Γιάννης Μιχαηλίδης: Απάντηση στην κριτική των συντρόφων της Κόντρας

0
345

Γράφω αυτές τις γραμμές με αφορμή τη δημόσια κριτική που δέχτηκα από την κομμουνιστική εφημερίδα “Κόντρα”, για τη στάση μου να απαξιώνω τα δικαστήρια απέχοντας από τη διαδικασία. Αρχικά θέλω να διασαφηνίσω ότι δεν αμφισβητώ ούτε στο ελάχιστο τις συντροφικές προθέσεις αυτής της κριτικής και αναγνωρίζω ως πολύ σημαντική τη συνεισφορά του συγκεκριμένου εγχειρήμματος στον αγώνα, με την παρουσία και ενημέρωση για όλες ανεξαιρέτως τις τρομοδίκες.

Θεωρώ ότι η ρίζα αυτής της διαφωνίας, είναι η κομβική διαφορά των αναρχικών αναλύσεων από τη μαρξιστική ιδεολογία, ως προς τον ρόλο του κρατικού μηχανισμού, των θεσμών του, και των κοινωνικών συμβολαίων. Οι μαρξιστές, αποδίδουν στο κράτος δευτερογενή ρόλο, ως εγγυητή των καπιταλιστικών συμφερόντων, ενώ στη δική μου ανάλυση, τόσο το κράτος, όσο και το κεφάλαιο αποτελούν δύο μόνο από τις αμέτρητες μορφές εξουσίας οι οποίες μου είναι εξίσου εχθρικές και συνεξελίσσονται ενώ μέσα στη χαοτικότητα της κοινωνικής πραγματικότητας δεν μπορείς να διακρίνεις αν η κότα έκανε το αβγό ή το αντίστροφο. Αντίστοιχα λοιπόν, οι μαρξιστές “διαβάζοντας” την ιστορία ντετερμινιστικά, και θεωρώντας ότι η ιστορία έχει προδιαγεγραμμένη ροή προς τον επίγειο παράδεισο του κομμουνισμού (μεταφέροντας το κυρίαρχο θρησκευτικό δόγμα σε υλιστική μορφή), αναφέρονται στη νομιμότητα όχι ως κάτι που θέλουν να καταστρέψουν αλλά να μετασχηματίσουν και έτσι συχνά επικαλούνται την πλευρά του νομικού κώδικα που ως προϊόν του κοινωνικού συμβολαίου, προασπίζει υποτίθεται τα ταξικά τους συμφέροντα.

Σε κάθετη αντίθεση, για μένα το κάθε κοινωνικό συμβόλαιο είναι ένα κουρελόχαρτο που πρέπει να σκιστεί καθώς η λειτουργία του δεν είναι άλλη από το να εμποδίζει την ανάπτυξη της σύγκρουσης μεταξύ των καθεστωτικών εξουσιών και των εν δυνάμει εξεγερμένων. Και θεωρώντας αυτή τη σύγκρουση γόνιμη σε αντίθεση με τη δολοφονική κοινωνική ειρήνη, την προωθώ με κάθε μέσο. Έτσι αρνούμαι τη συνδιαλλαγή με τους φορείς της κρατικής εξουσίας, αρνούμαι να μιλήσω τη γλώσσα της, που είναι ο νόμος. Δεν επιθυμώ πιο “δίκαιες αποφάσεις” αλλά όξυνση των αντιφάσεων του δικαστηρίου.

Ας μπούμε όμως στην ουσία.

Το δικαστήριο για ‘μένα είναι κομμάτι του σιχαμερού μηχανισμού της δικαιοσύνης, η οποία σε κάθε μορφή της, είτε στην αστική, είτε πρόκειται για τα προσφιλή στους κομμουνιστές λαϊκά δικαστήρια, επιτελεί τον ίδιο ρόλο να κανοναρχεί τη ζωή και να επιβάλλει τη θέληση των πολλών στο άτομο. Το δικό μου ιδανικό για τις ανθρώπινες σχέσεις προϋποθέτει τη συθέμελη καταστροφή της θεσμικής Δικαιοσύνης, της κανονιστικής ηθικής και τις μαζικής κοινωνίας που τις χρειάζεται για να λειτουργήσει.

Ας εξετάσουμε το ρόλο του δικαστηρίου αυτού συγκεκριμένα:

