Σε δύο συνεδριάσεις, στις 14 και 28 Ιούλη κατέθεσαν τέσσερις πολιτικοί μάρτυρες και ένα συγγενικό πρόσωπο του Κ. Σακκά. Αυτά που κατέθεσε το συγγενικό πρόσωπο δεν απηχούν τις πολιτικές θέσεις του K. Σακκά και γι’ αυτό δε θ’ αναφερθούμε στις προσωπικές του. Το ρεπορτάζ αυτό δημοσιεύεται με καθυστέρηση, όπως και το ρεπορτάζ για τις καταθέσεις των μαρτύρων της Στ. Αντωνίου.
Πρώτος από τους πολιτικούς μάρτυρες κατέθεσε ο Δ. Μιχαήλ. Η πρόεδρος ρώτησε τον μάρτυρα εάν έχει να πει κάτι πριν του υποβάλει ερωτήσεις και αυτός απάντησε καταφατικά. Η πρόεδρος διαφοροποίησε κάπως την τακτική της στην εξέταση των μαρτύρων, μετά το στραπάτσο που έπαθε κατά την διάρκεια της εξέτασης των μαρτύρων της Στ. Αντωνίου. Απευθυνόμενη στη γραμματέα της είπε να γράψει στα πρακτικά ότι ο μάρτυρας καταθέτει για την προσωπικότητα του κατηγορούμενου.
Ο μάρτυρας κατέθεσε ότι τον Κ. Σακκά τον γνωρίζει από τα μαθητικά τους χρόνια και ότι ο λόγος που βρίσκεται στο δικαστήριο είναι ότι τον γνωρίζει πολύ καλά. Είναι ένας άνθρωπος με ακέραιο χαρακτήρα, ιδεολόγος, που αγωνίζεται για την κοινωνική ισότητα και την ελευθερία. Από τα μαθητικά και φοιτητικά του χρόνια και μέχρι τη σύλληψή του, αλλά και μέσα από τη φυλακή ήταν και είναι ένα βαθιά πολιτικοποιημένο άτομο με έντονες κοινωνικές ανησυχίες και ευαισθησίες. Ήταν πάντα ενταγμένος στο αναρχικό κίνημα και τους αγώνες τους διεξήγαγε δημόσια. Και οι δύο συνελήφθησαν την ίδια μέρα και οδηγήθηκαν στη φυλακή, αντιμετωπίζοντας τις ίδιες κατηγορίες. Η πρόεδρος διέκοψε τον μάρτυρα για να τον ρωτήσει αν έχει συλληφθεί άλλη φορά, διακόπτοντας έτσι τον ειρμό των σκέψεων του. Δεν μπορεί να ησυχάσει και να δεχτεί το αυτονόητο, δηλαδή να αφήσει το μάρτυρα να ολοκληρώσει την εισαγωγική πολιτική του δήλωση που συνήθως δεν είναι μακροσκελής. Ο μάρτυρας απάντησε ότι έχει προσαχθεί δύο φορές.
Συνέχισε αναφέροντας ότι η κυβέρνηση, μετά τη δολοφονία του Αλ.Γρηγορόπουλου, ήθελε να καλλιεργήσει ένα κλίμα φόβου και τρομοϋστερίας, προκειμένου να αποπροσανατολίσει την κοινή γνώμη και εντέλει να απομακρύνει την κοινωνία από τα πραγματικά πεδία του αγώνα. Προκειμένου να το πετύχουν αυτό, έπρεπε να συλλάβουν αναρχικούς και να τους εντάξουν σε εγκληματική-τρομοκρατική οργάνωση, παρουσιάζοντας «έργο». Οι συλλήψεις ήταν η κορύφωση των πολιτικών σκοπιμοτήτων του Παπουτσή που ο ίδιος την ημέρα της σύλληψης παρακολουθούσε από κοντά τις εξελίξεις, αξιολογούσε την ενημέρωση που του έκανε η Αντιτρομοκρατική και άναψε το πράσινο φως για να γίνουν οι συλλήψεις. Λίγο αργότερα ο Παπουτσής, σε συνέντευξη που έδωσε σε γνωστό περιοδικό, είχε δηλώσει, προκειμένου να δικαιολογηθεί για το φιάσκο των συλλήψεων, ότι εξαπατήθηκε από την Αντιτρομοκρατική. Όλα τότε τα δελτία ειδήσεων και οι εφημερίδες μας διαπόμπευσα και μας παρουσίασαν σαν μέλη των γνωστών τότε ένοπλων οργανώσεων, τόνισε ο μάρτυρας. Όταν βγήκαν οι βαλλιστικές και τα όπλα βρέθηκαν καθαρά, τότε μας απέδωσαν την κατηγορία της συμμετοχής σε άγνωστη τρομοκρατική οργάνωση με άγνωστες τρομοκρατικές ενέργειες. Δεν είναι πρωτοφανές να συγκροτείς άγνωστη τρομοκρατική οργάνωση και να μην ξέρεις ούτε σε ποια οργάνωση ανήκεις ούτε τι ενέργειες έχει κάνει;
Συνέχισε λέγοντας ότι η τακτική αυτή της εξουσίας δεν είναι πρωτοφανής. Είναι καθιερωμένη, πάντα σε συμμαχία με τα μέσα μαζικής ενημέρωσης, να συκοφαντεί, να διαστρεβλώνει, να ποινικοποιεί και να εκδικείται τους κοινωνικούς αγώνες, τις φιλικές και κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των αγωνιστών, αλλά και το βίαιο αναρχικό κίνημα. Έκανε μια σύντομη περιγραφή της δραματικής κατάστασης που συντελείται στην χώρα μας την περίοδο αυτή της βαθιάς καπιταλιστικής κρίσης, που έχουμε συγκέντρωση του πλούτου, καταπάτηση δικαιωμάτων και ελευθεριών, υποβάθμιση και πλήρη εγκατάλειψη της παιδείας και της υγείας, και κατέληξε ότι μέσα σ’ αυτό το πλαίσιο έγιναν οι συλλήψεις τους.
Απευθυνόμενος στην πρόεδρο δήλωσε ότι θέλει να αναφερθεί για λίγο στην προσωπική του περιπέτεια, όχι για να τον λυπηθεί το τρομοδικείο, αλλά για να δείξει πως λειτουργεί η Αντιτρομοκρατική και κομμάτι του δικαστικού μηχανισμού και άρχισε την περιγραφή της προσωπικής του περιπέτειας. Συνελήφθη από το Αστυνομικό Τμήμα της Σητείας, όπου σπούδαζε, με το πρόσχημα μιας προσωπικής εξακρίβωσης. Πριν προλάβει να ολοκληρώσει διακόπηκε από την πρόεδρο που τον ρώτησε εάν τελείωσε τη σχολή που φοιτούσε, με προφανή διάθεση απαξίωσής του. Μετά τη σύλληψη τον οδήγησαν στο σπίτι του για έρευνα, παρουσία εισαγγελέα, οποίος όμως παρέμεινε έξω από το σπίτι, αφήνοντας ελεύθερο το πεδίο στους αστυνομικούς να δράσουν ανεξέλεγκτα. Μετά την έρευνα, του κατέσχεσαν μερικά προσωπικά αντικείμενα και τον μετέφεραν ξανά στο αστυνομικό τμήμα, όπου και του ανακοίνωσαν ότι θα τον οδηγήσουν στην ΓΑΔΑ, χωρίς να του ανακοινώσουν εάν πρόκειται για σύλληψη ή για οτιδήποτε άλλο.
Για να δυναμιτίσει το κλίμα και να εξωθήσει το μάρτυρα σε παραίτηση από την κατάθεση, η πρόεδρος παρενέβη για να του πει ότι τον χρησιμοποιούσε ως ενδιάμεσο ο Κ. Σακκάς, επικαλούμενη αυτά που είπε ο μάρτυρας-πασπαρτού της Αντιτρομοκρατικής Ε. Χαρδαλιάς. Ο Δ. Μιχαήλ απευθύνθηκε στην πρόεδρο και τη ρώτησε, μήπως θέλει να σταματήσω σ’ αυτό το σημείο, δηλώνοντας ταυτόχρονα ότι ο Χαρδαλιάς ψεύδεται. Στη συνέχει περιέγραψε πως τον αντιμετώπισαν στα κρατητήρια της ΓΑΔΑ. Του ανακοίνωσαν τη σύλληψή του και τις κατηγορίες, μετά από μερικές μέρες τον πήγαν στον ανακριτή, στη συνέχει τον προφυλάκισαν και μετά από μήνες στην αρχή τον αποφυλάκισαν με περιοριστικούς όρους και στη συνέχεια με βούλευμα απαλλάχτηκε απ’ όλες τις κατηγορίες. Αναφέρθηκε στις περιπέτειες που πέρασε με την Αρχή καταπολέμησης της τρομοκρατίας, η οποία του δέσμευσε τους τραπεζικούς λογαριασμούς, παρά το γεγονός ότι είχε απαλλαγεί με βούλευμα. Χρειάστηκε να προσφύγει στον Άρειο Πάγο για να θέσει τέλος και σ’ αυτή την περιπέτεια. Όση ώρα ο μάρτυρας περιέγραφε την περιπέτειά του στη ΓΑΔΑ με την Αντιτρομοκρατική και με την Αρχή καταπολέμησης, η πρόεδρος συνεχώς παρενέβαινε, έκανε διάλογο με τον μάρτυρα και μολονότι της ζητήσαμε να μιλάει πιο δυνατά για να ακούγεται, συνέχιζε σκόπιμα στο ίδιο στιλ, προφανώς για να μην καταγράφονται τα λεγόμενά της.
