Κείμενο των μελών του Επαναστατικού Αγώνα με αφορμή την εκδήλωση

για τη νέα έκδοση του Ε.Α, στις 20/6 στο Περιστέρι (17:30) από την Συνέλευση Αλληλεγγύης

Λάβαμε 17/06/2020

Κείμενο των μελών του Επαναστατικού Αγώνα

με αφορμή την εκδήλωση της Συνέλευσης Αλληλεγγύης

για τη νέα έκδοση του Ε.Α, στις 20/6 στο Περιστέρι.

16/6/’20

Η μπροσούρα ‘‘ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΜΟΝΔΙΑΚΗ ΑΚΡΑΤΙΚΗ-ΑΤΑΞΙΚΗ ΚΟΙΝΩΝΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ’’ είναι μια έκδοση του Επαναστατικού Αγώνα που δημοσιεύτηκε αρχικά σε ηλεκτρονική μορφή τον Δεκέμβριο του 2019 και τον Φεβρουάριο του 2020 σε έντυπη μορφή σε περιορισμένο αριθμό αντιτύπων. Είναι μια έκδοση που αποτελεί μια όσο γίνεται πιο σαφή διατύπωση θέσεων και προτάσεων που πρέπει κατά τη γνώμη μας να έχει ένα κίνημα στην εποχή μας, ένα κίνημα αντικρατικό και αντικαπιταλιστικό που να στοχεύει στο ξεπέρασμα της υφιστάμενης κρατικοκαπιταλιστικής κοινωνικής οργάνωσης και την προώθηση μιας πρότασης για μια συνομοσπονδιακή αντισεξιστική, οικολογική, ακρατική και αταξική κοινωνική οργάνωση. Σε μια εποχή ιδεολογικοπολιτικής σύγχυσης και διαστρέβλωσης όπως η σημερινή είναι επιτακτικό για τους αγωνιστές να είναι όσο γίνεται πιο ξεκάθαροι όσον αφορά τις πολιτικές θέσεις τους.

