Μαρτυρία από την εκκένωση της Μπουμπουλίνας 42

Το παρόν κείμενο αποτελεί μαρτυρία της δεκαεξάχρονης Kereem Domingo, η οποία βρισκόταν στην κοινότητα της -Μπουμπουλίνας 42-. Το κείμενο είναι ελεύθερο για οποιαδήποτε κινηματική, συλλογική χρήση. Επίσης όποιο/α/ος επιθυμεί την μετάφραση του σε άλλες γλώσσες έχει το ελεύθερο να το κάνει υπό την προυπόθεση της δημοσίευσης του, προκειμένου να διατίθεται προς χρήση. Μεταφράστηκε από τα γαλλικά στα αγγλικά και τέλος στα ελληνικά.

Ο κόπος αυτού το κειμένου είναι αφιερωμένος στα εξεγερμένα, αυτή τη στιγμή, σώματα ολόγυρα της γης και σε φωτιές που καίνε στις καρδιές εκείνων που ακόμα δεν ενέδωσαν!

I

Την Δευτέρα, η Μ. είπε στη συνέλευση ότι οι μπάτσοι θα μπουν το πρωί. Κανείς δεν τη πίστεψε ή έλαβε υπόψιν αυτά που είπε επειδή μιλάει πάρα πολύ, και θυμίζει τρελή. Είπε ότι η αστυνομία θα έρθει στις 03:00! Κοιμήθηκαν όλοι ήσυχοι αλλά η αστυνομία ήρθε στις 05:00. Αυτή η γυναίκα είχε πρόβληματα με την αστυνομία, έτσι ξύπνησε κι έφυγε πιο πριν. Κοιμόμουν, ξύπνησα από θόρυβο ανθρώπων που μιλούσαν στον δρόμο, απ’έξω. Μόνο από τη μιλιά τους. Ήμουν πολύ κουρασμένη, άνοιξα τα μάτια μου. Άκουσα ένα πολύ δυνατό ήχο, νόμιζα ότι ήρθαν κάποιοι “κακοί συγκάτοικοι”.Δεν ήταν αυτοί όμως. Πήγα στο παράθυρο όπου η μητέρα μου ήταν ήδη εκεί, είδα πολλούς μπάτσους με όπλα, και δημοσιογράφους. Η μαμά μού είπε “η αστυνομία, ξύπνα τους άλλους”, τότε άκουσα ξανά δυνατό θόρυβο στην πόρτα, την κατέστρεφαν. Ήμουν πολύ, πολύ τρομαγμένη. Πίστευα ότι οι μπάτσοι θα μας χτυπήσουν όλους, βασιζόμενη στην συμπεριφορά και στον τουπέ που είχαν έξω καθώς τους έβλεπα, πριν μπουν. Η μαμά μου, άρχισε να ξυπνάει τον κόσμο φωνάζοντας “Αστυνομία!”. Κάποιοι δίχως χαρτιά έψαξαν τρόπο να δραπετεύσουν γρήγορα, πήραν τα πράγματα τους πολύ γρήγορα. Όλοι πακέταραν, οι γυναίκες στον όροφο μου αποφάσισαν να πάνε στον τέταρτο όροφο να κάνουν πολύ θόρυβο. Προσπαθώντας έτσι να ξυπνήσουν τους ντόπιους, μήπως και καταφέρουν να σταματήσουν την εκκένωση. Όλοι στο δωμάτιο πακέταραν. Μερικοί στον τέταρτο ήταν πολύ αγχωμένοι γι’αυτό ανέβηκαν πιό ψηλά, στον έκτο και έβδομο όροφο. Οικογένειες βγήκαν στο μπαλκόνι και φώναζαν “Solidarite avec les immigre” (αλληλεγγύη στους πρόσφυγες).