Στη συνέχεια, ο μάρτυρας απαρίθμησε τα ψέματα του Χαρδαλιά. Πρώτο ψέμα είναι ότι ο Κ. Σακκάς χρησιμοποίησε τον ίδιο ως ενδιάμεσο. Δεύτερο ψέμα ότι ο Κ. Σακκάς στις τηλεφωνικές συνομιλίες τους χρησιμοποιούσε καρτοτηλέφωνα. Από τις τηλεφωνικές συνδιαλέξεις που είχε με τον Σακκά, και οι οποίες διαβάστηκαν, ο Σακκάς χρησιμοποιούσε το κινητό του τηλέφωνο, που ήταν στο όνομά του. Μάλιστα, είπε ο μάρτυρας, όταν ανέβαινα από την Κρήτη στην Αθήνα επικοινωνούσε παλαιότερα μαζί μου από το σταθερό που υπήρχε στο πατρικό του σπίτι στα Καμίνια. Αλλά αυτά τα στοιχεία δεν τα κατέγραψαν σκόπιμα στη δικογραφία. Τρίτο ψέμα του Χαρδαλιά ήταν αυτά που είπε και στις δύο καταθέσεις, ότι δηλαδή ήταν παρών στις παρακολουθήσεις, ενώ όταν κατέθεσε στο δικαστήριο είπε ότι τα έμαθε από τους υφιστάμενούς του.
Στη συνέχεια, αναφέρθηκε σε ένα στικάκι που είχε δώσει στον Κ. Σακκά, και που ο Ε. Χαρδαλιάς το είχε παρουσιάσει σαν σοβαρό ενοχοποιητικό στοιχείο. Ανέφερε ότι σε μια συζήτηση που είχε με τους ανακριτές του είπαν ότι δεν υπάρχουν στοιχεία. Παρολαυτά, ο Χαρδαλιάς αναφέρθηκε στο στικάκι που είχε δώσει στο Κ. Σακκά. Εντέλει αθωωθήκατε. Αυτά ανήκουν στις ατέλειες της δικαιοσύνης, είπε παρεμβαίνοντας ο εισαγγελέας Σ. Μπάγιας. Ο Δ. Μιχαήλ του ανταπάντησε ότι έμεινε αρκετούς μήνες στη φυλακή χωρίς να υπάρχουν στοιχεία.
Η πρόεδρος ρώτησε τον μάρτυρα εάν θα δεχτεί να του κάνει ερωτήσεις στα πλαίσια της εξέτασης της αξιοπιστίας του ως μάρτυρα και αυτός απάντησε καταφατικά. Τον ρώτησε στην αρχή εάν υπήρξαν οι δύο συναντήσεις, που ανέφερε ο Χαρδαλιάς και ο μάρτυρας απάντησε, ότι ήταν πραγματικές. Τον ρώτησε ακόμη αν είναι αληθινή μια συνάντηση δική του με τον Κ. Σακκά και άλλα άτομα σε μια μπιραρία, στην οποία αναφέρθηκε ο Χαρδαλιάς. Ο μάρτυρας απάντησε ότι αυτή η συνάντηση έγινε, με μια διαφορά σε ένα άτομο. Μ’ αυτές τις ερωτήσεις η πρόεδρος επεδίωξε να εισπράξει καταφατικές απαντήσεις, με προφανή στόχο να αποκαταστήσει τον περιβόητο Χαρδαλιά ως αξιόπιστο μάρτυρα. Αυτό άλλωστε το είπε ανοιχτά στον μάρτυρα. Ότι δηλαδή τον ρώτησε γι’ αυτές τις συναντήσεις, επειδή αυτός αναφέρθηκε στα μεγάλα ψέματα του Χαρδαλιά.
Ο μάρτυρας συνέχισε με τις παρακολουθήσεις των συναντήσεών τους από στελέχη της Αντιτρομοκρατικής και τις θεωρίες του Χαρδαλιά για συνομιλίες από καρτοκινητά. Από την στιγμή που οι συναντήσεις κανονίζονταν από τα τηλέφωνα μπορούσαν κάλλιστα να μας παρακολουθήσουν, είπε. Τα «άγνωστα άτομα» τα προσέθεταν για να δημιουργήσουν εντυπώσεις. Τα άτομα αυτά, όπως αποδείχτηκε στη συνέχεια, ήταν συμμαθητές και γνώριμοι από τον Πειραιά. Ψέμα ήταν αυτό που προβλήθηκε από τα ΜΜΕ ότι το διαμέρισμα στην Πλάτωνος ήταν γιάφκα στην οποία φυλασσόταν οπλισμός. Η πρόεδρος παρενέβη και πήγε να ανοίξει μια ολόκληρη συζήτηση για τις γιάφκες. Ο μάρτυρας συνέχισε ότι το καλοκαίρι του 2010, που η Στέλλα δούλευε στα νησιά, ο ίδιος είχε επισκεφθεί το σπίτι αυτό δεκαέξι φορές και είχε κοιμηθεί σ’ αυτό. Ήταν ένα κανονικό σπίτι. Αμφισβητείτε όλα αυτά που λέγεται ότι βρέθηκαν; παρενέβη η πρόεδρος. Ο μάρτυρας απάντησε ότι όταν πήγε το σπίτι είδε ότι είναι ένα φυσιολογικό σπίτι. Δεν είδε ούτε όπλα ούτε χειροβομβίδες. Έμενε ένα νεαρό ζευγάρι και είχε νοικιαστεί με πραγματικά στοιχεία.
Κατά τη διάρκεια των απαντήσεων, η πρόεδρος μεγαλοφώνως έλεγε διάφορα, στα οποία κεντρικό ρεφρέν ήταν ότι σ’ αυτό το σπίτι βρέθηκαν όπλα. Η προκατάληψη ξεχείλιζε. Έφτασε στο σημείο, για να στηρίξει την άποψη του κατηγορητήριου ότι και αυτό το σπίτι ήταν γιάφκα, να ζητά από το μάρτυρα να εξηγήσει για ποιο λόγο η Στ. Αντωνίου παρουσιάστηκε στον ιδιοκτήτη του διαμερίσματος με το μικρό όνομα Χριστίνα. Επέμενε σ’ αυτή την ερώτηση, ενώ γνώριζε ότι το σπίτι αυτό νοικιάστηκε με πραγματικά στοιχεία! Παρενέβη τότε ο Γ. Καραγιαννίδης και ξεκαθάρισε σε ποιο όνομα νοικιάστηκε αυτό το διαμέρισμα. Ο μάρτυρας δήλωσε πως όταν η Αντιτρομοκρατική δεν έχει στοιχεία τα κατασκευάζει. Αμέσως η πρόεδρος έσπευσε να τον διακόψει φανερά ενοχλημένη, λέγοντας: σιγά, είπαμε υπερβολές της υπεράσπισης, αλλά να μην φτάνουμε στο σημείο…!
Ο μάρτυρας επανήλθε στις κατασκευές ενόχων όπως έγινε στην περίπτωσή του και στην περίπτωση του Χ. Πολίτη, προσθέτοντας πως όταν η Αντιτρομοκρατική έχει ελάχιστα στοιχεία, με τα οποία δεν μπορούν να ενοχοποιηθούν άτομα, τότε τα διογκώνει. Με τους τρεις κατηγορούμενους που είχαν αναλάβει την ευθύνη για την κατοχή των όπλων η Αντιτρομοκρατική δεν μπορούσε να θεμελιώσει τη συγκρότηση οργάνωσης και έτσι έβαλε και τους άλλους τρεις. Η πρόεδρος έσπευσε να τον ρωτήσει εάν γνωρίζει τίποτα περισσότερο για τον οπλισμό και αυτός της απαντάει ότι γνωρίζει μόνο την ανακοίνωση που εξέδωσαν και αναλάμβαναν την ευθύνη για την κατοχή του οπλισμού.
Μετά τη δική του περιπέτεια, ο μάρτυρας άρχισε να αναφέρεται στην περιπέτεια του Κ. Σακκά. Ο Κ. Σακκάς με απανωτά εντάλματα σύλληψης και για την ίδια αιτία ήταν προφυλακισμένος για 30 μήνες. Χωρίς καν να σκεφθούν ότι δεν μπορεί ένας κρατούμενος να παραμείνει στη φυλακή περισσότερο από 30 μήνες, βγάζουν ένα ακόμη ένταλμα και παρατείνουν την προφυλάκισή του για άλλους 6 μήνες. Ο Κ. Σακκάς αντιλαμβάνεται ότι οι δικαστικές αρχές θέλουν να τον κρατήσουν κι άλλο στην φυλακή και να τον εξοντώσουν. Έτσι, παίρνει τη δύσκολη απόφαση να κάνει απεργία πείνας, που αγκαλιάστηκε ευρύτερα, πέρα από το αναρχικό κίνημα, από χιλιάδες κόσμο σε όλες τις πόλεις της Ελλάδας, αλλά και στα νησιά και στο εξωτερικό. Έτσι οι δικαστικές αρχές αναγκάζονται να τον αποφυλακίσουν για λόγους υγείας. Μετά την αποφυλάκισή του παρακολουθούσε τις συνεδριάσεις του δικαστηρίου και εφάρμοζε τους περιοριστικούς όρους. Έρχεται όμως η Αντιτρομοκρατική, μετά από ένα εξάμηνο, και τον κατηγορεί ότι παραβίασε τους περιοριστικούς όρους, γιατί ένα βράδυ δεν κοιμήθηκε στο πατρικό του σπίτι, αλλά σε ένα φιλικό σπίτι. Απαντώντας σε ερώτηση της προέδρου για το ποιοι ήταν οι περιοριστικοί όροι, ο μάρτυρας τους ανέφερε και εξήγησε ότι ο όρος διαμονή στο πατρικό του σπίτι δεν σημαίνει διανυκτέρευση κάθε μέρα, όπως τον ερμήνευσε η Αντιτρομοκρατική. Την ίδια ερμηνεία, όμως, έδωσε και η πρόεδρος, αλλά ο μάρτυρας την αποστόμωσε: εάν εσείς πάτε για δύο μέρες διακοπές, πάει να πει ότι δε διαμένετε στη διεύθυνση που έχετε δηλώσει; Στο δικαστήριο ο Κ. Σακκάς αθωώθηκε, αλλά ό εισαγγελέας έκανε έφεση.