Το 1ο κεφάλαιο της έκδοσης αφορά στο κεφαλαιώδες ζήτημα της άμεσης κατάργησης του κράτους, πράγμα που απασχόλησε το παλιό επαναστατικό κίνημα και ήταν αντικείμενο διαμάχης μεταξύ αναρχικών-μαρξιστών στην Α΄ Διεθνή. Όμως θίγονται και ζητήματα ταμπού θα λέγαμε, για τους αναρχικούς/αντιεξουσιαστικούς χώρους όπως η έννοια της εξουσίας που λανθασμένα κατά τη γνώμη μας ταυτίζεται με το κράτος αλλά και το ζήτημα της εκπροσώπησης και της εκλογής εκπροσώπων σε μια ακρατική-αταξική κοινωνία. Το ζήτημα της άμεσης κατάργησης ή της βραχυπρόθεσμης διατήρησης του κράτους ήταν ουσιαστικά το κυριότερο που αντιμετώπισε στο εσωτερικό του το παλιό εργατικό επαναστατικό κίνημα και η επικράτηση της γραμμής της βραχυπρόθεσμης διατήρησής του μετά την ‘‘επιτυχημένη’’ επανάσταση στη Ρωσία το 1917, που υποτίθεται ότι η εργατική τάξη το ‘‘χρησιμοποιεί’’ προσωρινά για να συντρίψει την αστική τάξη, ήταν και η αιτία της ήττας του. Αποτέλεσμα την ήττας του κομμουνιστικού οράματος, της υπόσχεσης για μια κοινωνία ισότητας απαλλαγμένη από τις ταξικές διαιρέσεις και την ιεραρχία. Πού βασίζεται όμως η μαρξιστική θέση της βραχυπρόθεσμης διατήρησης του κράτους που ως ‘‘εργατικό’’ κράτος μετά την επανάσταση υποτίθεται, ότι θα είναι το μεταβατικό στάδιο ανάμεσα στον καπιταλισμό και τον κομμουνισμό και που υποτίθεται, ότι θα αυτοδιαλυθεί; Βασίζεται στη νομοτελειακή θέση της πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας και των οικονομικών-ταξικών σχέσεων στην κοινωνία έναντι της πολιτικής και των πολιτικών σχέσεων και της ιδεολογίας-θρησκείας. Δηλαδή, στηρίζεται στο ερμηνευτικό σχήμα ότι βάση της κοινωνικής οργάνωσης είναι η οικονομία και οι οικονομικές-ταξικές σχέσεις που βασίζονται στην ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων και όλα τα άλλα (πολιτική-ιδεολογία) το εποικοδόμημα. Σύμφωνα με αυτό το ερμηνευτικό σχήμα, η πολιτική είναι το αποτέλεσμα και το προϊόν της οικονομίας και των οικονομικών-ταξικών σχέσεων. Έτσι το κράτος ως ο μηχανισμός της πολιτικής εξουσίας, είναι αποτέλεσμα των οικονομικών-ταξικών σχέσεων και άρα το όργανο εξουσίας των οικονομικά ισχυρών, των αρχουσών τάξεων σε όλες τις εποχές από τη δουλοκτησία, τη φεουδαρχία μέχρι τον καπιταλισμό. Σύμφωνα με το ίδιο ερμηνευτικό σχήμα, προηγήθηκε η δημιουργία των άνισων οικονομικών-ταξικών σχέσεων, δηλαδή, προηγήθηκαν η εμφάνιση των κοινωνικών τάξεων και η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής από τους δουλοκτήτες οι οποίοι αργότερα διαμόρφωσαν το κράτος (την πολιτική εξουσία) ως τον μηχανισμό υπεράσπισης των ταξικών τους συμφερόντων. Κατά συνέπεια, την εποχή του εργατικού κινήματος στο καπιταλισμό, πρώτα πρέπει η εργατική τάξη να συντρίψει τις οικονομικές-ταξικές σχέσεις, δηλαδή, να καταστρέψει την αστική τάξη με τη βοήθεια του κράτους που θα το καταλάβει είτε με κοινοβουλευτικά είτε με επαναστατικά μέσα μετατρέποντάς το σε ‘‘εργατικό’’ και όταν εκλείψει η αστική τάξη και η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής δηλαδή οι καπιταλιστικές σχέσεις, τότε το ‘‘εργατικό’’ κράτος θα αυτοδιαλυθεί αφού δεν θα έχει πια λόγο ύπαρξης! Όμως ακόμα και αν αυτό το ερμηνευτικό σχήμα της ιστορικής εξέλιξης θεωρηθεί σωστό, αυτό δεν σημαίνει ότι η εξάλειψη των οικονομικών και ταξικών ανισοτήτων, η εξάλειψη του ιδιωτικού κεφαλαίου και της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής από την αστική τάξη, θα οδηγήσει αυτόματα και νομοτελειακά στην κατάργηση του κράτους αφού αυτό θα είναι ‘‘άχρηστο’’. Στη Ρώσικη Επανάσταση του 1917 ένα τέτοιο ερμηνευτικό σχήμα διαψεύστηκε αν και η Ρωσία το 1917 ήταν κυρίως μια φεουδαρχική χώρα, μια μη αναπτυγμένη βιομηχανική καπιταλιστική χώρα. Παρά την εξάλειψη μετά το 1917 τόσο της φεουδαρχίας, αφού απαλλοτριώθηκε η γη των μεγαλογαιοκτημόνων ευγενών όσο και των μέσων παραγωγής της ολιγάριθμης αστικής τάξης, το κράτος δεν μαράθηκε ή αυτοδιαλύθηκε κατά τις προβλέψεις των Μαρξ-Ένγκελς, αλλά αντιθέτως, γιγαντώθηκε και πήρε ολοκληρωτικά χαρακτηριστικά αναλαμβάνοντας εξ ολοκλήρου την οικονομική δραστηριότητα, πρώτα της βιομηχανίας και μετά της γεωργίας και μην επιτρέποντας με δικτατορικό τρόπο στους εργάτες και τους αγρότες να έχουν λόγο στη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων. Στη Ρωσία το 1917 οι εργάτες δημιούργησαν εργοστασιακές επιτροπές (σοβιέτ) για να διευθύνουν την βιομηχανία και τα εργοστάσια και ενώ είχαν εξαλειφθεί οι φεουδαρχικές και αστικές οικονομικές σχέσεις, λίγο μετά οι εργοστασιακές επιτροπές αντικαταστήθηκαν από τη διαχείριση του ενός και μόνο ατόμου, του διευθυντή του εργοστασίου, που ήταν μέλος της κρατικής γραφειοκρατίας και του κυβερνώντος μπολσεβίκικου κόμματος. Κεντρικός σχεδιασμός της οικονομίας από το ίδιο το κράτος στη Σοβιετική Ένωση και στα καθεστώτα του ‘‘υπαρκτού σοσιαλισμού’’, όπου το κράτος είναι ο μοναδικός καπιταλιστής, διαψεύδει τη μαρξιστική θέση της πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας, όπου οικονομία και οικονομικές σχέσεις είναι η βάση της κοινωνίας και οι πολιτικές σχέσεις, δηλαδή, το κράτος, είναι το εποικοδόμημα και αποδεικνύει την ορθότητα της θέσης των αναρχικών και του Μπακούνιν που μιλάει για τον πρωτεύοντα ρόλο του κράτους και των πολιτικών σχέσεων και συνεπώς το πρώτο καθήκον των επαναστατών πρέπει να είναι η άμεση κατάργηση του κράτους. Στη Σοβιετική Ένωση το κράτος και η κρατική γραφειοκρατία επέβαλαν άνισες οικονομικές-ταξικές σχέσεις αφαιρώντας από τους εργάτες και τους αγρότες κάθε δικαίωμα στη διαχείριση της οικονομίας και των κοινωνικών υποθέσεων. Στην πραγματικότητα η σχέση Κράτους και Κεφαλαίου είναι αμφίδρομη και σε αρκετές περιπτώσεις η κρατική εξουσία ήταν αυτή που επέβαλε την εκβιομηχάνιση και τις καπιταλιστικές οικονομικές σχέσεις. Για παράδειγμα ήταν το γερμανικό έθνος κράτος το οποίο δημιουργήθηκε το 1850 από την πρωσική γραφειοκρατία που επέβαλε την εκβιομηχάνιση της Γερμανίας και που στις αρχές του 20ου αιώνα ξεπέρασε σε οικονομική ανάπτυξη τη βρετανική αυτοκρατορία. Ήταν ο Ιάπωνας αυτοκράτορας Μέιτζι (Meiji-taitei ή Μουτσουχίτο) που ως κεφαλή του ιαπωνικού αυτοκρατορικού κράτους το 1868 επέβαλε τη μετάβαση της Ιαπωνίας από τη φεουδαρχία στο καπιταλισμό και την εκβιομηχάνιση. Δεν ήταν το γερμανικό και το ιαπωνικό έθνος-κράτος τα όργανα εξουσίας κάποιων ιδιωτών καπιταλιστών, αλλά ήταν αυτά τα κράτη που επέβαλαν και δημιούργησαν τον γερμανικό και ιαπωνικό καπιταλισμό. Η υποβάθμιση του ρόλου του κράτους στην ιστορική εξέλιξη από το Μαρξ ήταν παράλληλη με την υπερεκτίμηση της σημασίας της ατομικής ιδιοκτησίας των μέσων παραγωγής. Αυτό οφείλεται στο ότι ο Μαρξ ανέλυσε το βρετανικό καπιταλισμό της εποχής του στα μέσα του 19ου αιώνα που ανταποκρινόταν ως ένα βαθμό στο ερμηνευτικό σχήμα της πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας έναντι της πολιτικής. Όμως το λάθος του ήταν ότι αυτό το ερμηνευτικό σχήμα το προέβαλε ως ιστορική νομοτέλεια που ισχύει διαχρονικά, από την εποχή της μετάβασης από τη γενοκρατική μητρογραμμική κοινωνία που απουσιάζουν το κράτος και οι τάξεις, στην κρατιστική δουλοκτητική πατριαρχική κοινωνία ή αλλιώς τον ασιατικό τρόπο παραγωγής, όπως έλεγε. Σε πολλές όμως προκαπιταλιστικές ταξικές κοινωνίες δεν έχει τόσο μεγάλη σημασία η ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά η κρατική ιδιοκτησία. Σε καθεστώτα όπως η Φαραωνική Αίγυπτος, οι μοναρχίες της Μεσοποταμίας από την 3η χιλιετηρίδα πΧ και μετά, η αρχαία Κίνα, το μεσαιωνικό αραβικό χαλιφάτο, η οθωμανική αυτοκρατορία, η τσαρική Ρωσία από τα χρόνια του τσάρου Ιβάν Δ΄ του Τρομερού και τουλάχιστον μέχρι τον Πέτρο τον Α΄, το μεγαλύτερο μέρος τη γης ανήκει στο κράτος, δηλαδή στον ανώτατο άρχοντα, τον μονάρχη ή τον αυτοκράτορα, ο οποίος παράλληλα, είναι και θρησκευτικός ηγέτης και περιστοιχίζεται από μια γραφειοκρατική ελίτ που τον υπηρετεί, στα μέλη της οποίας παραχωρούνται διάφορες διαχειριστικές αρμοδιότητες, όπως η συλλογή των φόρων, η στρατολογία, η τήρηση της τάξης, η απονομή της δικαιοσύνης, η επιστράτευση εργασίας για γιγαντιαία κατασκευαστικά έργα (π.χ. πυραμίδες, σινικό τείχος) κλπ. Τα μέλη αυτής της γραφειοκρατίας δεν βασίζουν την εξουσία τους σε κάποια οικονομική δύναμη, δηλαδή στην ατομική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής, αλλά στη θέση τους στην ιεραρχία της κρατικής γραφειοκρατίας. Είχαν μια ανάλογη θέση που έχει ένας μάνατζερ σε μια σύγχρονη καπιταλιστική κοινωνία ή ανάλογη με αυτή των διευθυντών των κρατικών επιχειρήσεων στα καθεστώτα του ‘‘υπαρκτού’’ σοσιαλισμού. Στην πραγματικότητα οι πρώτες άρχουσες ελίτ ήταν το ίδιο το κράτος, η ίδια η κρατική γραφειοκρατία στην Αίγυπτο και την Μεσοποταμία, όπου οι Φαραώ και οι μονάρχες, με τη βοήθεια της τάξης του ιερατείου αναγορεύτηκαν σε ‘‘γήινους θεούς’’ που η εξουσία τους ήταν ‘‘θεόσταλτη’’ και διαχειρίζονταν τα μέσα παραγωγής, δηλαδή τη γη. Η σύγχρονη εκβιομηχανισμένη εκδοχή αυτού του συστήματος στον 20ο αιώνα ήταν τα καθεστώτα του ‘‘υπαρκτού σοσιαλισμού’’. Οι μπολσεβίκοι από το 1918 και μετά, πρώτα κρατικοποίησαν την βιομηχανία αποστερώντας κάθε εξουσία από τα σοβιέτ από το να διευθύνουν την βιομηχανία ενώ μετά το 1927 κρατικοποίησαν δια πυρός και σιδήρου τη γεωργία. Κάτι παρόμοιο είχε κάνει και ο Ιβάν Δ΄ ο Τρομερός τον 16ο αιώνα ο οποίος κρατικοποίησε τόσο τη γη πολλών βογιάρων (ευγενών), αφαίρεσε το δικαίωμα του μαστιγώματος των δουλοπάροικων από τους βογιάρους, δικαίωμα που το έδωσε στους κρατικούς υπαλλήλους. Επίσης, κρατικοποίησε και την κοινοτική γη των χωρικών, όπως π.χ. την Κομμούνα του Νόβγκοροντ, την οποία έκαψε και μετέτρεψε τους ελεύθερους χωρικούς σε δουλοπάροικους του κράτους. Ιστορικά αποδεικνύεται ότι το κράτος δεν είναι το αποτέλεσμα ούτε το προϊόν οικονομικών-παραγωγικών δυνάμεων ή οικονομικών-ταξικών σχέσεων ή το όργανο κάποιας άρχουσας τάξης, αλλά είναι το ίδιο η άρχουσα τάξη και ελίτ. Αποδεικνύεται σε πολλές περιπτώσεις ότι η πολιτική εξουσία έχει την πρωτοκαθεδρία έναντι της οικονομίας. Το μαρξιστικό ερμηνευτικό σχήμα της πρωτοκαθεδρίας της οικονομίας ως ένα βαθμό ανταποκρινόταν στα καθεστώτα των αρχαίων ελληνικών πόλεων-κρατών, τη Ρώμη και τα δυτικά φεουδαρχικά βασίλεια του μεσαίωνα.