Άκουσα ξανά τον ίδιο θόρυβο στην πόρτα. Νομίσαμε ότι οι μπάτσοι εισέβαλλαν! Ένα ακόμα μέρος των προσφύγων ανέβηκε στον έκτο και έβδομο, με την ελπίδα να κρυφτούν. Κάποιοι άντρες έμειναν στον τέταρτο μαζί με τις οικογένειες μήπως και αποφύγουν το ξύλο. Κανείς από τους γείτονες δεν έδωσε σημάδι ζωής. Φώναζαν πραγματικά πολύ δυνατά τότε, αλλά κανείς δεν αποκρίθηκε. Ταυτόχρονα ακούγαμε τα βήματα των μπάτσων που μπήκαν μέσα. Πήγαν παντού, υπήρχαν παντού. Ήταν πάρα πολλοί. Μας σημάδευαν με όπλα, όλους. Όλοι ήταν στο πάτωμα, εκτός από μία γυναίκα, είχε πολύ θάρρος, ήταν πολύ νευριασμένη. Ήταν με την κόρη της. Η γυναίκα άρχισε να φωνάζει στους μπάτσους, με δική της γλώσσα (Lingala, Κονγκό), ότι δεν είναι σωστό να μπαίνουν έτσι μέσα κατ’αυτόν τον τρόπο διότι υπάρχουν παιδιά εδώ, κανείς δεν είναι εγκληματίας! Οι υπόλοιπες γυναίκες σηκώθηκαν όρθιες με τα παιδιά τους, φωνάζοντας “Δεν είμαστε εγκληματίες, δεν μπορείτε να μας σημαδεύετε έτσι! Τα παιδιά μας φοβούνται”. Μία προς μία, σηκώθηκαν όλες όρθιες και φώναζαν όλες “Όχι βία, διώξτε μας αλλά όχι έτσι”…

Δε γνωρίζω τι γινόταν στους άλλους ορόφους. Μετά από τον ξεσηκωμό μας, οι μπάτσοι ήταν ευγενικοί. Μας ζήτησαν συγνώμη και είπαν να κάτσουμε κάτω και να ηρεμήσουμε. Μείναμε γύρω στις δύο με τρείς ώρες έτσι. Ζητούσαμε να πάμε τουαλέτα και μας έλεγαν όχι. Ένα κοριτσάκι, πήγε και ρώτησε έναν μπάτσο στα ελληνικά “Κύριε, σε παρακαλώ, θέλω να πάω τουαλέτα”. Όλοι τότε ξεκινήσαμε να φτιάχνουμε μία ουρά για την τουαλέτα. Οι μπάτσοι πρόσεχαν κάθε μας κίνηση.

Όταν ηρέμησε κάπως η ατμόσφαιρα, βρήκα το θάρρος και ρώτησαν έναν από αυτούς “Γιατί ήρθατε έτσι; Με τα όπλα;” κι εκείνος απάντησε “Έτσι το κάνουμε, προστατεύουμε τους εαυτούς μας, είναι η δουλειά μας. Κι αν εσείς είχατε όπλα, τι θα γινόταν;”.

II

Έσπασαν όλες τις πόρτες του ανελκυστήρα. Έσπασαν και διάφορους τοίχους μέσα στο κτήριο για να δουν αν κρύβονται κάπου άνθρωποι ή αντικείμενα. Είχαν την ελπίδα ότι θα βρουν στοιχεία για την υπόθεση που ξεκίνησε τρείς μέρες πριν την εκκένωση (τρομοκρατική οργάνωση) καθότι κάποια άτομα απο την κοινότητα είχα προσαχθεί ή συλληφθεί. Ξεκίνησαν να κατεβαίνουν από τους πάνω ορόφους. Μόνο με παρουσία μπάτσων μπορούσαμε να πακετάρουμε τα πράγματά μας. Διέταξαν όλους τους ορόφους να κατέβουν στο ισόγειο. Εμείς στον τέταρτο, μα τα πράγματα μας ήταν στον δεύτερο. Ρωτήσαμε για να τα πάρουμε και μας είπαν πως πρέπει να περιμένουν γιατί δεν έχει τελειώσει ακόμα η έρευνα στον δεύτερο.

Μας επέτρεψαν να μπούμε μέσα ένας-ένας για τα πράγματα. Πήραμε τα πιο σημαντικά πράγματα. Όταν κατεβήκαμε στο ισόγειο, συνειδητοποίησα τον όγκο των κατοίκων, της Μπουμπουλίνας. Κατάλαβα ότι είχα ξεχάσει την βίβλο μου πάνω, ένας μπάτσος πήγε και μου την έφερε. Τον ρώτησα πολλά πράγματα: “Γιατί έρχεστε έτσι;”, “Θα μας βρείτε σπίτι;” κι εκείνος είπε “αν γεμίζεις ένα ποτήρι με νερό, κάποια στιγμή θα χυθεί. Έτσι γίνεται και με σας, το ποτήρι ξεχείλεισε.”. Ξεκίνησα να τσακώνομαι μαζί του γιατί μας είπε ότι τόσο καιρό δεν πληρώνουμε ρεύμα και νερό, του απάντησα ότι κι εκεί στα camps πάλι δε θα πληρώνουμε, γιατί να μη μας αφήσουν εδώ; Εκείνος αποκρίθηκε “εκτός αυτού, ο ιδιοκτήτης θέλει πίσω το κτήριο” (σημ. το κτήριο ανήκει στο Υπ.Π.Π).

