποινικό μητρώο. Πιάσθηκαν εύκολα μετά μόλις δύο μέρες, δικάσθηκαν την 27ην Μαρτίου 1898, καταδικάσθηκαν σε θάνατο και την 27ην Απριλίου καρατομήθηκαν στο Παλαμίδι. Ποια, όμως ήταν τα κίνητρά τους; Στη δίκη τους υπήρξαν άφοβοι και προκλητικοί.

-Ναι, θελήσαμε να σκοτώσουμε τον βασιλέα, δήλωσαν κατηγορηματικά.

-Διά ποιόν λόγον; ρώτησε ο πρόεδρος εφέτης Σπιθάκης. Είσθε αναρχικοί;

-Όχι, δεν είμεθα δεν γνωρίζομε καν τι ακριβώς σημαίνει η λέξις αυτή, είπε ο Καρδίτσης. Ηθελήσαμε να σκοτώσωμε τον βασιλέα, διότι αυτός είναι ο υπαίτιος της ήττης.

Ο Καρδίτσης αναφερόταν στο ελληνοτουρκικό πόλεμο του 1897 εις την δεινή στρατιωτική ήττα που είχε υποστεί η Ελλάς. Και υπήρχε τότε εθνική έξαψη και έξαλλη καταφορά κατά των υπευθύνων, που κορυφαίος θεωρούταν ο βασιλιάς. Οι κατηγορούμενοι ισχυρίζονταν, ότι η εθνική εξέγερση τους όπλισε τα χέρια τους.

Και πήγες να σκοτώσης την κορυφή του έθνους; παρατήρησε ο πρόεδρος. Όπως κάνουν οι αναρχικοί;

-Ναι κύριε πρόεδρε ήταν η απάντηση του παρά λίγο βασιλοκτόνου. Και αλλού σκοτώνονται οι βασιλείς. Μολονότι δεν είμαι αναρχικός, με εδίδαξαν οι αναρχικοί πως πρέπει να εξοντώνονται οι υπαίτιοι των δεινών της χώρας των.

Η δολοφονική εκείνη απόπειρα που συγκλόνισε τον ελληνικό λαό αποδείκνυε, ότι η τρομοκρατία σαν σύστημα και πολιτική μέθοδος είχε αρχίσει να διεισδύει και στην Ελλάδα. Οι ελληνικές συνθήκες, όμως δεν ήσαν ακόμη πρόσφορες για τέτοια δράση. Και παρατηρούνται λίγα κρούσματα, αλλά τα οποία ήσαν πολύ χαρακτηριστικά.

Η ΔΟΛΟΦΟΝΙΑ ΤΟΥ ΔΗΛΗΓΙΑΝΝΗ

Οκτώ χρόνια μετά την απόπειρα κατά του βασιλιά, άλλος τρομοκράτης-δολοφόνος εμφανίζεται, που την φορά αυτή πέτυχε τον σκοπό του. Το μεσημέρι της 13 Μαΐου 1905, ο πρωθυπουργός Θεόδωρος Δηληγιάννης έβγαινε από τη βουλή, που τότε στεγάζονταν στο σημερινό εθνολογικό μουσείο, στην οδό Σταδίου.

Καθώς κατέβαινε τα μαρμαρένια σκαλοπάτια της εισόδου, συνοδευόμενος από δύο βουλευτές, τον γραμματέα του και τον φρούραρχο της βουλής τον πλησίασε κάποιος λαϊκός τύπος που θύμιζε τραμπούκο της εποχής: Με μυτερά μακρυά παπούτσια, με παντελόνι στενό στην άκρη, με την ρεπούμπλικα κατεβασμένη ως τα φρύδια. Ένας χωροφύλακας προσπάθησε να σταματήση τον τύπο, αλλ’ εκείνος του ξέφυγε φωνάζοντας:

-Κύριε πρόεδρε, κύριε πρόεδρε κάτι πολύ σοβαρό συμβαίνει…

Ο Δηληγιάννης με τους συνοδούς του σταμάτησαν απορώντας και τότε εκείνος αστραπιαία χτύπησε με ένα δίκοπο μαχαίρι που έκρυβε στο μανίκι του. Το μαχαίρι βυθίσθηκε με μανία δυο φορές στην κοιλιά του πρωθυπουργού που έπεσε χάμω νεκρός.