Παρά το γεγονός ότι οι αναρχικοί και ο Μπακούνιν είχαν δίκιο όσον αφορά στον πρωτεύοντα ρόλο του κράτους και στην θέση ότι μια επανάσταση θα πρέπει να καταργήσει το κράτος άμεσα, υπήρξε μια διαστρέβλωση μέσα στο αναρχικό κίνημα που οδήγησε σε ένα είδος ιδεολογικής προκατάληψης η οποία αφορά στην ταύτιση της έννοιας της πολιτικής εξουσίας με το κράτος και στη θέση της ‘‘καταστροφής κάθε είδους εξουσίας’’.

Όμως ιστορικά, μορφές εξουσίας ή αλλιώς διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων υπήρχαν και πριν την εμφάνιση του κράτους (π.χ. γενοκρατική μητρογραμμική κοινωνία), που ανταποκρινόταν σε μια κοινωνική οργάνωση από την οποία απουσίαζαν η πατριαρχία, η ιδιοκτησία, το κράτος, οι τάξεις π.χ. η Ομοσπονδία των 6 φυλών των Ιροκέζων στο Νέο Κόσμο. Μετά η γενοκρατική μητρογραμμική οργάνωση έδωσε τη θέση της στην κοινωνία της Πόλης και την εξουσία του Δήμου όπου εκεί δεν έχει σημασία η φυλετική καταγωγή, αλλά η ιδιότητα του κατοίκου της πόλης ανεξαρτήτως φυλετικής καταγωγής-συγγένειας.

Η Πόλη ως κοινωνική-κοινοτιστική οργάνωση εμφανίστηκε για πρώτη φορά στη Μεσοποταμία 8η-7η χιλιετηρίδα πΧ όπου απουσίαζε αρχικά το κράτος και οι ταξικές διαιρέσεις. Τέτοιοι αυτοκυβερνώμενοι και αυτοδιοικητικοί θεσμοί, όπως η συνέλευση των κατοίκων της πόλης (Δήμου) εμφανίστηκαν και αργότερα, ακόμα και την περίοδο που είχαν εμφανιστεί το κράτος και οι ταξικοί διαχωρισμοί, όπως ήταν η Εκκλησία του Δήμου στη κλασική αρχαία Ελλάδα (Αθήνα) ή σε μεσαιωνικές πόλεις (Κομμούνες) της Ευρώπης (π.χ. Νόβγκοροντ, Πσκωφ, η συνομοσπονδία της Χανσεατικής Λίγκας, οι ελβετικές συνομοσπονδίες των καντονιών) που αναλόγως των περιστάσεων, είτε συνυπήρχαν είτε αντιμάχονταν τις τότε κρατικές οντότητες των μοναρχών και των φεουδαρχών.

Μορφές λαϊκής εξουσίας ήταν π.χ. το δημοτικό συμβούλιο τη Παρισινής Κομμούνας το 1793 στη Γαλλική Επανάσταση και το δημοτικό συμβούλιο της Κομμούνας του 1871 (στο οποίο συμμετείχαν προυντονιστές), με την Κομμούνα του 1871 να είναι ουσιαστικά η τελευταία επανάσταση μιας περιόδου μετάβασης από την προβιομηχανική εποχή στον βιομηχανικό καπιταλισμό, αφού ήταν μια επανάσταση των προβιομηχανικών εργαζόμενων τάξεων και όχι τόσο του βιομηχανικού προλεταριάτου.

Είναι αυτονόητο ότι οι κοινωνικές επαναστάσεις θέτουν το ζήτημα της κατάληψης εξουσίας και όχι απαραίτητα του κράτους εφόσον μιλάμε για μια ελευθεριακή επανάσταση. Σε μια επανάσταση ή ο φτωχός λαός, οι φτωχοί, οι μισθωτοί εργαζόμενοι, οι γυναίκες, οι απλοί άνθρωποι θα καταλάβουν την εξουσία, δηλαδή θα αναλάβουν οι ίδιοι την διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων μέσα από τις δικές τους δομές αυτοδιεύθυνσης και αυτοδιαχείρισης ή το κράτος ως μονοπωλιακός συγκεντρωτικός μηχανισμός θα τους συντρίψει. Αυτό συνέβη σε όλα τα επαναστατικά κινήματα. Δεν μπορεί να υπάρξει επί μακρόν δυαδική εξουσία και ή θα επιβληθεί η εξουσία των απλών ανθρώπων και του λαού ή θα διαιωνιστεί και θα επιβληθεί η κρατική εξουσία που θα αντιπροσωπεύει μια κοινωνική και οικονομική ελίτ.