Είναι λογικό το κράτος να επιδιώκει τη φυσική εξόντωση των εχθρών του. Γιατί λοιπόν δεν το κάνει απ’ ευθείας και στήνει δίκες – θεατρικές παραστάσεις; Γιατί ΕΙΝΑΙ ΠΙΟ ΧΡΗΣΙΜΗ ΓΙΑ ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ Η ΕΠΙΔΕΙΞΗ ΤΟΥ ΑΝΘΡΩΠΙΣΤΙΚΟΥ ΤΟΥ ΠΡΟΣΩΠΕΙΟΥ ΑΠΟ ΟΤΙ Η ΦΥΣΙΚΗ ΕΞΟΝΤΩΣΗ ΤΩΝ ΕΧΘΡΩΝ ΤΟΥ, στην παρούσα χρονική περίοδο. Γιατί έχει ανάγκη να κατακτά πάντα το ρόλο του ρυθμιστή, γιατί έχει ανάγκη να επικυρώνει τη νομιμότητα και να προασπίζεται το κοινωνικό συμβόλαιο. Για να στήσει όμως αυτές τις θεατρικές παραστάσεις ΕΠΙΔΕΙΞΗΣ ΤΗΣ ΙΣΟΡΡΟΠΙΑΣ ΤΟΥ ΝΟΜΟΥ, χρειάζεται να αναπαραστήσει και την πλευρά των εκάστοτε εχθρών του. Και επιτυγχάνει να την αναπαραστήσει εντελώς στρεβλά, καθώς το τίμημα της συμμετοχής σε αυτή τη διαδικασία είναι να βρίσκεσαι στη θέση του κατηγορούμενου και του απολογούμενου με τη συναφή απώλεια των αναρχικών χαρακτηριστικών. Γιατί ενώ η μόνη δυνατή σχέση που μπορείς να έχεις σαν αναρχικός με τους δικαστικούς είναι η σύγκρουση, καταλήγεις να συνδιαλλέγεσαι με τους εχθρους σου για το ύψος της ποινής ή για την αξιοπιστία των στοιχείων. Γιατί ενώ σαν αναρχικός εχθρεύεσαι την εκπροσώπηση, καταλήγεις να αποδέχεσαι την εκπροσώπηση από δικηγόρο. Γιατί ενω σαν αναρχικός θες να καταστρέψεις τους νόμους, καταλήγεις να τους επικαλείσαι. (Φυσικά το να βρίσκεσαι εκεί για να αντιστρέψεις αυτή τη διαδικαδία είναι μια εντελώς διαφορετική περίπτωση που θα σχολιάσω παρακάτω).

ΟΧΙ ΔΕΝ ΑΠΕΧΩ ΑΠΟ ΤΟ ΔΙΚΑΣΤΗΡΙΟ ΓΙΑ ΝΑ ΕΙΜΑΙ ΚΑΘΑΡΟΣ ΑΠΟ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ. ΟΝΤΑΣ ΣΤΗ ΦΥΛΑΚΗ ΚΑΝΩ ΑΜΕΤΡΗΤΕΣ ΣΥΜΒΑΣΕΙΣ ΚΑΘΕ ΜΕΡΑ. Και αναγνωρίζοντας ότι οι συμβάσεις είναι μια στρατηγική επιλογή, είτε για τον αγώνα, είτε για την ατομική διαβίωση και επιβίωση, αντιλαμβάνομαι ένα σκεπτικό που θέλει τη συμμετοχή στη διαδικασία για να τη χρησιμοποιήσει σα δημόσιο βήμα λόγου. Απλά σε αντίθεση με κάποες δεκαετίες πριν, στην παρούσα συγκυρία θεωρώ ότι το σκεπτικό αυτό δεν ευσταθεί. Πλέον η μοναδική ενημέρωση γι’ αυτές τις δίκες φτάνει μέχρι τα μέσα αντιπληροφόρησης στα οποία ο λόγος μου μπορεί να δημοσιευτεί απ’ ευθείας χωρίς να έχει για εμένα νόημα να συμμετάσχω στις θεατρικές τους παραστάσεις, καθώς με τα σύγχρονα μέσα επικοινωνίας όπως το ίντερνετ, ο λόγος μας είναι παντού απλά τα αυτιά που θέλαμε να μας ακούσουν, είναι βουλωμένα από το θέαμα, την εικονική πραγματικότητα και τη διαφήμιση.

Και οι ποινές; Ρωτούν πολλοί. Αξίζει; Κάνοντας μια διάκριση μεταξύ του παραπάνω σκεπτικού που βλέπει το δικαστήριο ως δημόσιο βήμα έκφρασης (όπου η ποινή θα παρέμενε υψηλή) και μίας προσωπικής στρατηγικής που αποσκοπεί στην γρηγορότερη απεμπλοκή από τα σωφρονιστικά γρανάζια, αντιστρέφω την ερώτηση. Αξίζει να αποτελέσω ηθοποιό στο θέατρο σκιών για μια μικρότερη ποινή παραιτούμενος από το αντιδικαστικό πολιτικό μου περιεχόμενο; Αξίζει να γίνω η σκιά του εαυτού μου μιλώντας την ίδια γλώσσα με τους δικαστικούς δήμιους, τη γλώσσα της εξουσίας, την ανιαρή νομικίστικη γλώσσα; Αξίζει το τίμημα να παίξω στο δικό τους στημένο παιχνίδι και να αποδεχτώ την επικύρωση του δημοκρατικού χαρακτήρα του κράτους δικαίου; Ο καθένας δίνει τη δική του απάντηση και προφανώς είναι κατανοητό, καθώς και για εμένα υπήρξαν συγκυρίες που επέλεξα να δώσω διαφορετική απάντηση από αυτή που δίνω τώρα. Η στάθμιση μεταξύ περισσότερου χρόνου αδράνειας στη φυλακή και μιας υποχώρησης είναι λεπτή και καθαρά υποκειμενική.