Ο δράστης ονομάζονταν Κώστας Γυραχώρης και ήταν τρόφιμος των χαρτοπαικτικών λεσχών. Η πράξη του αποδόθηκε στην αγανάκτησή του επειδή ο Δηληγιάννης είχε εκδώσει νόμο κατά των λεσχών. Αλλά φυσικά, σαν κίνητρο δεν αρκούσε μια τέτοια «αγανάκτηση» που θα του στοίχιζε και την δική του ζωή. Στην πραγματικότητα παρακινήθηκε από το κύμα τρομοκρατίας που κάλυπτε τότε την Ευρώπη, το οποίο άρχισε τότε να απλώνεται και στην Ελλάδα με ενέργειες σαν την απόπειρα κατά του βασιλιά, ή τις δολοφονίες του Φραγκόπουλου και του Μπαντούνα. Ο ίδιος άλλωστε στη δίκη του δήλωσε:

-Και έξω σκοτώνουν βασιληάδες και υπουργούς. Και μεις πρέπει να τους σκοτώνουμε, όταν γίνονται τύραννοι και ασυνείδητοι.

Ο Εισαγγελέας: Πρόσεξε κατηγορούμενε. Αποδεικνύεις ότι έχεις ψυχή και νοοτροπία αιμοβόρου θηρίου. Προσπαθής να συγκαλύψης τα ποταπά σου ένστικτα, επικαλούμενος τα έξωθεν παραδείγματα.

-Ναι κύριε εισαγγελέα, βλέποντας τα απ’ έξω, διδάχθηκα τα από μέσα.

ΕΠΗΡΕΑΣΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΤΗ ΘΕΩΡΙΑ

Ένας βασιλιάς, που μόλις γλυτώνει από τις σφαίρες των δολοφόνων και ένας πρωθυπουργός που σφάζεται από άλλο δολοφόνο, είναι περιστατικά όχι συνηθισμένα, που κατατάσσουν την Ελλάδα στις κορυφές της τρομοκρατικής ιστορίας. Οι δράστες τους όμως μολονότι δεν ήσαν αναρχικοί, επηρεάσθηκαν από την θεωρία και πράξη του αναρχισμού, από την ιδεολογική τρομοκρατική κοσμοθεωρία της εποχής.

Υπήρχε όμως και άλλη κατηγορία τρομοκρατίας εκείνη την εποχή. Ψυχρή, σχεδιασμένη, κατευθυνόμενη που απέβλεπε στην εξυπηρέτηση ωμών συμφερόντων.

Από το αγροτικό πρόβλημα ξετινάχθηκε εκείνη η τρομοκρατία. Στις αρχές του 20ου αιώνα οι αγρότες, κυρίως στη Θεσσαλία βρίσκονταν σε αναβρασμό κατά των τσιφλικάδων. Ο αναβρασμός έμελλε να ξεσπάσει στην πολυαιματηρή εξέγερση του Κιλελέρ (1910). Προηγουμένως όμως οι τσιφλικάδες αντιδρούσαν με κάθε μέσο κατά των κολλήγων καταφεύγοντας και στην οργανωμένη τρομοκρατία.

Μεταξύ 1900 και 1910 αυτή η τρομοκρατία ήταν πολύ αναπτυγμένη. Είχαν σχηματισθή ομάδες κακοποιών που μπαίναν στην υπηρεσία των τσιφλικάδων της Θεσσαλίας. Και κατά παραγγελία τους, αναλάμβαναν να φρονιματήσουν οποιοδήποτε αγρότη έδειχνε επαναστατικές τάσεις, ή επιδρούσε στους άλλους αγρότες. Πολλά κρούσματα βίας σημειώνονται εκείνα τα χρόνια, που οι δράστες τους παρέμειναν πάντα «άγνωστοι» και τα οποία δίνουν την εντύπωση ότι το οργανωμένο έγκλημα τύπου «συνδικάτου του εγκλήματος» είχε μεταλαμπαδευθεί μακαρίως και στην ευδαίμονα Ελλάδα.

Αλλά οι Θεσσαλοί αγρότες, είχαν και τους κήρυκές τους, τους οργανωτές τους από την άλλη Ελλάδα. Ένας απ’ αυτούς, ο θερμότερος και πιο μεγαλεπίβουλος απ’ όλους ήταν ο Μαρίνος Αντύπας. Από την Κεφαλληνία ξεκίνησε πρωτοπόρος «Αγροτιστής» και αγωνιστής της ελευθερίας των Θεσσαλών κολλήγων. Ήταν ο Τυρταίος των σκλάβων της γης, όπως τον αποκαλεί ο Γιώργος Καρανικόλας. Αλλ’ αφού από την Αθήνα με την εφημεριδούλα του «Ανάστασις» προσπάθησε όσο μπορούσε να προσελκύση την προσοχή του κράτους στο δράμα των Θεσσαλών αγροτών, αποφάσισε να δράση αγωνιστικά κατεβαίνοντας κατ’ ευθείαν και επί τόπου στο πεδίο της μάχης.