Αφού δεν μπόρεσαν να τον ξαναβάλουν μέσα, μετά από μια βδομάδα επικαλούνται μια σακούλα από το σπίτι στο Χαλάνδρι που η Αντιτρομοκρατική βάφτισε γιάφκα, στην οποία βρέθηκαν δήθεν αποτυπώματα στην εξωτερική μεριά της. Γιατί είπατε «δήθεν», ξαναδιακόπτει τον μάρτυρα η πρόεδρος και στη διαμαρτυρία του Α. Μητρούσια που ζήτησε να αφήσει τον μάρτυρα να συνεχίσει, απάντησε αθώα: να μην κάνω διευκρινιστική ερώτηση; Είπα δήθεν, διευκρίνισε ο μάρτυρας, γιατί όταν συνελήφθη ο Κ. Σακκάς δακτυλοσκοπήθηκε και έτσι διαπιστώθηκε ότι τα δακτυλικά αποτυπώματα που βρέθηκαν στην σακούλα είναι δικά του. Επειδή όμως είχε γίνει και παλαιότερα δακτυλοσκόπηση οι δικαστικές αρχές δεν τον προφυλάκισαν μεν , αλλά του έβαλαν καταβολή πρόσθετης εγγύησης 5.000 ευρώ, προκειμένου να εξοντώσουν οικονομικά την οικογένειά του. Μετά απ’ αυτό δεν μπορούσε να έχει μια φυσιολογική ζωή, αφού κινδύνευε να βρεθεί ανά πάσα στιγμή μέσα. Κατάλαβε ότι τον ήθελαν μέσα στη φυλακή και αυτός ήταν ο λόγος για τον οποίο αποφάσισε να κρυφτεί. Γιατί δεν έμενε ο Σακκάς αφού τον δικαίωναν συνέχεια, ξαναπαρενέβη η πρόεδρος. Τι θα μπορούσε να απαντήσει ο μάρτυρας σ’ αυτή την εξυπνακίστικη ερώτηση, όταν δεν είχε καμία επαφή με τον Σακκά; Ίσως η πρόεδρος να ήθελε να το παγιδεύσει, αξιοποιώντας την όποια απάντηση θα έδινε.
Στη συνέχεια τον ρώτησε εάν έχει να προσθέσει κάτι άλλο. Ο μάρτυρας είπε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον Κ. Σακκά, ότι είχε πάντοτε το θάρρος να αναλαμβάνει την ευθύνη για τις πράξεις του και γι’ αυτό πιστεύει ότι δεν είχε καμία σχέση με τη ΣΠΦ. Η πρόεδρος με συνεχείς ερωτήσεις ζήτησε από το μάρτυρα να πει σε τι διαφέρει η ιδεολογία του Κ. Σακκά από την ιδεολογία της ΣΠΦ, θεωρώντας ότι θα τον στριμώξει. Ρώτησε ακόμη με ποιες πράξεις της ΣΠΦ διαφωνούσε, τις είδους κοινωνικές σχέσεις είχε με τη ΣΠΦ και πότε αυτές οι σχέσεις κόπηκαν. Ο μάρτυρας απάντησε ότι μέσα στον αναρχικό έχουμε κοινωνικές σχέσεις, γιατί γνωριζόμαστε μεταξύ μας. Η πρόεδρος επανήλθε με ερωτήσεις πάλι για το διαμέρισα στην Πλάτωνος, ισχυριζόμενη ότι ο μάρτυρας δήθεν είπε ότι δεν βρέθηκε τίποτα στο σπίτι. Όταν ο μάρτυρας τις απάντησε, ότι δεν είπε αυτό, αλλά πως ήταν ένα φυσιολογικό σπίτι, η πρόεδρος τον ρώτησε: δεν ξέρετε; Δεν είπα κάτι τέτοιο, απάντησε ο μάρτυρας.
Η πρόεδρος και στην περίπτωση αυτού του μάρτυρα εφάρμοσε την τακτική να κάνει ερωτήσεις για στοιχεία που βρέθηκαν ή δήθεν βρέθηκαν στο σπίτι στην Πλάτωνος και σε άλλα διαμερίσματα, γνωρίζοντας πολύ καλά ότι αυτοί δε θα απαντήσουν (και πώς να απαντήσουν όταν δεν γνωρίζουν στοιχεία της δικογραφίας;), για να μπορεί να ισχυρίζεται ότι οι μάρτυρες ήρθαν μόνο για να πολιτικολογήσουν. Ο μάρτυρας απάντησε ήρεμα: εγώ ήρθα να μιλήσω για τον χαρακτήρα και την προσωπικότητα του Κ. Σακκά και για στοιχεία που γνωρίζω. Για πράγματα που δεν γνωρίζω δε θα μιλήσω και δε θα κάνω υποθέσεις. Παρά την τοποθέτησή του αυτή, η πρόεδρος συνέχισε να ρωτάει για τα όπλα που βρέθηκαν στο διαμέρισμα στην Πραξιτέλους στον Πειραιά, για αποτυπώματα και για την κινητικότητα του Κ. Σακκά στην Κόρινθο, στο Αγρίνιο. Ο μάρτυρας απάντησε, ότι ο Κ. Σακκάς δεν του είπε ποτέ τίποτα. Απολύτως λογικό, όταν ο μάρτυρας ήταν απλά φίλος; Η πρόεδρος, όμως ήθελε να δημιουργήσει εντυπώσεις, να φτιάξει κλίμα τρομοϋστερίας. Στο ίδιο κλίμα ήταν και οι ερωτήσεις εάν είχε σχέσεις με άλλα άτομα, όπως π.χ. με τον Κορτέση, ή εάν επεδίωκε σχέσεις με άλλες οργανώσεις. Ο μάρτυρας της απάντησε, ότι δεν γνωρίζει.
Στη συνέχεια η πρόεδρος άρχισε να υποβάλλει ερωτήσεις για πράγματα που βρέθηκαν στο σπίτι στην Πλάτωνος, όπως ένας φάκελος από τις φυλακές Κορυδαλλού για την 1η δίκη του Χαλανδρίου, πάνω στον οποίο βρέθηκαν δύο αποτυπώματα γνωστού αναρχικού αγωνιστή. Ρώτησε τον μάρτυρα εάν γνωρίζει τον αγωνιστή αυτό και αυτός απάντησε ότι δεν τον γνωρίζει. Από το σπίτι στην Πλάτωνος η πρόεδρος πέρασε σε «ευρήματα» επουσιώδους ποινικής αξιοποίησης σε ένα αυτοκίνητο της γιαγιάς του Κ. Σακκά. Μετά τον «πήγε» σε ένα κείμενο της ΣΕΧΤΑΣ δημοσιευμένο σε εφημερίδα, που βρέθηκε σε ένα σκληρό δίσκο στο σπίτι στη Θεσσαλονίκη όπου κατοικούσε ο Κ. Σακκάς. Ενώ είναι αυτονόητο πως δεν είναι πράξη ποινικά κολάσιμη, για να μιλήσουμε με νομικούς όρους, το να έχει κάποιος οποιεσδήποτε πολιτικές απόψεις και δημοσιευμένα κείμενα ένοπλων οργανώσεων στον υπολογιστή του, η πρόεδρος υπέβαλε ερώτηση. Ο μάρτυρας απάντησε, όπως θα απαντούσε κάθε πολιτικοποιημένο άτομο, ότι το κείμενο αυτό το είχε από πολιτικό ενδιαφέρον.
Στη συνέχεια, από τα «απλά ευρήματα» που δεν παρουσιάζουν κανένα ποινικό ενδιαφέρον, η πρόεδρος πέρασε σε πιο «χοντρά» θέματα. Ρώτησε το μάρτυρα εάν στις συζητήσεις που έκανε με τον Κ. Σακκά αυτός του είχε εκφράσεις τις απόψεις του για την ένοπλη βία και εάν μπορεί να εξηγήσει γιατί κυκλοφορούσε με ένα όπλο γεμάτο. Ο μάρτυρας απάντησε ότι συζήτηση με τέτοιο περιεχόμενο δεν είχαν κάνει.
Στη συνέχεια, άνοιξε η γνωστή συζήτηση που προκαλεί η πρόεδρος κατά την εξέταση πολιτικών μαρτύρων υπεράσπισης: η κατοχή των όπλων είναι απλή ή διακεκριμένη; Όχι μόνο για νομικούς που έχουν θητεύσει σε θέση δικαστή για πάνω από 30 χρόνια, όπως η πρόεδρος εφετών Μ. Τζανακάκη, αλλά και για πρωτοετείς φοιτητές της Νομικής είναι ξεκάθαρο ότι μια οπλοκατοχή δεν χαρακτηρίζεται διακεκριμένη από τον αριθμό των όπλων, αλλά από το αν αυτός που κατέχει τα όπλα τα εμπορεύεται ή τα διαθέτει σε τρίτους για τη διάπραξη κακουργημάτων. Στην έρευνα που έγινε κατά την ακροαματική διαδικασία δεν προέκυψε κάτι τέτοιο, ούτε υπήρξαν σχετικά στοιχεία στη δικογραφία. Ο Δ. Μιχαήλ απάντησε ότι γνωρίζει πολύ καλά τον Κ. Σακκά και δεν υπήρχε περίπτωση να κάνει εμπόριο όπλων. Επειδή και ο ίδιος είχε κατηγορηθεί και για διακεκριμένη οπλοκατοχή, είχε διαβάσει το νόμο και σύμφωνα με τις διατάξεις του ο Κ. Σακκάς δεν μπορεί να κατηγορηθεί για διακεκριμένη οπλοκατοχή. Η πρόεδρος συνεχώς τον διέκοπτε, γιατί ο μάρτυρας απαντούσε ορθά, όχι μόνο για την πολιτική στάση του Κ. Σακκά έναντι της κατοχής των όπλων, αλλά και για τον ορθό νομικό χαρακτηρισμό της κατοχής. Η πρόεδρος ρωτούσε τον μάρτυρα ποιος ο σκοπός της κατοχής των όπλων και απέφευγε να σταθεί στην ουσία της υπόθεσης, δηλαδή στην απουσία οποιουδήποτε στοιχείου που να τυποποιεί το αδίκημα της διακεκριμένης οπλοκατοχής.