Όλοι τους είχαν κουκούλες. Δεν κατάλαβα αν μιλούσα με άντρα ή γυναίκα. Ένας άλλος χωρίς κουκούλα ήρθε και μας είπε πρέπει να επιβιβαστούμε στα λεωφορεία ανά εξάδες. Πριν βάλουμε τα πράγματα στο κάτω μέρος του λεωφορείου τα έψαξαν όλα πετόντας τα στον δρόμο για να τα πακετάρουμε ξανά. Μπήκαμε στο λεωφορείο και περιμέναμε να γεμίσει. Οι κανονικοί μπάτσοι είχαν κάμερες και τραβούσαν φωτογραφίες. Είχε πολλούς δημοσιογράφους

Το λεωφορείο ξεκίνησε και πήγαμε στην Πέτρου Ράλλη

III

Στην Πέτρου Ράλλη μας είπαν να παραμείνουμε σε μία αίθουσα (editorium, ονομάστηκε από την ίδια). Σκεφτόμασταν ότι θα δικαστούμε και θα μας απελάσουν (σε Ιράν, Αφγανιστάν, Κονγκό). Μείναμε εκεί για πέντε ώρες, έπειτα επιβεβαίωσαν τα έγγραφα μας σε κάποια άλλα γραφεία. Μετά μας έδωσαν κάποιο λίγο φαγητό όμως ήταν απαίσιο. Όλοι πεινούσαμε. Έδωσαν χυμό και λίγο γάλα στα παιδιά. Για νερό μας είπαν να πίνουμε από την τουαλέτα και ότι το ίδιο πράττουν κι εκείνοι. Σε όσους ήταν ευρωπαίοι έδιναν μπουκάλι με νερό, εμφιαλωμένο. Ύστερα μας έβαλαν στα λεωφορεία, ρωτήσαμε προς τα πού πάμε. “Μη σας νοιάζει, θα έχετε ένα ωραίο ταξίδι”, μας είπαν. Θελήσαμε να πάρουμε φαγητό από τις αποσκευές μας αλλά μας είπαν ότι δεν πρέπει να τρώμε μέσα στο λεωφορείο, δε χρειάζεται φαγητό για μισή ώρα ταξίδι, είπαν. Σκέφτηκα πως ίσως μας πήγαιναν σε κάποιο άλλο κτήριο στο κέντρο, αλλά δεν σταθήκαμε τόσο τυχεροί. Τελικά μας πήγαιναν προς την Αμυγδαλέζα. Όσο βγαίναμε από το κέντρο νιώθαμε απόγνωση. Δεν μπορείς να πας κάπου από εδώ. Δεν έχει λεωφορείο, δεν έχει τίποτα. Είναι ένα κλειστό καμπ, μόνο δάσος! Δεν είχε καθόλου σούπερ μάρκετ. Μόνο μερικά μικρά σπιτάκια, που μπορεί να μη μένει κανείς. Ξαφνικά είδαμε την πόρτα του καμπ. Τέσσερις μπάτσοι άνοιξαν την πόρτα, έπειτα περάσαμε τέσσερις διαδοχικές πόρτες με το λεωφορείο, πόρτες πού φυλλάσονταν. Φτάσαμε στον κύριο χώρο του καμπ. Υπάρχουν συρματοπλέγματα μεταξύ εμάς και των φυλακισμένων. Πιθανόν να μην μας έβλεπαν γιατί ήταν σκοτάδι ενώ σε αυτούς είχε λάμπες. Πριν από εμάς, έφτασε ένα λεωφορείο με ανθρώπους “χωρίς χαρτιά” τους οποίους φυλάκισαν. Οι φύλακες έλεγαν ευγενικά “ελάτε κάτω”, είπαμε κατευθείαν