Εγκατέλειψε την μαχητική δημοσιογραφία και έπεισε τον θείο του μεγαλοτσιφλικά της περιοχής Πυργετού, Σκιαδαρέση να τον προσλάβει επιστάτη. Και αφού μύησε πρώτα τον θείο του, που τον έκανε να μοιράσει τα περισσότερα τσιφλίκια του στους κολλήγους, άρχισε μια δραστήρια κίνηση κατά των τσιφλικάδων σ’ όλη την Θεσσαλία.

Δεν θέλαν όμως πολλά εκείνοι για να οργανώσουν το χαμό του. Σε μια μυστική σύσκεψη τους βγήκε η απόφαση: Θάνατος. Εκτελεστές όπως είδαμε και μάλιστα επαγγελματίες υπήρχαν άφθονοι. Κάλεσαν έναν, τον Γιάννη Κυριακό και του ανέθεσαν την αποστολή. Έτσι την νύχτα 8 Μαρτίου 1907, ενώ ο Μαρίνος Αντύπας έρχονταν πεζός στο τσιφλίκι του θείου του κοντά στην πύλη άκουσε μια φωνή μέσα στο σκοτάδι:- Μαρίνο άκου να σου πω…Στράφηκε προς τη φωνή και είδε μια σκιά.- Τι θέλεις; Ποιος είσαι;

Η σκιά δεν απάντησε αλλ’ από τη θέση της ξετινάχθηκαν δύο αστραπές. Το βαρύ γκρά είχε βροντήξει και ο Μαρίνος Αντύπας έπεφτε χάμω νεκρός, διάτρητος. Η τρομοκρατία έκανε τη δουλειά της. Μόνο που δεν μπόρεσε να αναστείλει την πορεία των πραγμάτων. Χρειάσθηκε η εκ των άνω η κρατική τρομοκρατία με την άμεση επέμβαση των όπλων του στρατού για να αναχαιτισθή στο Κιλελέρ η πορεία των κολλήγων για την δικαίωσή τους.

Πέρασαν μερικά χρόνια. Ήρθε το πλήρωμα του χρόνου για τους βαλκανικούς πολέμους. Και ο ελληνικός στρατός κατέλαβε την Θεσσαλονίκη όπου έσπευσε να εγκατασταθεί για να κατοχυρώση την παρουσία της Ελλάδος ο ίδιος ο βασιλεύς Γεώργιος.

Σ’ όλο αυτό το διάστημα ο πυρετός των μεγάλων γεγονότων είχε απωθήσει την τρομοκρατία στο περιθώριο, αλλά εκείνη «λούφαζε» περιμένοντας να βρή την ευκαιρία για να ξετινάξη το μακρύ χέρι της. Και δεν άργησε να την βρή. Μάρτιος του 1913 στη Θεσσαλονίκη, που έσφιζε τότε από ζωή με τις 170.000 κατοίκους της, όταν η Σόφια είχε 80.000, το Βελιγράδι 105.000, η Αθήνα 150.000. Ήταν η πρωτεύουσα όλης της Βαλκανικής το βιομηχανικό και συγκοινωνιακό κέντρο της. Οι Έλληνες ήσαν υπερήφανοι για το απόκτημά τους, που ήσαν αποφασισμένοι να το κρατήσουν με κάθε θυσία. Το ίδιο και ο βασιληάς Γεώργιος Ά που στα 70 χρόνια του γεμάτος υγεία και πνευματική διαύγεια εδήλωνε κάθε στιγμή τον ενθουσιασμό του για την συμπρωτεύουσα της Ελλάδος.

Η ΕΚΤΕΛΕΣΗ ΤΟΥ ΓΕΩΡΓΙΟΥ

Εκείνο το απομεσήμερο της 5 Μαρτίου, ο βασιλιάς έκανε τον συνηθισμένο του περίπατο στην προκυμαία της πόλης. Τον συνόδευε ο υπασπιστής του, συνταγματάρχης Φραγκούδης, ενώ δύο βρακοφόροι άνδρες της κρητικής χωροφυλακής ακολουθούσαν διακριτικά από απόσταση 15 μέτρων.