Ο εισαγγελέας ξεκίνησε τις ερωτήσεις του με το εάν όλο το κατηγορητήριο είναι κατασκευασμένο από την Αντιτρομοκρατική. Ο μάρτυρας άρχισε να απαντά για την κατηγορία της συμμετοχής στη ΣΠΦ, λέγοντας, ότι δεν υπήρξε ποτέ μέλος της οργάνωσης και ότι εάν ήταν θα είχε το θάρρος και τη λεβεντιά να βγει και να το παραδεχθεί. Ούτε σε άλλη οργάνωση; ρώτησε ο εισαγγελέας. Ούτε σε άλλη, απάντησε ο μάρτυρας. Καλά όλα αυτά, αντέτεινε ο εισαγγελέας, αλλά υπάρχει και η άλλη άποψη, που λέει ότι δεν θα δώσουμε στοιχεία στον εχθρό. Τι ξέρετε γι’ αυτή την άποψη; τον ρωτάει πονηρά. Λέμε πονηρά, γιατί κανείς αγωνιστής δεν γνωρίζει περιπτώσεις αγωνιστών που ενώ συμμετείχαν σε ένοπλη οργάνωση δεν ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή τους, ενώ και αν ακόμη ξέρει δε θα πει κάτι τέτοιο, γιατί έτσι θα χαφιέδιζε. Ο εισαγγελέας έκανε αυτή την ερώτηση στον μάρτυρα για να εισπράξει την απάντηση ότι δεν γνωρίζει περιπτώσεις άλλων αγωνιστών που ενώ ήταν σε ένοπλη οργάνωση δεν ανέλαβαν την πολιτική ευθύνη για τη συμμετοχή τους, με προφανή στόχο να αμφισβητήσει την κατηγορηματικότητα της δήλωσής του, ότι ο Κ. Σακκάς θα είχε το θάρρος και τη λεβεντιά να βγει και να το παραδεχτεί, αν ήταν μέλος της ΣΠΦ.
Στην συνέχεια, ο εισαγγελέας επανέλαβε την ερώτηση που υπέβαλε σε όλους τους πολιτικούς μάρτυρες: εάν η ιδεολογία και η πρακτική του Κ. Σακκά είναι συμβατή με τις κατηγορίες που του αποδίδονται. Μετά απ’ αυτή την ερώτηση αναπτύχθηκε ένας διάλογος για τις απόψεις των αναρχικών και του Μπακούνιν. Ο μάρτυρας, όπως ήταν φυσικό, του απάντησε ότι υπάρχουν βιβλία στην αγορά που μπορεί να τα προμηθευτεί και να ενημερωθεί για τις απόψεις. Ο εισαγγελέας, φανερά εκνευρισμένος, του ανταπάντησε, ότι τις απόψεις των αναρχικών και του Μπακούνιν τις γνωρίζει από πολύ πριν γεννηθεί αυτός και ότι ως μάρτυρας υπεράσπισης αποφεύγει να του απαντήσετε στην ερώτησή του αυτή. Δεν μου λέτε ότι οι απόψεις του δεν είναι συμβατές με τις κατηγορίες, είπε. Εγώ μια τέτοια απάντηση περίμενα να μου δώσετε. Με συγχωρείτε, δεν θέλω να σας υποβάλω την απάντηση, τέλος πάντων. Εύστοχος ο μάρτυρας, ανταπάντησε: από την έδρα ειπώθηκε ότι δεν είναι πολιτική η δίκη, γιατί με ρωτάτε για τις ιδέες του; Αυθόρμητα χειροκροτήματα ακούστηκαν από το ακροατήριο, προκαλώντας αντίδραση μεγάλης ενόχλησης από την πρόεδρο.
Ο εισαγγελέας συνέχισε τις ερωτήσεις με την εισαγωγή: όπως αναγνωρίζετε το δικαίωμα της ελεύθερης έκφρασης, αναγνωρίστε και σε εμένα το δικαίωμα να κάνω ερωτήσεις, έστω και εάν είναι λάθος!
Εισαγγελέας: Διαφεύγει αυτή τη στιγμή ο κ. Σακκάς, έχετε καμία εξήγηση γι’ αυτό το γεγονός;
Μάρτυρας: Απάντησα πριν
Εισαγγελέας: Δεν έχει δηλαδή εμπιστοσύνη στο δικαστήριο;
Μάρτυρας: Δεν ξέρω τους λόγους, αλλά ο ίδιος, λίγες ημέρες μετά που δεν εμφανίστηκε στο αστυνομικό τμήμα, έστειλε δημόσια επιστολή με την οποία εξηγούσε τους λόγους. Κατά τη γνώμη μου, η πολιτεία τον ήθελε στη φυλακή για να τον εξοντώσει σωματικά, ψυχικά και ηθικά.
Εισαγγελέας: Για πείτε μου, γνωρίζετε την αναρχική άποψη, ότι είναι νόμιμη η αντιβία που ασκείται στην βία του κράτους;
Μάρτυρας: Ναι, υπάρχει αυτή η άποψη.
Εισαγγελέας: Την συμμερίζεσθε αυτή την άποψη;
Μάρτυρας: Σ’ αυτή τη δίκη εγώ είμαι πολιτικός μάρτυρας και δεν νομίζω ότι απασχολούν το δικαστήριο οι απόψεις μου. Άλλωστε, αποφανθήκατε ότι αυτή η δίκη δεν είναι πολιτική και στις ποινικές δίκες δεν ρωτούν τους μάρτυρες να τους πουν ποιες είναι οι απόψεις τους για την παιδεραστία
Ο εισαγγελέας ενοχλήθηκε από την απάντηση, ρώτησε τον μάρτυρα αν είναι ίδια η ερώτηση και εισέπραξε την απάντηση ότι κατά κάποιο τρόπο είναι ίδια. Τελευταία ερώτηση του εισαγγελέα ήταν αν τον μάρτυρα όσο και τον Κ. Σακκά τους απασχόλησαν οι αντιλήψεις περί μηδενισμού. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν αφορούν το δικαστήριο οι απόψεις του και ότι δεν είχαν κάνει μια τέτοια θεωρητική συζήτηση. Η ερώτηση του εισαγγελέα δεν ήταν αθώα, όπως πήγε να την παρουσιάσει. Δεν είναι αφελής για να περιμένει ότι ο μάρτυρας θα συμμετείχε σε μια συζήτηση περί μηδενισμού.
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασής του από την έδρα, ο μάρτυρας έκανε την παρακάτω δήλωση: Τα τελευταία χρόνια, δεκάδες αναρχικοί σύντροφοι είναι αιχμάλωτοι στις ελληνικές φυλακές. Πληρώνουν το τίμημα των επιλογών τους, της στάσης τους απέναντι στην κοινωνική πραγματικότητα που βιώνουμε και της θέλησή τους να παραμείνουν ακέραιοι ως προς τις αξίες και τις αιτίες που τους οδήγησαν να αγωνιστούν ενάντια στο κράτος. Οι σύντροφοί μας αιχμάλωτοι αναρχικοί μας λείπουν και τους θέλουμε σύντομα κοντά μας.
Στην συνέχεια υπέβαλε δύο ερωτήσεις στον μάρτυρα η συνήγορος υπεράσπισης του Κ. Σακκά, Μαρ. Δαλιάνη.
Συνήγορος: Είναι συμβατές οι απόψεις του Κ. Σακκά με την εμπορία όπλων;
Μάρτυρας: Όχι, δεν είναι συμβατές οι απόψεις του με το εμπόριο όπλων και κανένας αναρχικός δε θα έκανε εμπόριο όπλων.
Συνήγορος: Και κάτι ακόμα. Είναι συμβατό με τις απόψεις του να είναι μέλος σε μια οργάνωση και να μην αναλαμβάνει την ευθύνη;
Μάρτυρας: Θα είχε το θάρρος και τη λεβεντιά να βγει και να υπερασπιστεί δημόσια τις επιλογές του.
Έτσι ολοκληρώθηκε η εξέταση του Δ. Μχαήλ, που βίωσε κι αυτός στο πετσί του το «αγαθοεργό έργο» της περιβόητης Αντιτρομοκρατικής, που όμως δεν τον λύγισε. Ήρθε και υπερασπίστηκε το φίλο και σύντροφό του Κ. Σακκά.