Γι’ αυτό και στο 2ο κεφάλαιο που αφορά στα σπουδαιότερα επαναστατικά εγχειρήματα γίνεται ιδιαίτερη μνεία στην Ισπανική Επανάσταση και την καταστροφική επιλογή των αναρχικών στην Καταλονία και τη Βαρκελώνη όπου ενώ είχαν την εξουσία στα χέρια τους τον Ιούλιο του 1936, την απεμπόλησαν και επέλεξαν τη συμμετοχή τους στη Κεντρική Επιτροπή Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών της Καταλονίας, έναν ουσιαστικά κρατικοκυβερνητικό μηχανισμό, και στο αντεπαναστατικό Λαϊκό Μέτωπο που ένα χρόνο αργότερα, από τον Μάιο του 1937, κατέστειλε τις λαϊκές κατακτήσεις και τις δομές λαϊκής εξουσίας και αυτοδιεύθυνσης, τις εργατικές κολεκτίβες και ως ένα βαθμό τις αγροτικές κολεκτίβες. Η επιλογή να μην προχωρήσουν στην ολοκλήρωση του ελευθεριακού κομμουνισμού και να μην καταργήσουν εντελώς το καταλανικό ημιαυτόνομο κράτος (Τζενεραλιντάντ), έγινε ως ένα βαθμό με το σαθρό επιχείρημα ‘‘να μην επιβληθεί μια αναρχική δικτατορία ή εξουσία’’. Μετά τις νικηφόρες μάχες στις 19-20 Ιουλίου 1936 στη Βαρκελώνη εναντίον των φρανκικών, αντί να φτιάξουν λαϊκές πολιτικές δομές διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων που θα αντικαθιστούσαν το κράτος ενώ είχαν απαλλοτριώσει και κοινωνικοποιήσει τα πάντα, τη βιομηχανία, τις εταιρείες κοινής ωφέλειας, το εμπόριο, τις μεταφορές, επέλεξαν τακτικίστικα να συνεργαστούν στο όνομα του ‘‘κοινού’’ αντιφασιστικού αγώνα με το κράτος του Λαϊκού Μετώπου και την αντεπαναστατική συμμαχία σοσιαλιστών-κομμουνιστών-καταλανιστών κλπ. Αντίθετα, σε περιοχές της ισπανικής υπαίθρου όπως η ανατολική Αραγονία που είχε απελευθερωθεί από τη Φάλαγγα Ντουρρούτι, μακριά από τα αστικά κέντρα εξουσίας (Μαδρίτη-Βαλένθια), οι αναρχικοί είχαν συγκροτήσει από τον Γενάρη του 1937 μια οργανωτική δομή αυτοδιεύθυνσης και λαϊκής εξουσίας, την Ομοσπονδία Κολεκτίβων της Αραγονίας, που εκπροσωπούσε 450 κολεκτίβες με μισό εκατομμύριο σχεδόν μέλη, (433.000) χωρικούς-αγρότες ενώ στη συνέχεια είχε συγκροτηθεί το Συμβούλιο της Αραγονίας, ένα είδος κυβερνητικού οργάνου και διαχείρισης για το συντονισμό των κολεκτίβων της περιοχής. Το Συμβούλιο της Αραγονίας καταστάλθηκε τον Ιούνιο του 1937 με την επιδρομή μιας ‘‘κομμουνιστικής’’ μεραρχίας εναντίον των αγροτικών κολεκτίβων της περιοχής στο πλαίσιο της γενικότερης επίθεσης του αντεπαναστατικού Λαϊκού Μετώπου εναντίον του επαναστατικού κινήματος με σκοπό την οριστική παλινόρθωση του κράτους και του κεφαλαίου στη ‘‘δημοκρατική ζώνη’’, επίθεση η οποία είχε ξεκινήσει ένα μήνα πριν, το Μάη του 1937 με τη μάχη τη Βαρκελώνης μεταξύ αναρχικών-πουμιστών* (*μέλη του POUM ενός μικρού κόμματος μαρξιστών/τροτσκιστών) από τη μια μεριά και κομμουνιστών-καταλανιστών από την άλλη και την επίθεση του Λαϊκού Μετώπου στις εργατικές κολεκτίβες της πόλης. Η απόρριψη της επιλογής των CNT-FAI να κρατήσουν την εξουσία στην Καταλονία και την Βαρκελώνη τον Ιούλιο του 1936 βασιζόταν σε μια ιδεολογική προκατάληψη στο όνομα της ‘‘καταστροφής κάθε είδους εξουσίας’’ και οδήγησε στην πραγματικότητα στο να κυριαρχήσουν οι οπαδοί του κρατισμού, οι σταλινικοί -‘‘κομμουνιστές’’, που κατέστειλαν την Ισπανική Επανάσταση πολύ πριν τη νίκη του Φράνκο.

Όπως είχε πει ένα μέλος του POUΜ που ήταν σύμμαχος των αναρχικών και της CNT και που μετά τη μάχη της Βαρκελώνης το 1937 εκκαθαρίστηκε από τους σταλινικούς, ‘‘αν η CNT δεν έπαιρνε την εξουσία στην Καταλονία, δεν θα μπορούσε να υπάρξει γνήσια επανάσταση. Μα η CNT δεν επιθυμούσε την εξουσία. Πίστευε πως η εξουσία επί της οικονομίας (κολεκτιβοποιήσεις) θα αρκούσε και παρουσίαζε την παραίτησή της από την πολιτική εξουσία ως δείγμα γενναιοδωρίας, ενώ στην πραγματικότητα αποτελούσε μια συνθηκολόγηση σε κάποιες ιδεολογικές προκαταλήψεις. Η εξουσία όμως εξακολουθούσε να υπάρχει σε αποσύνθεση στο μέγαρο της Τζενεραλιντάντ (το καταλανικό κράτος), ακμαία δε στη Κεντρική Επιτροπή των Αντιφασιστικών Πολιτοφυλακών…. Στην πραγματικότητα υπήρχαν δύο εξουσίες. Η μία, εκείνη που αντιστοιχούσε στους εργάτες, είχε την ισχύ μα όχι τη βούληση να κυβερνήσει· η άλλη, η μικροαστική ρεπουμπλικανική δύναμη, δεν είχε την ισχύ, μα είχε σαφή βούληση να ανακτήσει την εξουσία’’.

Η εμμονή σε μια διαστρέβλωση και μια προκατάληψη που μιλά για την ‘‘καταστροφή κάθε είδους εξουσίας’’ πέραν του ότι είναι αδιέξοδη γιατί αφήνει το κοινωνικό πεδίο ελεύθερο στους κάθε είδους κρατιστές δεξιούς ή αριστερούς να μονοπωλούν τη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων, καθιστά και μη εφαρμόσιμη την αναρχική ιδέα για μια δικαιότερη κοινωνική οργάνωση, αλλά και διαψεύδεται από την ιστορία του αναρχικού κινήματος. Το 1936-37 στη διάρκεια της Ισπανικής Επανάστασης υπήρχαν τάσεις και ομάδες μέσα στο αναρχικό και αναρχοσυνδικαλιστικό κίνημα, όπως π.χ. οι αναρχοσυνδικαλιστές εργάτες του Μπάχο Λιομπρεγκάτ, οι Φίλοι του Ντουρρούτι, η Ελευθεριακή Νεολαία που ζητούσαν την κατάληψη της πολιτικής εξουσίας από τη CNT, η οποία ήταν η κυριότερη δύναμη του επαναστατικού κινήματος και εκπροσωπούσε τις πλατιές μάζες των εργατών και των αγροτών στην Ιβηρική. Οι Φίλοι του Ντουρρούτι θεωρούσαν ότι η CNT-FAI θα έπρεπε να καταλάβει όχι μόνο την οικονομική αλλά και την πολιτική εξουσία. Θα έπρεπε δηλαδή, να ανατραπεί το καταλανικό κράτος (Τζεναραλιντάντ) και να αντικατασταθεί από το δίκτυο των εργατικών-εργοστασιακών επιτροπών που είχε σταθεί στην αρχή οδηγός της Επανάστασης. Το 1937, στις 14 Απριλίου και λίγο πριν την μάχη της Βαρκελώνης οι Φίλοι του Ντουρρούτι δήλωναν: ‘‘η CNT και η FAI, όντας οι οργανώσεις που εκφράζουν τις ανησυχίες του λαού, πρέπει να βρουν μια επαναστατική διέξοδο από το αδιέξοδο… Έχουμε τα όργανα, που πρέπει να μπουν στη θέση των ερειπίων του Κράτους. Τα Συνδικάτα και οι Δήμοι πρέπει να αναλάβουν τον έλεγχο της οικονομικής και κοινωνικής ζωής’’. Εδώ οι Φίλοι του Ντουρρούτι εκφράζουν και μια κομμουναλιστική οπτική αφού πέραν των συνδικάτων που σύμφωνα με την αναρχοσυνδικαλιστική άποψη θα αναλάβουν την διαχείριση της οικονομίας, υπάρχουν και οι Δήμοι που θα αναλάβουν την διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων στη θέση του κράτους.