όχι. Ξεκινήσαμε να παίρνουμε τηλέφωνο τα άτομα στα άλλα λεωφορεία και τους είπαμε να μην κατέβει κανείς. Η αστυνομία μάς έλεγε για πως έχουν Wi-Fi και τουαλέτα. Επίσης μας ενημέρωσαν ότι θα βρέξει πολύ και καλύτερα θα ήταν να μπούμε. Τους είπαμε να μας αφήσουν να φύγουμε, έχουμε όλα τα νόμιμα χαρτιά και είμαστε ελεύθεροι να κυκλοφορούμε στο κέντρο. Δεν υπάρχει τίποτα εδώ, είναι μακριά από όλα, δεν ανήκουμε εδώ, είμαστε ελεύθεροι, εδώ είναι κέντρο κράτησης! Εκείνοι επέμεναν και ‘μεις αρνούμασταν, “πρόβλημα σας…”κι έφυγαν για κάμποσο. Όσο εκείνοι έλειπαν εμείς επικοινωνούσαμε με τα λεωφορεία, τι συμβαίνει και τί θα κάνουμε. Τα μωρά άρχισαν να κλαίνε και να πεινάνε, είπαμε δεν γίνεται να πεινάνε τα παιδιά. “Δώστε τους φαγητό”, μίλησα με τους μπάτσους για να δώσουν φαγητό μόνο στα μωρά τουλάχιστον κι εκείνοι είπαν πώς αν θέλουμε φαγητό θα πρέπει να μπούμε στο καμπ! Αρνηθήκαμε ξανά! Πριν αρχίσουν τις απειλές, ήταν ευγενικοί για λίγο. Μας είπαν ότι αν δεν κατέβουμε θα φέρουν τα ΜΑΤ. “Τα λεωφορεία τα έχουμε νοικιάσει, πρέπει να τα γυρίσουμε”. Τους είπαμε ότι ακόμα με ΜΑΤ θα αμυνθούμε, δεν έχουμε να χάσουμε τίποτα, αν ρίξουν δακρυγόνα θα σπάσουμε τα τζάμια. Μας παρακάλεσαν να μην σπάσουμε τα τζάμια γιατί δεν έχουν τόσα χρήματα να πληρώσουν. Ήρθαμε σε συμφωνία όμως, όχι ΜΑΤ-όχι σπασμένα τζάμια. Μετά άλλαξαν τρόπο, μας είπαν ότι θα κοιμηθούμε μόνο ένα βράδυ αλλά δεν τους πιστέψαμε. Τότε, άναψαν τα φώτα και βλέπαμε τους φυλακισμένους. Οι από μέσα μας έλεγαν “αντισταθείτε, μην έρθετε εδώ”. Οι οικογένειες προτίμησαν να μη δώσουν φαγητό στα παιδιά τους και να κοιμηθούν στο λεωφορείο παρά να πάνε στο καμπ. Κάποιοι πεινούσαν πολύ και ήθελαν να πάνε, τους εξηγούσαμε ότι το μέρος είναι φυλακή. Έπρεπε να μείνουμε ενωμένοι, να μη διασπαστούμε. Όταν οι μπάτσοι δεν κοιτούσαν, βγαίναμε για κατούρημα, συζητούσαν πολύ μεταξύ τους. Αντιστεκόμασταν γιατί ήματσαν σίγουροι ότι έτσι θα κερδίσουμε μία μικρή νίκη. Το σχέδιο ήταν να μείνουμε μέσα στο λεωφορείο μέχρις ότου οι μπάτσοι το επιστρέψουν αναγκαστικά πίσω στον ιδιοκτήτη. Είχαμε δύσκολη νύχτα, λόγω βροχής ήταν κλειστά τα παράθυρα. Η αναπνοή ήταν δύσκολη.