Επόμενος πολιτικός μάρτυρας ήταν ο Α.Σ. που γνωρίζει τον Κ. Σακκά από την εποχή που ήταν μαθητής στο Λύκειο. Η πρόεδρος τον ρώτησε μεν στην αρχή εάν θέλει να πει κάτι για την προσωπικότητα του Κ. Σακκά, αλλά τον διέκοπτε συνέχεια και δεν τον άφηνε να ολοκληρώσει τις φράσεις του. Διακοπτόμενος από την πρόεδρο, Α.Σ. είπε ότι τιμά τον Κ. Σακκά σαν αναρχικό και φίλο. Ανέφερε πως όταν συνέλαβαν τον Κ. Σακκά πάνοπλοι αστυνομικοί εισέβαλαν στο σπίτι του αδελφού του Σ.Σ., όπου έμενε με την κοπελιά του, καθώς και στο δικό του σπίτι. Τους συνέλαβαν όλους, τους κράτησαν για 16 ώρες στη ΓΑΔΑ και μετά τους άφησαν ελεύθερους. Ακολουθήθηκε και στην περίπτωσή τους η τακτική της Αντιτρομοκρατικής να διαρρέει πληροφορίες στα Μαζικά Μέσα Παραπληροφόρησης, όπως τηλεφωνικές συνομιλίες δικιές του με τον Κ. Σακκά, στις οποίες περιλαμβάνονταν παρατσούκλια, όπως «πρόεδρος», σχέδια υποτιθέμενων ταξιδιών στην Ευρώπη κ.ά., με σκοπό να κατασκευάζουν ευφάνταστες ιστορίες.
Η αφήγηση του μάρτυρα ενόχλησε την πρόεδρο, η οποία έσπευσε να τον ρωτήσει εάν έχει συλληφθεί στο παρελθόν, σε μια προσπάθεια να τον παρουσιάσει ως προκατειλημμένο έναντι της αστυνομίας και έτσι να ακυρώσει όσα έλεγε. Ο μάρτυρας απάντησε ότι είχε συλληφθεί στο παρελθόν, γιατί είχε συμμετάσχει σε μια διαδήλωση. Πριν ολοκληρώσει, παρενέβη η πρόεδρος και τον ρώτησε αν συνελήφθη μόνο για τη συμμετοχή ή έκανε και καμία… έκνομη ενέργεια!
Ο μάρτυρας συνέχισε παραθέτοντας στοιχεία για το πως τις μέρες που ακολούθησαν των συλλήψεων παρουσιάστηκε μια υπόθεση απλής οπλοκατοχής σαν μια φοβερή ιστορία αναρχικών. Υπήρχαν δημοσιεύματα που στη λεζάντα έγραφαν: ποιος είναι ο πρόεδρος; – ετοίμαζαν χτύπημα στη Θεσσαλονίκη – ψάχνουν να βρουν τον Σταύρο και την Κατερίνα! Άμεση διακοπή από την πρόεδρο: γατί λέτε μια απλή οπλοκατοχή, εσείς έχετε όπλο; (!!!) Και μόνο στο άκουσμα των λέξεων «απλή οπλοκατοχή» η πρόεδρος «φορτώνει» και αποκαλύπτει αγωνία μη τυχόν και ακυρωθεί η ανυπόστατη κατηγορία της διακεκριμένης οπλοκατοχής, την οποία θέλει πάση θυσία να στηρίξει και να καταδικάσει μ’ αυτή τους τέσσερις αγωνιστές (Στ. Αντωνίου, Γ. Καραγιαννίδη, Αλ.Μητρούσια και Κ. Σακκά). Η πρόεδρος συνέχισε ρωτώντας τον μάρτυρα αν ταιριάζει η κατοχή όπλων με την ιδεολογία του αναρχικού. Γιατί στο σπίτι σας δεν βρέθηκαν όπλα; ήταν το… αποστομωτικό επιχείρημά της.
Η πρόεδρος, προκειμένου να αποκαταστήσει τη χαμένη αξιοπιστία του αντιτρομοκρτικάριου Ε. Χαρδαλιά, υποβάλλει σε όλους τους πολιτικούς μάρτυρες υπεράσπισης ερωτήσεις για το αν αληθεύουν οι περιγραφές που έδωσε στις καταθέσεις του για τις διάφορες κοινωνικές επαφές και συναντήσεις μαρτύρων υπεράσπισης με τον Κ.Σακκά στη «Φοντάνα» στον Πειραιά, που είναι πολύ γνωστό στέκι, και αλλού. Επειδή όλες αυτές ήταν κοινωνικές και φιλικές επαφές και όχι συνομωτικού χαρακτήρα, όπως τις παρουσίασαν οι Χαρδαλιάς και σία, ήταν επόμενο οι μάρτυρες να επιβεβαιώσουν μεν τις συναντήσεις, αλλά και να σημειώσουν ταυτόχρονα και τις σκόπιμες διαφοροποιήσεις στις καταθέσεις του Χαρδαλιά. Διαφοροποιήσεις που αποσκοπούσαν στο να δώσουν στις συναντήσεις αυτές συνομωτικό χαρακτήρα. Την ίδια τακτική εφάρμοσε και στην περίπτωση του Α.Σ., προκειμένου να απαντήσει και αυτός ότι πράγματι έγιναν αυτές οι συναντήσεις, και να ανακοινώνει μετά πανηγυρικά η πρόεδρος ότι ο Χαρδαλιάς καταθέτει αληθή γεγονότα! Έτσι που όταν έρθει η ώρα της απόφασης, να ισχυριστεί η πρόεδρος ότι σχημάτισε τη δικανική της πεποίθηση, στο πλαίσιο της λεγόμενης αρχής της ηθικής απόδειξης, στηριζόμενη στην «ολοκληρωμένη και αληθή» κατάθεση του Ε. Χαρδαλιά.
Η πρόεδρος προσπάθησε να δικαιολογήσει τις ενέργειες της Αντιτρομοκρατικής. υποστηρίζοντας ότι έχει να αντιμετωπίσει πολύ σοβαρότερα προβλήματα από την υπόλοιπη αστυνομία. Ο ισχυρισμός της αυτός, όμως, τουλάχιστον για τη συγκεκριμένη περίπτωση δεν έχει καμία βάση, γιατί η Αντιτρομοκρατική γνώριζε το χαρακτήρα αυτών των συναντήσεων. Ο Α.Σ. κατέθεσε ότι η Αντιτρομοκρατική γνώριζε πως αυτές οι συναντήσεις γίνονταν εδώ και χρόνια, γνώριζε ποιος ήταν ο χαρακτήρας τους και ποιοι συμμετείχαν σ’ αυτές και σκόπιμα ο Χαρδαλιάς και οι άλλοι της Αντιτρομοκρατικής μιλάνε για άγνωστα άτομα, προκειμένου να δημιουργηθεί κλίμα σε βάρος των αγωνιστών. Είναι χαρακτηριστικό, ότι η πρόεδρος αναφέρθηκε σε μια περιγραφή που κάνει ο Χαρδαλιάς για μια συνάντηση του Κ. Σακκά με φίλους και γνωστούς, για την οποία αναφέρει τα ονόματα των προσώπων που συμμετείχαν, εκτός από ένα που το εμφανίζει ως άγνωστο άτομο. Το άτομο αυτό, όμως, ήταν ο Α.Σ. που ήταν γνωστό πρόσωπο στην ασφάλεια και στην Αντιτρομοκρατική. Το δήλωσε ανοιχτά στο τρομοδικείο ο ίδιος, με αποτέλεσμα η πρόεδρος να βρεθεί σε δύσκολη θέση, γιατί θέλει να στηρίξει τα σενάρια που κατασκεύασε ο Χαρδαλιάς. Για το ρόλο αυτού του ασφαλίτη θυμίζουμε ότι στην υπόθεση του Τ. Θεοφίλου αποκαλύφτηκε ως άθλιος σκευωρός.
Αναφερόμενος στις συναντήσεις του με τον Κ. Σακκά, ο μάρτυρας περιέγραψε τη «Φοντάνα» στον Πειραιά. Στη «Φοντάνα» γνώρισα τον Κ. Σακκά από την εποχή που ήταν έφηβος. Είναι ένα πασίγνωστο στέκι στο Πειραιά, όπου δεν μπορεί να κάνεις συναντήσεις συνμωτικού χαρακτήρα. Είναι σα να πηγαίνεις στο Κολωνάκι για να κάνεις συναντήσεις συνομωτικού χαρακτήρα. Ενώ ο μάρτυρας ανέφερε με λεπτομέρειες για το χαρακτήρα των κοινωνικών συναντήσεων μεταξύ γνωστών και φίλων και το χαρακτήρα των τηλεφωνικών συνομιλιών, που ήταν γεμάτες με φράσεις της νεολαιίστικης αργκό, η πρόεδρος επαναλάμβανε μονότονα, ότι υπήρχαν ενδείξεις ότι κάτι συνομωτικό κρύβεται στις τηλεφωνικές συνομιλίες! Το ερώτημα είναι αν θα συμπεριλάβει αυτή την προσέγγιση και στη δικανική της πεποίθηση, στηρίζοντας με νύχια και με δόντια το σαθρό κατηγορητήριο που κατέρρευσε στην ακροαματική διαδικασία. Και αν θα συμπαρασύρει και τους δύο εφέτες.
Μετά την μετ’ εμποδίων τοποθέτηση του μάρτυρα, άρχισε να υποβάλλει ερωτήσεις η πρόεδρος. Ζήτησε να της πει ο μάρτυρας τις διαφορές αναρχικών και αντιεξουσιαστών. Ο μάρτυρας της απάντησε, ότι υπάρχει πλούσια βιβλιογραφία που μπορεί εύκολα να την προμηθευθεί και να ενημερωθεί πάνω στις διαφορές. Η πρόεδρος επέμεινε να της πει όχι τις λεπτομέρειες, αλλά κάτι το γενικό! Φαίνεται πως είναι ακουστικός τύπος και της ήσσονος προσπάθειας στη μάθηση.