Με βάση την πλούσια ιστορική εμπειρία αποδεικνύεται ότι το πραγματικό ζήτημα που αντιμετωπίζει κάθε επανάσταση δεν είναι αν θα υπάρχει εξουσία ή όχι στην ελεύθερη κοινωνία, αλλά ποιός θα την κατέχει, πώς θα ασκείται και μέσα από ποιούς θεσμούς. Είναι διαστρέβλωση και λάθος να ταυτίζεται η έννοια της εξουσίας με το κράτος που είναι ένας μηχανισμός κυριαρχίας διαχωρισμένος από την κοινωνική βάση και επιβάλλει κάθε είδους κοινωνικούς-ταξικούς διαχωρισμούς. Στην Ισπανική Επανάσταση όμως, οι αναρχικοί, οι εργάτες και οι αγρότες μέσα από τις δομές αυτοδιαχείρισης και αυτοδιεύθυνσης, τις εργατικές και αγροτικές κολεκτίβες, τις εργοστασιακές επιτροπές, τις συνελεύσεις των χωριών, την Ομοσπονδία Κολεκτίβων αλλά και μέσα από τις πολιτοφυλακές και τις φάλαγγες ακόμα και τις Περιπολίες Ελέγχου της Βαρκελώνης που ήταν μια ένοπλη δύναμη με ‘‘αστυνομικά’’ καθήκοντα για την τήρηση της δημόσιας τάξης στη Βαρκελώνη, ασκούσαν εξουσία. Εξουσία ελεγχόμενη όμως από την κοινωνική βάση, μέσα από τις συνελεύσεις των μελών των δομών της λαϊκής εξουσίας π.χ. κολεκτίβες κλπ. Και αυτή είναι στην πραγματικότητα η ουσία της άμεσης δημοκρατίας. Μορφές και δομές αυτοδιαχείρισης, αυτοοργάνωσης και λαϊκής εξουσίας υπήρξε και το δημοτικό συμβούλιο της Παρισινής Κομμούνας του 1871, τα σοβιέτ των εργατών, αγροτών και στρατιωτών στη Ρωσία και την Ουκρανία το 1917-1921 πριν από την επικράτηση της κρατικομπολσεβίκικης δικτατορίας, τα συμβούλια των εργατών και στρατιωτών στη Γερμανία το 1918-19, τα ουγγρικά εργατικά συμβούλια το 1956. Το ίδιο ισχύει σήμερα για τα συμβούλια των ζαπατιστικών ιθαγενικών κοινοτήτων στην Τσιάπας στο Ν.Α Μεξικό, στις περιοχές που ελέγχει ο ΕΖLN από το 1994, οι κομμούνες και τα συμβούλια στη Ροζάβα – Β.Συρία από το 2012 και μετά όπου διεξάγεται ένα σημαντικότατο επαναστατικό εγχείρημα, αυτό του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού και της Δημοκρατικής Αυτονομίας, που βασίζεται σε μια διεθνή συνομοσπονδία των λαών της περιοχής (Κούρδων, Αράβων, Συροϊακωβιτών, Γιεζίντι, Τουρκμένιων κλπ).

Είναι κεφαλαιώδους σημασίας η διατύπωση θέσεων βάση των οποίων πρέπει να προτείνουμε με ποιες δομές διαχείρισης των κοινωνικών υποθέσεων ή λαϊκής εξουσίας θα αντικαταστήσουμε το κράτος. Ποιά θα είναι η διάρθρωση μιας οικολογικής, αντισεξιστικής, ακρατικής και αταξικής κοινωνικής οργάνωσης; Με τι θα αντικαταστήσουμε το κράτος και το κεφάλαιο; Ποιά θα είναι τα κύτταρα αυτής της επαναστατικής κοινωνικής οργάνωσης; Πώς θα γίνεται η διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων σε τοπικό, εθνικό ή σε διεθνές επίπεδο;

Η πρόταση του Επαναστατικού Αγώνα για μια συνομοσπονδιακή αταξική ακρατική κοινωνική οργάνωση βασίζεται στον Κοινοτισμό. ‘‘Ορίζοντας την έννοια της Κοινότητας (βλέπε 3ο κεφάλαιο) δεν εννοούμε φυσικά την απλή συγκατοίκηση ανθρώπων σε ένα γεωγραφικό σημείο, όπως μπορεί να είναι αντιληπτό στην εποχή μας. Ως κοινότητα ορίζουμε μια οντότητα πολιτική, κοινωνική, οικονομική, με αυτόνομα χαρακτηριστικά… Η Κοινότητα (Commune στα λατινικά), προϋπήρξε της εμφάνισης του κράτους και επιβίωσε σχεδόν μέχρι τις μέρες μας με την ανάπτυξη του συγκεντρωτικού έθνους-κράτους και την ανάδυση του καπιταλισμού. Χαρακτηριστικό της γνώρισμα η αυτοδιοίκηση και η ελευθερία λήψης αποφάσεων σχετικά με ζητήματα που αφορούν την παραγωγή, τη διάθεση των αγαθών, τη διαχείριση των κοινών πόρων, την εκπαίδευση, τον πολιτισμό, την ασφάλεια, την απονομή δικαιοσύνης. Μια τέτοιας μορφής οντότητα που αναπτύσσεται σε αρμονία στο φυσικό περιβάλλουν, βρίσκεται και καθορίζεται από αυτό σε κάθε λειτουργία της, συνιστά το αντίπαλο δέος της συγκεντρωτικής κρατικής εξουσίας, η οποία είναι εκ φύσεως εχθρός κάθε αυτόνομης και μη ελεγχόμενης από την ίδια, πολιτικής και κοινωνικής λειτουργίας. Επίσης, συνιστά το αντίπαλο δέος του καπιταλιστικού συστήματος, καθώς προαπαιτούμενο της ύπαρξης της κοινότητας είναι η κοινωνική αλληλεγγύη μεταξύ των μελών της και καθώς η ύπαρξη και η ελευθερία του ενός προϋποθέτει την ύπαρξη και λειτουργία της κοινότητας’’.

Στο 4ο και τελευταίο κεφάλαιο της έκδοσης του Επαναστατικού Αγώνα επιχειρείται μια πρόταση δομικού χαρακτήρα μιας συνομοσπονδιακής αποκεντρωτικής κοινωνικής οργάνωσης όπου κύτταρο και πρωτοβάθμιο επίπεδο μιας τέτοιας κοινωνικής οργάνωσης θα είναι οι Δήμοι (Κομμούνες) που ως κοινοτιστικοί θεσμοί θα στηρίζονται σε αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες, δηλαδή, στις πρόσωπο με πρόσωπο συνελεύσεις των κατοίκων στις γειτονιές των πόλεων, τις πόλεις και τις κωμοπόλεις, τα χωριά κλπ. Μια ουσιώδης διαφορά της πρότασης αυτής από τα παλιά επαναστατικά εγχειρήματα είναι ότι δεν στηρίζεται σε μια εργατίστικη, οικονομοκεντρική ή παραγωγική βάση, όπως ήταν τα εργατικά συμβούλια, τα σοβιέτ στη Ρωσία του 1917, οι αγροτικές και εργατικές κολεκτίβες στην Ισπανία το 1936. Όπως επίσης, διαφέρει από την αναρχοσυνδικαλιστική άποψη όπου τα συνδικάτα αναλαμβάνουν το έλεγχο της οικονομίας-παραγωγής, αλλά στηρίζεται στο ότι ο Δήμος αναλαμβάνει τη διαχείριση του συνόλου της κοινωνικοπολιτικής ζωής, συμπεριλαμβανομένης και της οικονομίας. Άρα η παραγωγή, η βιομηχανία, η διάθεση των αγαθών, οι υπηρεσίες κοινής ωφέλειας όπως η ύδρευση, η καθαριότητα και η διαχείριση-ανακύκλωση των απορριμμάτων, ως ένα βαθμό η ενέργεια, οι τοπικές συγκοινωνίες-μεταφορές αλλά και οι τομείς της υγείας, της εκπαίδευσης, της ασφάλειας και της απονομής δικαιοσύνης θα είναι υπό τον έλεγχο του Δήμου, θα είναι κοινωνικοποιημένα- δημοτικοποιημένα αγαθά και θα υπάγονται στη διαχείριση της Συνέλευσης των δημοτών (Εκκλησία του Δήμου). Έτσι οι Δήμοι (Κομμούνες) θα έχουν ένα μεγάλο βαθμό ανεξαρτησίας, αυτονομίας και αυτοδιεύθυνσης-αυτοδιοίκησης εντός ενός εθνικού ή διεθνούς ακόμα αποκεντρωτικού πλέγματος εξουσίας. Άρα η Συνέλευση των δημοτών (Εκκλησία του Δήμου), παίρνει όλες τις αποφάσεις που αφορούν όλες τις κοινωνικές υποθέσεις και από αυτήν θα εκλέγεται το δημοτικό συμβούλιο, δηλαδή, αιρετοί και άμεσα ανακλητοί εκπρόσωποι που θα είναι υπεύθυνοι των κοινωνικών τομέων που βρίσκονται στη διαχείριση του Δήμου.