Ο βασιλιάς και ο υπασπιστής συζητούσαν ζωηρά και καθώς περπατούσαν βρέθηκε ένας άνθρωπος μπροστά τους που αργοβάδιζε στην ίδια κατεύθυνση. Φαινόταν φτωχοντυμένος, με ένα μαύρο παλτό και περπατούσε σκυφτός σαν βυθισμένος στις σκέψεις του. Ο Γεώργιος και ο Φραγκούδης, χωρίς να του δώσουν σημασία, τον προσπέρασαν συζητώντας πάντα και χειρονομώντας. Αλλά τότε ο κακοντυμένος άνθρωπος έβγαλε αστραπιαία μια μαυροβουνιώτικη βαρειά κουμπούρα και την άδειασε στη ράχη του ανύποπτου βασιλιά που έπεσε κάτω, βγάζοντας μόνο ένα «αχ»!

Έγινε κοσμοχαλασιά. Ο δολοφόνος, που δέχθηκε κατακέφαλα τις σπαθιές του συνταγματάρχη Φραγκούδη συνελήφθη βουτηγμένος στα αίματα. Ο βασιλιάς φορτώθηκε σε μια άμαξα, αλλά ξεψύχησε στο δρόμο. Αμέσως σημειώθηκε στο δρόμο αληθινή εξέγερση Ελλήνων κατοίκων και στρατιωτικών, που νόμισαν ότι σε Βουλγάρους οφειλόνταν η δολοφονία. Ποιος ήταν ο δράστης; Ένας Αλέξανδρος Σχινάς, πρώην δάσκαλος που θεωρούνταν αναρχικός και όχι ισοροπημένος.

Αλλά η ιστορία εκείνη έμεινε σκεπασμένη από βαθύ μυστήριο. Οι ανακρίσεις που έγιναν κρατήθηκαν μυστικές. Η ίδια η χήρα του νεκρού βασιλιά, η βασίλισσα Όλγα, έσπευσε στη Θεσσαλονίκη και θέλησε να μάθη γιατί ο Σχινάς τον σκότωσε. Κατέβηκε στο κελλί του και έμεινε μιλώντας μαζί του δύο ώρες. Τι της απεκάλυψε εκείνος; Ποτέ δεν μαθεύτηκε. Μετά δύο μέρες όμως ο δολοφόνος όταν μεταφέρθηκε στο γραφείο του ανακριτού, πήδηξε από το παράθυρο στο 4ο πάτωμα στην αυλή και βρήκε οικτρό θάνατο.

Ο φάκελλός του τότε έκλεισε, στάλθηκε στην Αθήνα αλλά έπιασε φωτιά στο καράβι που τον μετέφερε και έγινε στάχτη. Έτσι το μυστήριο παραμένει πυκνό και αδιαπέραστο. Και παρέμειναν αναπάντητα και τα ερωτήματα:

Ήταν πραγματικά αναρχικός ή ανισόρροπος ο Αλέξανδρος Σχινάς; Ή πράκτωρ κάποιας ξένης μυστικής υπηρεσίας;

Αυτοκτόνησε πηδώντας από το παράθυρο του ανακριτού ή τον εκ παραθύρωσαν για να του κλείσουν το στόμα που το άνοιξε στη βασίλισσα Όλγα;

Η πιθανότερη εκδοχή είναι ως σήμερα, ότι το χέρι του Σχινά το όπλισε η μυστική υπηρεσία της γερμανικής κατασκοπίας. Η καϊζερική Γερμανία εν όψει του Α’ παγκοσμίου πολέμου, ήθελε να κάνει αλλαγή φρουράς σε μια θέση κλειδί σαν την Ελλάδα. Να αντικαταστήση τον αγγλόφιλο Γεώργιο με τον δεδηλωμένο γερμανόφιλο διάδοχο Κωνσταντίνο.

Κανείς όμως, δεν μπορεί με πειστική βεβαιότητα να αποδείξει αυτή ή άλλη εκδοχή. Το γεγονός μόνο που υπήρχε ήταν πως άλλος ένας βασιλιάς έπεφτε θύμα της τρομοκρατίας, η οποία έτσι αποκαλύπτει την δραστηριότητά της».

via athens.indymedia.org

Δείτε επίσης

Χανιά: Οι παραλειπόμενοι της ιστορίας – μια περιήγηση στις γειτονιές των ξεχασμένων της πόλης (μπροσουράκι)

Οι παραλειπόμενοι της ιστορίας: μια περιήγηση στις γειτονιές των ξεχασμένων της πόλης (μπροσουράκι) Σε pdf …

Αφήστε μια απάντηση