Στη συνέχεια, πέρασε στο γνωστό ερώτημα εάν ο αναρχισμός ταυτίζεται με τη βία. Θεώρησε σκόπιμο να επισημάνει, ότι στο σπίτι του μάρτυρα δεν βρέθηκαν όπλα, επιδιώκοντας να πάρει δήλωση καταδίκης της ένοπλης πάλης. Θεώρησε, μάλιστα, σκόπιμο να αναφέρει ότι κάποιοι από τους πολιτικούς μάρτυρες ταυτίστηκαν με την ένοπλη βία, αφήνοντας να εννοηθεί ότι αυτό είναι κατακριτέο, διότι ο αναρχισμός δεν ταυτίζεται με την ένοπλη βία! Η εξόφθαλμα προκλητική στάση της προέδρου να ερμηνεύει κατά το δοκούν τη θέση του αναρχικού κινήματος για την ένοπλη βία και να ζητά από τον μάρτυρα να πάρει θέση ανάγκασε τον Αλ. Μητρούσια να πάρει το λόγο και να πει στην πρόεδρο, ότι όταν φτάσουμε στο στάδιο που λέγεται απολογία θα πούμε κάποια πράγματα. Γι’ αυτό δεν χρειάζεται να ρωτάται τον κάθε μάρτυρα αν ο αναρχισμός ταυτίζεται με την ένοπλη βία. Η πρόεδρος μιλούσε ταυτόχρονα με τον Αλ. Μητρούσια, αναγκάζοντάς την να της επισημάνει ότι μιλάει πάνω του, ενώ η συνήγορός του Α. Παπαρρούσου τόνισε πως το να ρωτάς συνέχεια το ίδιο πράγμα αγγίζει τα όρια του βασανιστηρίου. Στην επιμονή της προέδρου να γίνει συζήτηση για τις διαφορές αναρχικών και αντιεξουσιαστών και για το αν ο αναρχισμός ταυτίζεται με την ένοπλη βία, ο μάρτυρας Α.Σ. απάντησε ότι είναι μεγάλη συζήτηση και δεν μπορεί να γίνει μέσα σ’ αυτό το δικαστήριο που το έχετε χαρακτηρίσει μάλιστα ως ποινικό. Εκτός εάν θέλετε, συνέχισε, να βάλουμε μια ταμπέλα και να πούμε ότι ο αναρχικός είναι έτσι, πρέπει να είναι έτσι, τελείωσε.
Στο σημείο αυτό έκρινε σκόπιμο να παρέμβει ο εισαγγελέας λέγοντας: Κα πρόεδρε, να μου επιτρέψετε λίγο. Να μην τα βλέπουμε έτσι. Καλώς ή κακώς, το δικαστήριο πρέπει να διαμορφώσει μια άποψη για τις απόψεις των κατηγορούμενων, να δει τι ακριβώς συμβαίνει. Αν έγιναν κάποιες… Παρενέβη ο Α.Μητρούσιας και απευθυνόμενος στον εισαγγελέα λέει: Για τις απόψεις, κ. εισαγγελέα; Εσείς μας λέτε ότι δεν είναι πολιτικό, αλλά ένα ποινικό δικαστήριο. Αναγνωρίστε πρώτα ότι είναι πολιτικό δικαστήριο και μετά να μιλήσουμε για απόψεις
Εισαγγελέας: Ακούστε κάτι…
Α. Μητρούσιας: Αλλιώς να μιλήσουμε για γεγονότα.
Στο σημείο αυτό έγινε μια βαβούρα, πρόεδρος και εισαγγελέας αντελήφθησαν ότι δεν μπορεί να συνεχιστεί η συζήτηση περί αναρχισμού και ένοπλης βίας και έτσι η πρόεδρος άλλαξε το «μενού» των ερωτήσεων. Πέρασε στα όπλα που βρέθηκαν στη γιάφκα της Ν. Σμύρνης και πάνω στον Κ. Σακκά και στον Α. Μητρούσια και ρώτησε τον μάρτυρα εάν του είπε κάτι ο Α. Μητρούσιας για αυτά τα όπλα και για ποιο σκοπό τα κατείχαν. Δεν ξέρουμε αν η πρόεδρος ξέχασε για ποιον ήρθε να καταθέσει ο μάρτυρας ή αν το έκανε σκόπιμα, ο μάρτυρας πάντως απάντησε, ότι ο Κ. Σακκάς δεν του είπε κάτι, ούτε έκαναν τέτοια συζήτηση. Η πρόεδρος συνέχισε να εκθέτει στο μάρτυρα τι αναφέρεται στο κατηγορητήριο για το διαμέρισμα της Πραξιτέλους: ότι το νοίκιασε ο Κ. Σακκάς με πλαστή ταυτότητα, ότι σ’ αυτό υπήρχε οπλισμός κτλ. Χρησιμοποίησε τη λέξη προφανώς όταν αναφέρθηκε στο ποιος νοίκιασε και ονομάτισε τον Κ. Σακκά, ρωτώντας τον μάρτυρα αν γνώριζε τίποτα για όλα αυτά. Της απάντησε ότι μετά την αποφυλάκισή του τον είδε λίγες φορές τον Κ. Σακκά, δε θεώρησε πρέπον να τον ρωτήσει γι’ αυτά τα ζητήματα και έτσι δεν γνωρίζει τίποτα. Η συνήγορος υπεράσπισης του Κ. Σακκά παρενέβη και απευθυνόμενη στην πρόεδρο της είπε: μπορείτε να κάνετε όποιες ερωτήσεις θέλετε, αλλά δεν μπορείτε στο στάδιο αυτό να χρησιμοποιείτε τη λέξη προφανώς, τη στιγμή που όλα είναι ερευνητέα!
Η πρόεδρος συνέχισε με ερωτήσεις για το σπίτι στο Αγρίνιο, εάν δηλαδή ο μάρτυρας γνώριζε την ύπαρξή του. Έκανε πάλι το ατόπημα, αμέσως μετά το προηγούμενο, να χρησιμοποιήσει τη λέξη «απεδείχθη», χρησιμοποιώντας ατόφιο το σενάριο που είχε παρουσιάσει ο Χαρδαλιάς. Η συνήγορος της υπενθύμισε και πάλι, ότι όλα αυτά είναι ερευνητέα. Και στην ερώτηση αυτή ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνωρίζει τίποτα και μάλιστα είπε: εάν μου δείξετε το χάρτη, δεν ξέρω να σας δείξω πού πέφτει το Αγρίνιο.
Ακολούθησαν ερωτήσεις για το αν ο μάρτυρας πήγε στο σπίτι στην Πλάτωνος, αν γνώριζε για τον οπλισμό που βρέθηκε εκεί, αν του κάνουν εντύπωση τα τέσσερα διαμερίσματα που είχε ο Κ. Σακκάς. Ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν γνώριζε κάτι γι’ αυτά, αλλά ότι τα άκουσε την προηγούμενη φορά στην αίθουσα του δικαστηρίου. Η πρόεδρος επέμενε να υποβάλει όλες αυτές τις ερωτήσεις, προφανώς για να εμφανίσει τους μάρτυρες ως πολιτικολογούντες και να ακυρώσει όσα κατέθεσαν για τους κατηγορούμενους.
Στη συνέχεια, η πρόεδρος στο κεφάλαιο των κοινωνικών σχέσεων που είχε ο Κ. Σακκάς με μέλη της ΣΠΦ. Αναφέρθηκε σε ένα ταξίδι που είχε γίνει το 2009 στο εξωτερικό, ενώ στη συνέχεια αυτές οι σχέσεις έσπασαν, πράγμα που φάνηκε στην αίθουσα του δικαστηρίου. Ρώτησε τον μάρτυρα τι ξέρει για όλα αυτά και αυτός απάντησε, ότι ζητήθηκε από την οργάνωση να μην γίνεται στη δικαστική αίθουσα αναφορά σ’ αυτή, επιθυμία την οποία ο ίδιος θα σεβαστεί, ενώ προσέθεσε ότι μπορεί να μιλήσει μόνο για τις κοινωνικές σχέσεις που είχε ο ίδιος με τον Κ. Σακκά. Με τις ερωτήσεις για κοινωνικές σχέσεις Σακκά και μελών της ΣΠΦ, καθώς και με την αναφορά σε διατάραξη αυτών των σχέσεων, η πρόεδρος επιδιώκει προφανώς να θεμελιώσει ότι στην αρχή υπήρχε οργανωτική σχέση και στη συνέχεια τα έσπασαν. Δεν είναι τυχαίο ότι αμέσως μετά την απάντηση του μάρτυρα ότι δεν γνωρίζει για τις κοινωνικές σχέσεις του Σακκά με μέλη της ΣΠΦ, τον ρώτησε για κοινωνικές σχέσεις με μέλη του Επαναστατικού Αγώνα και ιδιαίτερα με τον Β. Σταθόπουλου.
Την σκυτάλη των ερωτήσεων παρέλαβε ο εισαγγελέας Σ. Μπάγιας. Στην αρχή ρώτησε το μάρτυρα ποιους άλλους γνωρίζει εκτός από τον Σακκά. Του απάντησε ότι γνωρίζει μόνο τον Γ. Καραγιαννίδη, που όμως δεν τον γνώρισε μέσω του Σακκά. Διευκρίνισε ότι μπορεί να ήταν φίλοι, αλλά πολλές φορές μπορούσαν να περάσουν και μήνες για να συναντηθούν. Θύμισε ακόμη ότι ο Κ. Σακκάς για πολλά χρόνια ζούσε στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδασε. Στη συνέχεια ο εισαγγελέας πέρασε στο «ψητό», ρωτώντας το μάρτυρα εάν έχει γνώμη γιατί φυγοδικεί ο Κ. Σακκάς. Ο μάρτυρας ανέφερε διάφορα γεγονότα που κατά την γνώμη του αποδεικνύουν ότι η αστυνομία και τα Μέσα παραπληροφόρησης είχαν στοχοποιήσει τον Κ. Σακκά, τον οποίο ήθελαν ξανά στη φυλακή.