Το θέμα της εκπροσώπησης είναι ένα άλλο ζήτημα-ταμπού για πολλούς αναρχικούς αφού εδώ υπάρχει μια σύγχυση και μια διαστρέβλωση όπου ταυτίζεται η ύπαρξη τέτοιων εκπροσώπων αιρετών και άμεσα ανακλητών, με τους θεσμούς της αντιπροσώπευσης της αστικής ‘‘δημοκρατίας’’. Και εδώ επίσης, το ζήτημα όπως και με το ζήτημα της εξουσίας γενικά, δεν είναι αν θα υπάρχουν εκπρόσωποι, αλλά αν θα είναι ελεγχόμενοι και άμεσα ανακλητοί από τις συνελεύσεις στις γειτονιές, τις πόλεις και τα χωριά όπου όλες και όλοι θα συμμετέχουν και θα αποφασίζουν για τη διαχείριση όλων των κοινωνικών υποθέσεων και όλες και όλοι θα μπορούν να αναλαμβάνουν θέση εκπροσώπων ελεγχόμενων από τις λαϊκές συνελεύσεις. Οι εκπρόσωποι σε τέτοιες αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες δεν είναι παρά εκτελεστές των αποφάσεων της λαϊκής συνέλευσης, της συνέλευσης των δημοτών. Και εδώ βρίσκεται η ουσιώδης διαφορά με τους βουλευτές αντιπροσώπους της αστικής ‘‘δημοκρατίας’’ οι οποίοι αποφασίζουν ερήμην του λαού και δεν είναι καν ελεγχόμενοι για τις αποφάσεις τους πριν το τέλος της τετραετούς θητείας τους. Το ίδιο ισχύει και για τους δημάρχους ή τα δημοτικά συμβούλια της σημερινής τοπικής ‘‘αυτοδιοίκησης’’ που αναπαράγουν κατ’ εικόνα και ομοίωση τους αστικούς αντιπροσωπευτικούς θεσμούς του συγκεντρωτικού κράτους.

Πέραν όμως από την έλλειψη του άμεσου ελέγχου και της άμεσης ανακλητότητας των βουλευτών-αντιπροσώπων της αστικής ‘‘δημοκρατίας’’, των αντιπροσώπων της τοπικής ‘‘αυτοδιοίκησης’’, το πνεύμα της διαχείρισης και αντιπροσώπευσης είναι στην ουσία η ανάθεση των κοινωνικών υποθέσεων στους επαγγελματίες πολιτικούς βουλευτές και τα μέλη της κρατικής κυβέρνησης. Το μόνο πολιτικό δικαίωμα των σημερινών υπηκόων των αστικών ‘‘δημοκρατιών’’ είναι η συμμετοχή στις εκλογικές διαδικασίες κάθε 4 χρόνια που αναθέτουν στους ειδικούς επαγγελματίες της πολιτικής τη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων, χωρίς να μπορούν να τους ελέγξουν για τη τήρηση ή μη των υποσχέσεων και των προγραμμάτων τους ούτε μπορούν να τους καθαιρέσουν σε περίπτωση μη τήρησης των υποσχέσεων, εξαπάτησης ή ακόμα και εγκληματικών καταχρήσεων και υπεξαιρέσεων του δημόσιου χρήματος, κάτι σύνηθες στις σημερινές αστικές ‘‘δημοκρατίες’’. Αντιθέτως, στην άμεση δημοκρατία, οι πολίτες δεν αναθέτουν τη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων σε επαγγελματίες πολιτικούς, αλλά συμμετέχουν οι ίδιοι στη Συνέλευση των δημοτών (Εκκλησία του Δήμου), μιλούν, προτείνουν και αποφασίζουν για όλες τις κοινές υποθέσεις ενώ μπορούν να εκλεγούν και ως αιρετοί και άμεσα ανακλητοί εκπρόσωποι, ως μέλη του δημοτικού συμβουλίου που θα διαχειρίζεται το σύνολο της οικονομικής και κοινωνικής δραστηριότητας. Γι’ αυτό και γίνεται αναφορά στο παράδειγμα της αρχαίας Αθηναϊκής Δημοκρατίας, όπου οι πολίτες συμμετείχαν αυτοπροσώπως στην Εκκλησία του Δήμου, αποφάσιζαν για την υπόθεση του Δήμου και εξέλεγαν του αξιωματούχους της πόλης –υπήρχαν και διαδικασίες κλήρωσης πολιτών για τα αξιώματα– και συμμετείχαν όλοι εναλλάξ στη Βουλή των Πεντακοσίων, που ήταν ένα σώμα το οποίο πρότεινε νόμους που θα έπρεπε να εγκριθούν από τη γενική συνέλευση των πολιτών (Εκκλησία του Δήμου) ενώ όλοι οι πολίτες (άρρενες) άνω των 30 ετών συμμετείχαν στην απονομή της δικαιοσύνης στην Ηλιαία ως δικαστές. Παρά το γεγονός ότι ήταν μια ταξική πατριαρχική και δουλοκτητική κοινωνία που ακόμα και οι ελεύθερες γυναίκες δεν είχαν πολιτικά δικαιώματα, τα δικαιώματα που απολάμβαναν οι πολίτες της αρχαίας Αθηναϊκής δημοκρατίας είναι αδιανόητα για τους σημερινούς πολίτες των αστικών ‘‘δημοκρατιών’’. Όμως και σε όλα τα επαναστατικά εγχειρήματα, π.χ. στην Παρισινή Κομμούνα του 1871 ή στην Ισπανία του 1936, οι λαϊκές εργαζόμενες τάξεις επιχείρησαν και πέτυχαν έστω και για ένα βραχύβιο διάστημα να πάρουν τη ζωή στα χέρια τους μέσα από αμεσοδημοκρατικές διαδικασίες που όλες και όλοι είχαν την ευχέρεια να συμμετέχουν στη διαχείριση των κοινωνικών υποθέσεων και όχι να αναθέτουν σε ‘‘ειδικούς’’ επαγγελματίες πολιτικούς τη διαχείρισή τους. Και αυτή η επαναστατική παράδοση συνεχίζεται σήμερα στα επαναστατικά εγχειρήματα της εποχής μας, στις ζαπατιστικές κοινότητες της Τσιάπας του Ν. Α. Μεξικού και στη Ροζάβα – Β. Συρία. Η άμεση δημοκρατία είναι η πραγματική δημοκρατία, η πραγματική λαϊκή εξουσία. Όμως είναι αναπόφευκτο ότι στη σημερινή παγκοσμιοποιημένη κοινωνία και εφόσον δεν ζούμε σε ολιγομελείς αυτάρκεις και κλειστές κοινωνίες, δεν μπορούμε να βασιζόμαστε αποκλειστικά και μόνο σε τοπικές μορφές διαχείρισης (Δήμοι-Κοινότητες). Γι’ αυτό και μια αποκεντρωτική συνομοσπονδιακή οργάνωση θα βασίζεται και σε δευτεροβάθμιες ή τριτοβάθμιες μορφές διαχείρισης, σε περιφερειακό ή σε εθνικό επίπεδο εφόσον μιλάμε για μια συνομοσπονδιακή οργάνωση μιας εθνικής επικράτειας ή ακόμα και σε διεθνές επίπεδο όπως αποδεικνύει το παράδειγμα της Συνομοσπονδίας της Β. Συρίας (Ροζάβα). Μια δευτεροβάθμια μορφή οργάνωσης θα μπορούσε να είναι μια Συνομοσπονδία Δήμων σε επίπεδο μιας ορισμένης γεωγραφικής ενότητας, νομού ή περιφέρειας ενώ μια τριτοβάθμια μορφή διαχείρισης που δεν θα είναι ένας συγκεντρωτικός μηχανισμός, θα έχει αρμοδιότητες σε σχέση με τομείς που αφορούν όλη την εθνική επικράτεια και ολόκληρο τον πληθυσμό και δεν γίνεται να αφεθούν σε αρμοδιότητες αποκλειστικά και μόνο των τοπικών κοινωνιών, των πρωτοβάθμιων θεσμών της Συνομοσπονδίας που είναι οι Δήμοι: όπως η άμυνα, η διαχείριση βασικών κοινωνικοποιημένων τομέων της οικονομίας που αφορά το σύνολο μιας χώρας, όπως η ηλεκτρική ενέργεια, οι τηλεπικοινωνίες, οι υπεραστικές συγκοινωνίες και οι μεταφορές, η ακτοπλοΐα, ο σιδηρόδρομος, η πολιτική αεροπορία, ο τομέας των δημοσίων έργων σε εθνικό επίπεδο εκτός δήμων, τα λιμάνια κλπ. Αυτοί οι τομείς θα μπορούν να βρίσκονται στην αρμοδιότητα μιας Συνομοσπονδιακής Λαϊκής Συνέλευσης, τα μέλη της οποίας θα προέρχονται από εκλεγμένους αιρετούς και άμεσα ανακλητούς εκπροσώπους των Δήμων που είναι το πρωτοβάθμιο επίπεδο της Συνομοσπονδίας. Και απ’ αυτήν θα εκλέγονται οι αιρετοί και άμεσα ανακλητοί υπεύθυνοι των διαφόρων τομέων που θα βρίσκονται στις αρμοδιότητες της Συνομοσπονδιακής Λαϊκής Συνέλευσης, π.χ. το συμβούλιο τηλεπικοινωνιών, μεταφορών και συγκοινωνιών, ενέργειας, το συμβούλιο άμυνας, εξωτερικών, δημοσίων έργων κλπ. Ένα ανάλογο παράδειγμα είχαν εφαρμόσει σε επίπεδο πόλης οι Κομμουνάροι του Παρισιού το 1871. Αυτό σημαίνει ότι σαφέστατα θα υπάρχουν εκλογικές διαδικασίες είτε στους Δήμους είτε στις Κοινότητες για την εκλογή δημοτικών συμβουλίων από τις συνελεύσεις των δήμων, των κατοίκων είτε στις περιφέρειες, δηλαδή, σε μια Συνομοσπονδία Δήμων και Κοινοτήτων είτε σε εθνικό και τριτοβάθμιο επίπεδο που θα στέλνουν οι Δήμοι, δηλαδή οι συνελεύσεις των κατοίκων κάθε Δήμου εκπροσώπους αιρετούς και άμεσα ανακλητούς σε μια Συνομοσπονδιακή Λαϊκή Συνέλευση που θα έχει αρμοδιότητες με τομείς των κοινωνικών υποθέσεων οι οποίες αφορούν ολόκληρο τον πληθυσμό μιας εθνικής επικράτειας και όχι τις τοπικές κοινωνίες. Πώς μπορεί να λειτουργήσει ακόμα και μια ακρατική κοινωνική οργάνωση χωρίς εκπροσώπους και εκλογικές διαδικασίες;