IV

Κοιμηθήκαμε ελάχιστα. Στις έξι το ξημέρωμα, σταμάτησε η βροχή. Ξυπνήσαμε πριν τους μπάτσους και κατεβήκαμε κάτω κάποιοι. Κάναμε μία συγκέντρωση. Φωνάζαμε “Ελευθερία, δεν θέλουμε να είμαστε εδώ” και οι μπάτσοι μας είπαν είναι νωρίς και να πάμε μέσα. Άρχισε να βρεχει και μπήκαμε πάλι μέσα. Όλοι πεινούσαν και τα παιδιά άρχισαν πάλι να κλαίνε. Ξαναρωτήσαμε για φαγητό στα παιδιά και είπαν να περιμένουμε, θα φύγουμε σε λίγο. Στις οκτώ και σαράντα τρία νέα λεωφορεία έφτασαν. Πήρε πολλή ώρα να μας μεταφέρουν, δεν τους ένοιαζει ότι πεινάμε. Στις έντεκα το πρωί, μας είπαν να πάμε στα λεωφορεία. Η ταυτοποίηση έγινε μέσω ασυρμάτου με τα κεντρικά. Τέσσερις χρειάστηκε για την επιβεβαίωση όλων μας και τότε φύγαμε από την Αμυγδαλέζα. Όταν το λεωφορείο ξεκίνησε είδαμε ολοφάνερα το πόσο χάλια είναι αυτό το μέρος, μία καταστροφή. Νιώσαμε λύπη για τους ανθρώπους μέσα. Είδα πολλούς πύργους ελέγχου με μπάτσους, με βαρύ οπλισμό, σαν φυλακή. Όταν απομακρυνθήκαμε ήταν όλοι χαρούμενοι. Προσέχαμε τις ταμπέλες για να ελέγχουμε εάν πάμε προς Αθήνα. Κάποια στιγμή τα λεωφορεία χωρίστηκαν. Δεν πηγαίναμε πια προς Αθήνα. Δε βλέπαμε πια την συνοδεία της αστυνομίας, είμασταν μόνοι. Ο οδηγός ήταν αλβανός, τον ρωτήσαμε πού μας πάει και είπε “ακολουθάω την αστυνομία”. “Μα δεν υπάρχει αστυνομία, πού μας πας;!” του είπαμε. Μας είπε ότι τον ενοχλούμε. Μας είπε μία πόλη αλλά δεν θυμάμαι τώρα ποιά… Ήταν super μακριά από την Αθήνα. Νευριάσαμε και του είπαμε να σταματήσει, τρόμαξε γιατί νόμιζε ότι θα τον δέρναμε. “Περιμένετε, δεν μπορώ να σταματήσω εδώ”. Όταν σταμάτησε δεν μας άνοιγε τις πόρτες, έκανε κάποια τηλεφωνήματα κι έπειτα άνοιξε. Πήγαμε κάτω να πάρουμε τα πράγματα μας έμα δεύτερο λεωφορείο ήταν πίσω και κατέβηκαν κι αυτοί. Ξαφνικά ήρθαν δύο οχήματα, ένα περιπολικό και ένα ασθενοφόρο. Αποφασίσαμε να συνεχίσουμε με τα πόδια και δεν είπαν τίποτα. Ρωτήσαμε προς τα πού να πάμε. Μας είπαν ότι στα δέκα χιλιόμετρα θα συναντήσουμε την πλατεία Φυλής (Ζεφύρι), εκεί θα βρούμε μετρό. Δεν περπατούσαμε όλοι στον ίδιο ρυθμό. Έτσι ο καθένας πήρε τον δρόμο του. Έβρεχε και είχε κρύο. Είχαμε δύναμη για να περπατήσουμε. Μείναμε δυνατοί μέχρι να φτάσουμε στο μετρό. Φτάσαμε στο κέντρο, ήρθαμε στο Πολυτεχνείο.

Είμαι πολύ κουρασμένη…

Kereem Domingo,16 χρονών, πρόσφυγας από Κονγκό

  • ΑΣ ΜΗΝ ΕΠΙΤΡΕΨΟΥΜΕ ΣΤΟ ΚΡΑΤΟΣ, ΝΑ ΦΕΡΕΙ ΤΗΝ ΕΠΟΧΗ ΟΠΟΥ ΑΥΤΕΣ ΟΙ ΜΑΡΤΥΡΙΕΣ ΘΑ ΚΡΥΒΟΝΤΑΙ
  • ΝΙΚΗ ΣΤΟΝ ΑΓΩΝΑ ΟΛΩΝ ΤΩΝ ΕΞΕΓΕΡΜΕΝΩΝ, ΚΑΤΑΤΡΕΓΜΕΝΩΝ ΚΑΙ ΚΑΤΑΠΙΕΣΜΕΝΩΝ ΑΝΘΡΩΠΩΝ
  • ΕΜΠΡΟΣ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΟΣΜΟ ΠΟΥ ΟΝΕΙΡΕΥΟΜΑΣΤΕ

Πρωτότυπη δημοσίευση 16/11/2019
via athens.indymedia.org

Απαντήστε

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της ΕντάξειΠληροφορίες