Με νέα παρέμβαση της η πρόεδρος, που υποτίθεται ότι είχε ολοκληρώσει την εξέτασή του, ρώτησε το μάρτυρα, εάν ένα άτομο που κυκλοφορεί με ένα όπλο στη μέση δεν είναι επικίνδυνο! Της απάντησε ότι αυτός έχει άλλη εικόνα για τον Κώστα και όσες φορές τον συνάντησε έκρινε πως κανένας άνθρωπος δεν θεωρεί τον Κώστα επικίνδυνο. Αυτό που σας λέει η πρόεδρος είναι σχεδόν ή πάρα πολύ πιθανόν να είναι έτσι, ήταν το ακαριαίο σχόλιο του εισαγγελέα. Σχόλιο προκλητικό που αποκαλύπτει προκατάληψη έναντι του Κ. Σακκά και πλήρη αποδοχή του σαθρού κατηγορητήριου και των σεναρίων επιστημονικής φαντασίας του Χαρδαλιά. Ο μάρτυρας απάντησε και στην τοποθέτηση του εισαγγελέα ότι, αντίθετα, η γνώμη που σχημάτισε από τις επαφές που είχε ο Σακκάς με τον κόσμο ήταν ότι οι άνθρωποι τον βλέπουν με θετικό μάτι.
Το τελευταίο εκνεύρισε τόσο την πρόεδρο που αισθάνθηκε την ανάγκη να ξαναπαρέμβει ξαναμιλώντας για την επικινδυνότητα, εξηγώντας και γιατί ξαναπαίρνει το λόγο παίρνει. Είπε: Σας ανέφερα μια σειρά στοιχεία (σ.σ. αυτά που δικονομικά υπό διερεύνηση και όχι δεδομένα) και εσείς δηλώσατε ότι δεν τα γνωρίζετε. Μήπως και ο κόσμος, επειδή δεν γνωρίζει αυτά τα στοιχεία, έχει αυτή την γνώμη για τον Κ. Σακκά; (!!!) Ο κόσμος τον θεωρεί σαν ένα απλό αναρχικό που του φόρτωσαν τόσες κατηγορίες και δεν γνωρίζει τα στοιχεία αυτά, ήταν η άποψη της προέδρου, η οποία αντιλαμβανόμενη την απήχηση της άποψής της απευθύνθηκε εκτός εαυτού στους κατηγορούμενους, λέγοντας: γελάμε, γελάμε; Της απάντησε ο Γ. Καραγιαννίδης, να μη γίνονται ηλίθιες ερωτήσεις στους μάρτυρες για πράγματα που δεν γνωρίζουν.
Μετά από την ένταση που δημιουργήθηκε, λόγω των συγκεκριμένων παρεμβάσεων της προέδρου, συνέχισε ο εισαγγελέας, που άρχισε να ρωτάει τον μάρτυρα, απ’ αφορμή τη δήλωσή του ότι στοχοποιήθηκε, από ποιους στοχοποιήθηκε και γιατί είναι καχύποπτος έναντι των μέσων ενημέρωσης. Νομίζοντας ότι θα τον στριμώξει του έθεσε το ερώτημα: Πώς συμβιβάζεται κάποιος να βλέπει εχθρικά τα μέσα ενημέρωσης και την ίδια στιγμή να στέλνει επιστολή προκειμένου να δημοσιευθεί; (!!!) Επειδή δεν είχε κάτι άλλο να ρωτήσει, ο εισαγγελέας άρχισε να ανακυκλώνει τις ερωτήσεις. Επανήλθε στο γιατί δεν επισκέφθηκε το σπίτι της Πλάτωνος, τι έχει να πει για τα όπλα που βρέθηκαν στην κατοχή του Σακκά κτλ. Εντάξει, ήρθατε να καταθέσετε για την προσωπικότητά του, αλλά δεν μας είπατε κάτι επί των κατηγοριών, ήταν η δικαιολογία για την επανάληψη των ερωτήσεων. Νέα διακοπή από την πρόεδρο που ξαφνικά θυμήθηκε να ρωτήσει το μάρτυρα πώς ο Κ. Σακκάς συντηρούσε τέσσερα σπίτια, ενώ δεν εργαζόταν. Αφιέρωσε τρία λεπτά για να υποβάλει νέες ερωτήσεις, απ’ αφορμή τις απαντήσεις που έδινε ο μάρτυρας, ο οποίος είπε πως ο Κ. Σακκάς δούλευε περιστασιακά και ότι τον τσοντάρανε οικονομικά οι δικοί του. Πού εργαζόταν ο πατέρας του, ρώτησε η πρόεδρος, ενώ γνωρίζει ότι είναι γιατρός και εργάζεται στο Γενικό Κρατικό Νοσοκομείο Νίκαιας. Η εμπάθεια και η προκατάληψη τυφλώνουν τον νου των ανθρώπων και τους οδηγούν σε σοβαρά λάθη…
Κλείνοντας την εξέταση του μάρτυρα, ο εισαγγελέας θυμήθηκε και μια άλλη παράμετρο της προσωπικότητας του Κ. Σακκά, την αγάπη για τα ζώα. Αυτή η ερώτηση ήταν επόμενο να προκαλέσει το γέλιο όχι μόνο των κατηγορούμενων Καραγιαννίδη και Μητρούσια, αλλά και πολλών άλλων από τους παριστάμενους στην αίθουσα. Μην τρελαθούμε, κ. εισαγγελέα, από τις ερωτήσεις που βάζετε στους μάρτυρες, παρατήρησε ο Αλ. Μητρούσιας. Ερχεται ένας μάρτυρας υπεράσπισης, να δούμε κατά ποιο τρόπο θα συνεισφέρει, ήταν το αμήχανο καταληκτικό σχόλιο του εισαγγελέα.
Στη συνέχεια κατέθεσε ο πολιτικός μάρτυρας Γιάννης Ξύδας, ο οποίος έδωσε πολιτικό όρκο, όπως και οι προηγούμενοι μάρτυρες.
Πρόεδρος: Γνωρίζετε τον κ. Σακκά από χρόνια;
Μάρτυρας: Όχι, μετά την απεργία πείνας, όταν απελευθερώθηκε.
Πρόεδρος: Συνεπώς δεν γνωρίζετε τίποτα για τη υπόθεση.
Μάρτυρας: Όχι δεν γνωρίζω
Πρόεδρος: Τι θέλετε να μας πείτε;
Θα αναφερθώ στην φυγοδικία του Κ. Σακκά, είπε ο μάρτυρας, που οδηγήθηκε σ’ αυτή μετά τις συνεχείς ενοχλήσεις των αστυνομικών αρχών και τις συνεχείς διώξεις. Εξιστόρησε τη φυγοδικία ενός πολύ καλού φίλου και συντρόφου του, του Σίμου Σεϊσίδη. Η ιστορία του είναι λίγο πολύ γνωστή. Τον κατηγορούσαν σαν ένα από τα μέλη των «ληστών με τα μαύρα». Μετά τη φυγοδοκία του, ο Σ. Σεϊσίδης δαιμονοποιήθηκε, κατηγορήθηκε με μια σειρά κατηγορίες ανυπόστατες και κάποια στιγμή ο πρώην υπουργός Μ. Χρυσοχοΐδης τον επικήρυξε με 200.000 ευρώ. Για μια ληστεία που ο Σίμος δεν είχε καμία σχέση πυροβολήθηκε πισώπλατα. Για κείνη τη ληστεία δεν κατηγορήθηκε! Ποιος έκανε τις ληστείες; παρενέβη η πρόεδρος. Θα σας πω, απάντησε ο μάρτυρας και συνέχισε την κατάθεσή του. Στη φυγοδικία εύκολα δαιμονοποιείται κάποιος και γι’ αυτό αυτοί οι αγωνιστές δεν πρέπει να μένουν μόνοι πολιτικά. Στην αρχή διώχτηκε για μια ληστεία και στη συνέχεια για πέντε ληστείες. Κατηγορήθηκε και για συμμετοχή σε τρομοκρατική οργάνωση; ρώτησε η πρόεδρος. Ναι, για συμμετοχή σε οργάνωση που την ονόμαζαν «ληστές με τα μαύρα», απάντησε ο μάρτυρας! Συνέχισε την εξιστόρησή του λέγοντας ότι το δικαστήριο έγινε, αλλά αθώωσε τον Σ. Σεϊσίδη, μετά από μια ριζοσπαστική πρόταση της εισαγγελέα Μαλούχου. Τον αθώωσαν επίσης όλα τα δικαστήρια, αλλά τα μαζικά μέσα και η αστυνομία αποσιώπησαν όλες τις αποφάσεις.
Τόσο εμείς όσο και οι σύντροφοί του και αυτοί που είναι έξω και δεν τον γνωρίζουν καλά δεν πρέπει να επιτρέψουμε φαινόμενα όπως του Σίμου Σεϊσίδη, δηλαδή να πυροβοληθεί πισώπλατα, τόνισε ο Γ. Ξύδας. Τον Κ. Σακκά τον έβαλαν στο στόχο δύο φορές και τον δαιμονοποίησαν, όπως έκαναν παλαιότερα με τον Μπαλάφα, τον Λεσπέρογλου και τον Σκυφτούλη. Βέβαια, θα μου πείτε, τον άφησαν δύο φορές, αλλά σ’ αυτόν δυνάμωσε ο φόβος ότι θα τον πιάσουν. Καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται, σχολίασε με στόμφο η πρόεδρος! Ο μάρτυρας της απάντησε ότι ο καθαρός ουρανός μπορεί να καθίσει μέσα για πολύ καιρό και μετά να αθωωθεί, αλλά αυτό εξαρτάται από την τύχη, σε ποιούς θα πέσεις.