Φυσικά για να αποφευχθεί να δημιουργηθεί μια τάξη επαγγελματιών πολιτικών όπως γίνεται στις αστικές ‘‘δημοκρατίες’’, θα μπορούσε ο χρόνος θητείας των εκπροσώπων είτε σε ένα δημοτικό συμβούλιο είτε σε ένα περιφερειακό συμβούλιο, που είναι σε μια εθνική λαϊκή συνομοσπονδιακή συνέλευση είτε σε οποιοδήποτε συμβούλιο διαχείρισης, να είναι περιορισμένος, π.χ. ένα έτος και όπου η αμοιβή τους δεν θα ξεπερνά αυτή των υπολοίπων εργαζομένων που θα είναι εκπρόσωποι όπως κατά κάποιο τρόπο είχε γίνει στη Παρισινή Κομμούνα το 1871.Έτσι θα μπορούσε να αποφευχθεί η δημιουργία οποιουδήποτε προνομίου όπως συμβαίνει με τους αντιπροσώπους των αστικών ‘‘δημοκρατιών’’ που αμείβονται αδρά και απολαμβάνουν διάφορα προνόμια και διευκολύνσεις αποδεικνύοντας ότι το επάγγελμα του πολιτικού είναι όχι μόνο ένα προσοδοφόρο επάγγελμα αλλά και ένας τρόπος ατομικού πλουτισμού στο κρατικο-καπιταλιστικό σύστημα.

Επίσης το ζήτημα της ίσης συμμετοχής των γυναικών όχι μόνο στις συνελεύσεις αλλά και στα συνομοσπονδιακά όργανα σε θέσεις ευθύνης και εκπροσώπησης είναι κεφαλαιώδης σημασίας. Η καταπίεση και η υποδούλωση των γυναικών που γέννησε ιστορικά η πατριαρχία μετά τη μετάβαση από τη γενοκρατική μητρογραμμική κοινωνία στη πατριαρχική-κρατιστική-δουλοκτητική κοινωνία ήταν η γενεσιουργός αιτία όλων των κατοπινών καταπιέσεων και υποδουλώσεων: Της καταπίεσης των παιδιών που μετατράπηκαν μαζί με τις γυναίκες σε ιδιοκτησία του άνδρα-πατέρα-αφέντη, της καταπίεσης και υπόδουλωσης των άλλων αντρών της ίδιας φυλής και έθνους από τον μονάρχη και το κράτος, της καταπίεσης άλλων φυλών και εθνοτήτων που μετατράπηκαν σε δούλους, της καταστροφής οικοσυστημάτων, π.χ. δασών κλπ. Η γυναικεία καταπίεση και υποδούλωση ήταν η πρώτη γι’ αυτό δεν μπορεί να υπάρξει κοινωνική απελευθέρωση, ούτε κοινωνική Επανάσταση χωρίς πρώτα απ’ όλα την απελευθέρωση των γυναικών από την πατριαρχία και τον σεξισμό. Άρα η ισότιμη συμμετοχή των γυναικών σε θέσεις ευθύνης και εκπροσώπου σε μια αποκεντρωτική συνομοσπονδιακή αταξική και ακρατική κοινωνική οργάνωση είναι βασική προϋπόθεση και προτεραιότητα. Μια Συνομοσπονδιακή οργάνωση Δήμων (Κοινοτήτων) είναι το αντίθετο του Κράτους. Είναι η άρνηση του έθνους-κράτους, του εθνικισμού, της εθνικής και θρησκευτικής ομογενοποίησης. Είναι η λιγότερο ή περισσότερο χαλαρή ένωση τοπικών κοινωνιών σε εθνικό ή διεθνές επίπεδο με σεβασμό στη διαφορετικότητα.