Επ’ ευκαιρίας της απάντησης αυτής θα σταθώ λίγο στο σχολιασμό των κατηγοριών, κάτι που στόχευα ούτως ή άλλως να κάνω. Επειδή δε συμφέρει το κράτος η παραδοχή πως είμαστε πολιτικοί του εχθροί, επιδιώκει να διαστρεβλώσει τη δράση μας και να αποδώσει στις σχέσεις μας χαρακτηριστικά που μισούμε. Έτσι, εκτός από τις επιθέσεις τις οποίες υπερασπίζομαι, εναντίον των δομών εξουσίας και ιδιοκτησίας, έχουν εντάξει τη δράση μου, όπως και σχεδόν οποιουδήποτε αναρχικού που συλλαμβάνουν, στη ΣΠΦ, στοχεύοντας (εκτός από τη διόγκωση του κατηγορητηρίου) να δείξουν ότι οι αναρχικοί λειτουργούν συγκεντρωτικά υπό τη στέγη μίας συγκεκριμένης οργάνωσης αναιρώντας το διάχυτο χαρακτήρα των ενεργειών μας. Επίσης ακόμα σοβαρότερη είναι και η προσβλητική κατηγορία της ηθικής αυτουργίας υποννοώντας ότι υπάρχει σχέση ιεραρχίας (και μάλιστα διαταγής!) εκεί που εκφράζεται αυθόρμητα, πηγαία και συνειδητά η άρνηση παράδοσης στον εχθρό. Κάτι για το οποίο από παράλειψή μου δεν τοποθετήθηκα δημόσια μέχρι σήμερα.

Τώρα θα μου επιτραπεί να περάσω στην “αντεπίθεση”. Συνειδητά επέλεγα τη σιωπή καθώς δεν θεωρούσα γόνιμη μια δημόσια αντιπαράθεση με τους συντρόφους, όμως πλέον η σιωπή δεν έχει νόημα αφού καλώς (και χωρίς καμία παρεξήγηση από την πλευρά μου) ξεκίνησαν τα βέλη της κριτικής. Γιατί πολύ καιρό παρακολουθώ τις ενημερώσεις των συντρόφων της Κόντρας και τη θυματοποίηση που υφέρπει σ’ αυτές και αφορά τους εμπλεκόμενους αναρχικούς σε αυτές τις τρομοδίκες.

Οι φοβισμένοι και δειλοί δικαστές που εκτελούν χεσμένοι τις εντολές των ανωτέρων τους, παρουσιάζονται ως αυταρχικοί για να εξυπηρετήσουν την εικόνα που μας θέλει σε θέση αδυναμίας, ενώ σε κάθε ενέργεια για την οποία κατηγορούμαστε, οι σύντροφοι της Κόντρας υιοθετούν μια επιχειρηματολογία μιας φανταστικής υπεράσπισης που θέλει τη συμμετοχή μας να μην αποδεικνύεται. Έτσι και τώρα, η αυτόκλητη νομική υπεράσπιση της Κόντρας, με παρουσιάζει να φεύγω “σαν κύριος” (!!!) με το κωλάδικο, υποβαθμίζοντας το γεγονός ότι έδωσα μάχη για την ελευθερία μου, για να προβληθεί η εικόνα του θύματος κρατικής σκευωρίας (φτάνοντας μάλιστα στο σημείο να ισχυριστεί ότι η αυτόπτης μάρτυρας είχε υποστεί σεμινάριο για το τί θα πει, καθώς για τους ιδεολόγους, αν η ιδεολογία τους δεν συμφωνεί με την πραγματικότητα, τόσο το χειρότερο για την πραγματικότητα!). Όπως είπα και σε δημόσιο γράμμα μου στο παρελθόν, για ‘μενα έχει βαρύνουσα πολιτική σημασία η υπεράσπιση της βίαιης άρνησης παράδοσης, γι’ αυτό και την επέλεξα, γνωρίζοντας ότι θα υποστώ τις συνέπειες.

Σε αυτή την υπόθεση λοιπόν, όσο και αν δεν βολεύει την αριστερίστικη ρητορική δεν είμαι θύμα. Πολέμησα για την ελευθερία μου, και τόσο ο Δρόσος, όσο και ο Λεοντόπουλος που επιχείρησε να κάνει τον ήρωα, υπέστη τις συνέπειες της αναρχικής επαναστατικής βίας. Δυστυχώς ήταν μικρότερες απ’ ότι επιθυμούσα για δύο φρουρούς της καθεστωτικής νομιμότητας που στάθηκαν εμπόδια στην ελευθερία μας, που για μένα αποτελεί ύψιστη αξία.

Κλείνοντας, να επισημάνω πως ότι έγραψα εδώ αφορά τους συντρόφους και μόνο και δεν είναι για τα μούτρα κανενός δικαστικού, αφού το μόνο που θα επιθυμούσα να δείχνουμε σ’ αυτούς, είναι οι κάνες των όπλων μας. Από αυτό το βαρετό γραφειοκρατικό καραγκιοζιλίκι του δικαστηρίου θα εξακολουθήσω να απέχω.

via  athens.indymedia.org