Στη συνέχεια, ο μάρτυρας πέρασε στις πιέσεις που ασκούνται από τον Δένδια στις δικαστικές αρχές, ότι τους αφήνουν ελεύθερους, ότι δεν κάνουν καλά τη δουλειά τους. Αυτό, πώς να το κάνουμε, είναι μια πίεση. Βέβαια, υπήρχαν στο παρελθόν και ριζοσπαστικά στοιχεία, όπως ο κ. Σαρτζετάκης, όντας αντικομμουνιστής, στην υπόθεση Λαμπράκη, όπως και άλλες περιπτώσεις, η Χ. Γιαταγάνα της Λαϊκής Δεξιάς, που είχε κάνει αγώνα για τις φυλακές του Γεντί Κουλέ. Είπαμε καθαρός ουρανός αστραπές δεν φοβάται, αλλά είδαμε καθαρούς ουρανούς που κάθισαν μέσα έξι μήνες. Αυτό μόνο; ξανασχολίασε η πρόεδρος που δεν αισθανόταν άνετα με όσα κατέθετε ο μάρτυρας. Η φυγοδικία είναι ένα πολύ σοβαρό πράγμα, συνέχισε ο Γ. Ξύδας. Και απογοητεύθηκε δηλαδή, συμπλήρωσε η πρόεδρος, εν ίδει εισαγωγής στην πονηρή ερώτηση αν του είπε ο Σακκάς για ποιο λόγο φυγοδίκησε, λες και ο μάρτυρας ήταν σύμβουλος του Κ. Σακκά.
Στη συνέχεια, ξέχειλη από προκατάληψη, η πρόεδρος είπε στο μάρτυρα ότι ο Σακκάς παραβίασε τον περιοριστικό όρο της διανυκτέρευσης στο σπίτι των γονιών του. Αυτό για το οποίο τα δικαστήρια αθώωσαν τον Κ. Σακκά για την πρόεδρο είναι λόγος των απανωτών διώξεων και της στοχοποίησής του που τον εξώθησαν στη φυγοδικία!
Ο εισαγγελέας ρώτησε για την προσωπικότητα του Κ. Σακκά και ο μάρτυρας απάντησε: Εμένα, που δεν προέρχομαι από τον αναρχικό χώρο, μου έκανε μεγάλη εντύπωση η ευγένειά του. Εσείς δεν δηλώνετε αναρχικός; πετάχτηκε η πρόεδρος, λες και είχε δει μπροστά της τον Βεελζεβούλ αυτοπροσώπως! Δεν είμαι αναρχικός, είμαι κομμουνιστής, απάντησε ήρεμα ο μάρτυρας, βάζοντας τέλος σ’ αυτή τη σουρεαλιστική παρέμβαση της προέδρου. Στη συνέχεια, άρχισε να αναπτύσσεται ένας διάλογος ανάμεσα στον εισαγγελέα και τον μάρτυρα για τους λόγους που οδήγησαν τον Κ. Σακκά στην φυγοδικία, η οποία κατά κάποιο τρόπο είναι μια μεγάλη φυλακή. Ο εισαγγελέας ζήτησε να σχολιάσει ο μάρτυρας τη φυγοδικία του Σακκά και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν μπορεί να κρίνει ανθρώπους που έχουν να βγάλουν χρόνια φυλακής. Ο εισαγγελέας υπέβαλε και στον Γ. Ξύδα την καθιερωμένη ερώτηση σχετικά με τον αν η ιδεολογία του Κ. Σακκά είναι συμβατή με αυτά για τα οποία κατηγορείται. Ο μάρτυρας είπε ότι δεν μπορεί να του απαντήσει και αναφέρθηκε εκτενώς στην υπόθεση Κυριάκου Μαζοκόπου. Η κατάθεση του Γ. Ξύδα ολοκληρώθηκε με την ερώτηση του εισαγγελέα εάν γνωρίζει κανέναν από τους υπόλοιπους κατηγορούμενους. Ο μάρτυρας απάντησε ότι είναι 38 ετών και γι’ αυτό δεν γνωρίζει κανέναν άλλο από τους κατηγορούμενους.
Τελευταίος πολιτικός μάρτυρας υπεράσπισης του Κ. Σακκά ήταν ο Μ.Α., φωτορεπόρτερ, οποίος δήλωσε ότι ανήκει και ο ίδιος στον αναρχικό χώρο και ότι γνωρίζει τον Κ. Σακκά εδώ και δέκα χρόνια (γνωρίστηκαν στη Θεσσαλονίκη, όπου σπούδαζαν και οι δύο, στο πλαίσιο της δράσης του αναρχικού κινήματος). Η πρόεδρος υπέβαλε και σ’ αυτόν τον μάρτυρα την… κλασική πλέον ερώτηση εάν ο αναρχικός και αντιεξουσιαστής ταυτίζεται με την ένοπλη βία και την κατοχή βαρέως οπλισμού!
Ο αναρχικός και αντιεξουσιαστής, όπως το βλέπω εγώ, δεν ταυτίζεται ούτε με τη βία ούτε με τα όπλα, είπε ο μάρτυρας. Οραματιζόμαστε μια κοινωνία της ειρήνης, της ελευθερίας, όμως η κοινωνία αυτή δε θα έρθει χωρίς ένοπλο λαό, γιατί η άρχουσα τάξη, οι πλούσιοι, η δικαστική εξουσία, το αστυνομικό κράτος δε θα παραδώσουν τα προνόμιά τους έτσι. Η πρόεδρος επέμεινε να ρωτά αν ο αναρχικός συνδέεται με την ένοπλη βία και την κατοχή όπλων και ο μάρτυρας απάντησε ότι δεν συνδέεται μεν με τα όπλα και την ένοπλη βία, αλλά με την ελευθερία, σε συνδυασμό όμως με όσα ανέφερε προηγούμενα για τον ένοπλο λαό. Στην ίδια ερώτηση επέμεινε και ο εισαγγελέας, ζητώντας όμως περισσότερες διευκρινίσεις για το τι εννοεί με τη θέση για ένοπλο λαό.
Ο μάρτυρας ζήτησε από την πρόεδρο να τον αφήσει να πει μερικά πράγματα για την προσωπικότητα του Κ. Σακκά και στη συνέχεια να απαντήσει σε όποια ερώτηση θέλει. Αναφερόμενος στην προσωπικότητα του Κ. Σακκά, είπε ότι είναι έξυπνος, ότι προωθούσε τις διαδικασίες με την παρουσία του, ότι ήταν ειλικρινής, υπεύθυνος, ότι πάντοτε στήριζε τις αποφάσεις του. Μετά από τρία χρόνια συναντήθηκαν στην Αθήνα και ξανασυνδέθηκαν μέχρι την ημέρα της σύλληψής του. Ο μάρτυρας έδωσε μια ερμηνεία για τη σύλληψη των έξι αγωνιστών το Δεκέμβρη του 2010. Είπε χαρακτηριστικά, ότι είχαν την ατυχία να συλληφθούν όταν το αναρχικό κίνημα ετύγχανε της αποδοχής ενός μεγάλου κομματιού της κοινωνίας και η άρχουσα τάξη έβαλε σαν στόχο να εξαφανίσει αυτό το κίνημα. Στη συνέχεια, αναφέρθηκε αναλυτικά στις κατηγορίες και απέδειξε πόσο διογκωμένες είναι, σημειώνοντας ότι οι διωκτικοί μηχανισμοί σκοπεύουν να τους κρατήσουν πολλά χρόνια ακόμη στη φυλακή. Πέρασε στη συνέχεια στην πολύχρονη παράνομη κράτηση του Κ. Σακκά. Του στέρησαν το δικαίωμα της ελευθερίας, είπε, και καλά έκανε και επέλεξε το δικό του δρόμο ελευθερίας.
Η πρόεδρος ρώτησε το μάρτυρα, τι απ’ αυτά που καταμαρτυρούν σ’ αυτή τη δικογραφία στον Κ. Σακκά θεωρεί στημένο. Ο μάρτυρας απάντησε, ότι η υπόθεση αυτή είναι πολύ διογκωμένη. Μια υπόθεση απλής οπλοκατοχής ανάχθηκε σε συμμετοχή σε ένοπλη οργάνωση και σε συνδυασμό με μια σειρά κατηγορίες κακουργηματικού χαρακτήρα.
Μετά την ολοκλήρωση της εξέτασής του από την πρόεδρο, ο μάρτυρας επανέλαβε την άποψή του για την ένοπλη βία και την κατοχή όπλων: Εγώ λοιπόν λέω, ότι ο αναρχικός χώρος δεν ταυτίζεται ούτε με τη βία ούτε με τα όπλα. Ο αναρχικός χώρος διεκδικεί ένα κόσμο ειρήνης (σ.σ. δεν ακούστηκαν μια-δυο λέξεις). Όμως δεν έχουμε και αυταπάτες, ότι αυτό που διεκδικούμε θα μας δοθεί απλόχερα και ειρηνικά. Είναι σίγουρο, ότι ο μόνος τρόπος να διεκδικήσουμε μια καλύτερη κοινωνία είναι ο ένοπλος λαός, οι ένοπλοι πολιτοφύλακες, είναι οι άνθρωποι που θα συγκρούονται με όλα τα μέσα».
Ο εισαγγελέας πρώτα άναψε πάλι μια έντονη πολιτική αντιπαράθεση και σε μια στιγμή ακούστηκε να λέει: ξεφύγαμε να κάνουμε και μερικές ερωτήσεις! Έτσι, επανελήφθησαν από εισαγγελέα και πρόεδρο κάποιες από τις τετριμμένες και θλιβερά επαναλαμβανόμενες ερωτήσεις που τέθηκαν στους προηγούμενους μάρτυρες. Μ’ αυτές ολοκληρώθηκε η ακροαματική διαδικασία.
Την Πέμπτη 18 Σεπτέμβρη θα συνεχιστεί η αγόρευση του εισαγγελέα με την πρότασή του επί του σαθρού κατηγορητήριου.
Δευτέρα 15 Σεπτεμβρίου 2014
Αναδημοσίευση από ΚΟΝΤΡΑ