‘‘Ο Συνομοσπονδισμός είναι η άρνηση του κρατικού συγκεντρωτισμού. Είναι ο τρόπος να οικοδομήσουμε μια αληθινά ελεύθερη κοινωνία, μια κοινωνία οικονομικής ισότητας και πολιτικής ελευθερίας, όπου θα υπάρχουν Δήμοι (Κομμούνες) σε μια πιο ανθρώπινη κλίμακα από ό, τι ισχύει σήμερα, όπου θα υπάρχει το αίσθημα της κοινότητας, της αλληλεγγύης και της αλληλοβοήθειας όπου όλες και όλοι θα έχουν πρόσβαση στα βασικά αγαθά γιατί τα πάντα θα είναι κοινωνικοποιημένα, όπου όλες και όλοι θα μπορούν να παίρνουν μέρος στη διαδικασία λήψης των αποφάσεων με τη συμμετοχή τους στη Συνέλευση των Δήμων (Εκκλησία του Δήμου). Όπως επίσης, όλες και όλοι θα έχουν το δικαίωμα να εκπροσωπούν το Δήμο ως αιρετοί και άμεσα ανακλητοί είτε στο δημοτικό συμβούλιο είτε στην εθνική Συνομοσπονδιακή Λαϊκή Συνέλευση και να έχουν θέσεις ευθύνης’’.

Μια Συνομοσπονδία σε διεθνές επίπεδο όπως έχει δείξει το εγχείρημα του Δημοκρατικού Συνομοσπονδισμού και της Δημοκρατικής Αυτονομίας στη Ροζάβα-Β. Συρία όπου συνυπάρχουν διαφορετικοί λαοί και εθνότητες, με διαφορετικές κουλτούρες και θρησκείες, είναι το παράδειγμα όπου μπορούν να συνυπάρξουν λαοί με σεβασμό και ανεκτικότητα απέναντι στη διαφορετικότητα ακόμα και σε περιοχές με ιστορικό εθνοτικής και θρησκευτικής πόλωσης όπως π.χ. στην Παλαιστίνη, την Κύπρο, την Ανατολική Μεσόγειο. τα Βαλκάνια, τον Καύκασο, και αλλού.

Ο συνομοσπονδισμός θα μπορούσε να είναι ένας τρόπος κοινωνικής οργάνωσης που θα ενώνει το τοπικό επίπεδο με το εθνικό και το εθνικό με το διεθνές και το παγκόσμιο. Μια παγκόσμια Συνομοσπονδία Κοινοτήτων θα μπορούσε να διαδεχθεί το παγκόσμιο κρατικο- καπιταλιστικό σύστημα και την υπερεθνική οικονομική ελίτ που βασίζεται στα έθνη-κράτη και στους υπερεθνικούς οργανισμούς εξουσίας (Παγκόσμια Τράπεζα, ΠΟΕ, Ε.Ε, ΕΚΤ κλπ).

Σίγουρα καμία πρόταση δεν μπορεί να θεωρηθεί μια ‘‘μαγική’’ ή αλάνθαστη συνταγή. Γιατί από τη θεωρία ως την πρακτική εφαρμογή, πάντα υπάρχει μια τεράστια απόσταση που πρέπει να διανυθεί. Και όσο καλή και αν φαίνεται μια θεωρία, η πραγματικότητα μπορεί να αναθεωρήσει κάποιες πλευρές της γιατί σε περιόδους μεγάλων ριζοσπαστικών κοινωνικών αλλαγών ή επαναστάσεων, οι συνθήκες ή η ίδια η δράση των επαναστατικών κινημάτων και των λαϊκών μαζών καθορίζουν το τι πρέπει, τι είναι καλύτερο και τι μπορεί ρεαλιστικά να γίνει αναλόγως των συνθηκών. Αυτό το είχαν καταλάβει οι αναρχικοί σύντροφοι στη Ισπανία όταν στο προσχέδιο ‘‘η συνομοσπονδιακή θεώρηση του ελευθεριακού κομμουνισμού’’ στο συνέδριο της CNT στη Σαραγόσα τον Μάιο του 1936 έλεγαν: ‘‘Ο καθορισμός με μαθηματική ακρίβεια όλων όσων θα συγκροτήσει τη μελλοντική κοινωνία, θα ήταν μια παράλογη απαίτηση. Πολλές φορές ανάμεσα στη θεωρία και την πράξη υπάρχει μια πραγματική άβυσσος. Δεν θέλουμε να πέσουμε στο λάθος των πολιτικών που παρουσιάζουν οριστικές λύσεις για όλα τα προβλήματα. Λύσεις που στην πράξη αποτυγχάνουν παταγωδώς, αφού προσπαθούν να επιβάλλουν μια μέθοδο για όλες τις περιπτώσεις, χωρίς να λαμβάνουν υπ’ όψιν τους την ίδια την εξέλιξη της ανθρώπινης ζωής. Εμείς, που έχουμε μια υψηλότερη θεώρηση των κοινωνικών προβλημάτων, δεν θα το κάνουμε αυτό. Προσχεδιάζοντας τις ρυθμίσεις του ελευθεριακού κομμουνισμού, δεν θα παρουσιάσουμε ένα μοναδικό πρόγραμμα που δεν θα επιδέχεται μετατροπές. Αυτές λογικά θα προκύψουν και θα είναι οι ίδιες οι αναγκαιότητες και οι εμπειρίες που θα τις καθορίσουν’’.

Η πρόταση που καταθέτουμε ως Επαναστατικός Αγώνας με την μπροσούρα ‘‘ΓΙΑ ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΟΥ ΚΡΑΤΟΥΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΚΕΦΑΛΑΙΟΥ – ΓΙΑ ΜΙΑ ΣΥΝΟΜΟΣΠΟΝΔΙΑΚΗ ΑΚΡΑΤΙΚΗ-ΑΤΑΞΙΚΗ ΟΡΓΑΝΩΣΗ’’, θα μπορούσε να αποτελέσει μια καλή βάση για μια συζήτηση, ένα διάλογο γόνιμο και καλοπροαίρετο χωρίς προκαταλήψεις, κάτι που λείπει στις σημερινές συνθήκες της ιδεολογικοπολιτικής σύγχυσης, του μικροπολιτικού ανταγωνισμού και των παγιωμένων δυστυχώς, διαχωρισμών. Μακριά τόσο από την εξιδανίκευση του αυθορμητισμού, όσο και από την εξιδανίκευση της κατά γράμμα εφαρμογής θεωρητικών προγραμμάτων που η ίδια η πραγματικότητα μπορεί να αναθεωρήσει. Όμως τα επαναστατικά κινήματα και οι πραγματικοί επαναστατικοί χώροι πρέπει να έχουν κάποιες βασικές πολιτικές κατευθυντήριες γραμμές και να είναι όσο γίνεται πιο ξεκάθαροι, έτσι ώστε οι πολιτικές τους προτάσεις να μπορούν να κοινωνικοποιηθούν και να είναι όσο γίνεται πιο ρεαλιστικές και εφαρμόσιμες.

Tην εκδήλωση διοργανώνει η Συνέλευση Αλληλεγγύης στον Ε.Α – Θεατράκι Εθνικής Αντίστασης στο Περιστέρι απέναντι από τον ΟΤΕ (3΄από τη στάση του μετρό Άγ. Αντώνιος), στις 20/6 στις 17:30

16/6/2020

Πόλα Ρούπα Γ΄πτέρυγα γυν.φυλακών Ελαιώνα-Θήβας

Νίκος Μαζιώτης Δ΄πτέρυγα φυλακών Δομοκού

Μέλη του Επαναστατικού Αγώνα

Κείμενο των μελών του Επαναστατικού Αγώνα με αφορμή την εκδήλωση

Απαντήστε

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της ΕντάξειΠληροφορίες