Αθήνα: Γελάει καλύτερα όποιος γελάει τελευταίος…

(ανάληψη ευθύνης για τη συντονισμένη επίθεση σε καταστήματα MyMarket)

Τα γεγονότα στα MyMarket δεν είναι η εξαίρεση, αλλά το λαμπρό παράδειγμα του κόσμου των αφεντικών. Δεν πέσαμε από τα σύννεφα. Αντιθέτως, αποφασίσαμε να μην αφήσουμε ακόμη μία επίθεση εναντίον μας αναπάντητη. Επιστρέψαμε ένα ελάχιστο κομμάτι από την καθημερινή βία που μας ασκείται σωματικά και πνευματικά μέσω της εργασίας, αυτή τη φορά στην αλυσίδα MyMarket. Τα ξημερώματα της Πέμπτης 28/3 επιτεθήκαμε σε 13 καταστήματα Mymarket στην Αθήνα με σπασίματα και μπογιές.

Λάβαμε 30/03/2019

Στις αρχές του Μάρτη, τοποθετείται σε όλα τα καταστήματα MyMarket της Αττικής ανακοίνωση που «καλεί» τους εργαζόμενους και τις εργαζόμενες να χαμογελούν μεταξύ άλλων «επειδή εργάζονται» και «επειδή η εταιρία επένδυσε χρήματα για να συνεχίσουν να εργάζονται». Η ανακοίνωση αυτή υπογράφεται από την «περιφερειακή διευθύντρια λειτουργίας καταστημάτων MyMarket». Κλείνοντας η ίδια αναφέρει ότι «ανυπομονεί να δει την ανταπόκριση των εργαζομένων στα αποτελέσματα της έρευνας του μυστικού επισκέπτη μέσα στον μήνα», δίνοντας έναν απειλητικό τόνο για την ιδιότυπη αξιολόγηση που πρόκειται να ακολουθήσει.

Η εταιρεία, μετά τον σάλο που δημιουργήθηκε από τα παραπάνω, απέλυσε τη συγκεκριμένη διευθύντρια, με σκοπό να κατευναστούν τα πνεύματα. Στο ίδιο πλαίσιο παραιτήθηκε και ο «γενικός διευθυντής λειτουργίας των καταστημάτων». Ταυτόχρονα, σε επικοινωνιακό επίπεδο, η διαχείριση των γεγονότων κινήθηκε σε μία λογική που καταλόγιζε ολόκληρη την υπόθεση ως «ατομικό λάθος» της διευθύντριας, ως «μεμονωμένο περιστατικό» που καμία σχέση δεν έχει με την «υγιή επιχειρηματικότητα» κλπ. Το τυπικά χαιρέκακο και αλαζονικό «μπιλιετάκι» διέρρευσε εκτός των τειχών του εργασιακού παραδείσου «MyMarket», και ξαφνικά «όλοι εξοργίστηκαν», «όλοι έπεσαν από τα σύννεφα»: Από τα τηλεοπτικά πάνελ και τα έδρανα της βουλής, από τους καρεκλοκένταυρους εργατοπατέρες ως τους «ανυποψίαστους» των social media. Όλοι αυτοί ανακάλυψαν ξαφνικά μια νέα ήπειρο, με το όνομα «εργασιακό κάτεργο» και «εργοδοτική αλαζονεία». Μία φτηνή, πολύ φτηνή ευασθησία, που σκοπό είχε τελικά να ξεπλύνει μια κυρίαρχη πραγματικότητα στους εργασιακούς χώρους: Τις μικρές και μεγάλες προσταγές μικρών και μεγάλων αφεντικών, και τις απειλές που αντιμετωπίζουμε καθημερινά όλοι και όλες στους χώρους εργασίας, υπομένοντας υποκριτικά χαμογελαστοί ή αγέλαστες τους εκβιασμούς της μισθωτής εργασίας και την τρομοκρατία της ανεργίας, τη στοχοποίηση όσων εργαζόμενων διεκδικούν αυτά που -έστω νομικά- δικαιούνται, τους τραμπουκισμούς, τους ξυλοδαρμούς (όπως των δύο διανομέων στο μαγαζί «Βεάκη 56» στο Περιστέρι, και το «Pizza Mafiozo» στη Θεσσαλονίκη), τις σεξιστικές επιθέσεις και παρενοχλήσεις από την πλευρά των εργοδοτών, τις απολύσεις εγκύων, τα ολοένα αυξανόμενα «εργατικά ατυχήματα» και πολλά άλλα. Τα γεγονότα στα MyMarket δεν είναι η εξαίρεση, αλλά το λαμπρό παράδειγμα του κόσμου των αφεντικών. Αντιλαμβανόμαστε πως τα αφεντικά έχουν έναν μόνο στόχο, το κέρδος, και φροντίζουν να το διαφυλάττουν με κάθε διαθέσιμο μέσο. Δεν πέσαμε από τα σύννεφα. Αντιθέτως, αποφασίσαμε να μην αφήσουμε ακόμη μία επίθεση εναντίον μας αναπάντητη. Επιστρέψαμε ένα ελάχιστο κομμάτι από την καθημερινή βία που μας ασκείται σωματικά και πνευματικά μέσω της εργασίας, αυτή τη φορά στην αλυσίδα MyMarket. Τα ξημερώματα της Πέμπτης 28/3 επιτεθήκαμε στα εξής καταστήματα της αλυσίδας (13 στο σύνολο) με σπασίματα και μπογιές:

-2 καταστήματα στον Βύρωνα
-1 στο Παγκράτι
-2 στο Ίλιον
-1 στο Μεταξουργείο
-1 στα Πετράλωνα
-1 στα Σεπόλια
-2 στη Νέα Σμύρνη
-1 στην Κυψέλη
-2 στη Γλυφάδα

Οι κρίσεις είναι δομικό στοιχείο του καπιταλιστικού τρόπου παραρωγής και της οργάνωσης της κοινωνικής ζωής γύρω από το κράτος. Η «οικονομική κρίση», όπως ονόμασαν λοιπόν τα κράτη και τα αφεντικά τους μειωμένους ρυθμούς ανάπτυξης της κερδοφορίας τους, έδωσε την αφορμή ώστε να βγουν μπροστά επιδιώκοντας να τους αυξήσουν εις βάρος των εργαζομένων. Αποτέλεσε ένα εξαιρετικό πεδίο για την ένταση της εκμετάλλευσης του κόσμου της εργασίας. Ο εκβιασμός και οι απειλές της ανεργίας υπονοούσαν πως όποια ήθελε να κρατήσει τη θέση εργασίας της, θα το έκανε με λιγότερα λεφτά, με περισσότερη ένταση και περισσότερες αρμοδιότητες, με λιγότερα άτομα για τα ίδια πόστα. Διαφορετικά, «όλο και κάποιος θα βρισκόταν να το κάνει για ακόμη λιγότερα χρήματα». Η αφορμή δόθηκε με την επικοινωνιακή αφήγηση της κρίσης, και έτσι οι όροι για την εργασία, όπως και για διάφορες άλλες πτυχές των ζωών μας, χειροτέρεψαν, και όλο αυτό το περιβάλλον άρχισε να εδραιώνεται ως μία νέα κανονικότητα: Η ελαστικοποίηση των εργασιακών συνθηκών, η μαύρη ή ανασφάλιστη εργασία, τα ξεχειλωμένα ωράρια, η θεσμοθετημένη εργασία τις Κυριακές, η παρανομοποίηση των απεργιών, η κατάργηση στην ουσία των συλλογικών συμβάσεων, οι πληρωμές με κουπόνια, η ανάδυση των εταιριών ενοικίασης προσωπικού κ.α. είναι λίγα από αυτά που βιώνουμε μέχρι και σήμερα.

Πλέον όμως, στην εποχή της «ανάπτυξης», όπως την αποκαλούν τα αφεντικά, οι συνθήκες φαίνεται να καλυτερεύουν μόνο για τα κέρδη τους. Αυτό που έχει αλλάξει βέβαια είναι η ρητορική, καθώς τώρα οι όροι της εργασίας «πρέπει να παραμείνουν εντατικοί για να μην ανακοπεί με τίποτα η ανοδική τροχιά της οικονομίας». Και κανείς δεν είπε πως η ιστορία τελειώνει εδώ. Ο δρόμος έχει στρωθεί για τα αφεντικά, και αυτά φαίνονται πανέτοιμα να τον περπατήσουν. Γιατί όχι να μην τον πάνε και λίγο παραπέρα; Οι ενδείξεις υπάρχουν, και ίσως το πιο χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η απόπειρα υπογραφής των 9ωρων συμβάσεων, καθώς και το διασπαστικό μέτρο της αξιολόγησης μεταξύ των εργαζομένων, όπως αυτά επιχειρούνται στα Leroy Merlin.

Αυτή είναι η μία όψη της ιστορίας. Δεν πρέπει ποτέ να ξεχνάμε τον ρόλο που παίζει το κράτος, και τη διαλεκτικη σχέση που έχει με το κεφάλαιο. Είναι το κράτος, είτε με δεξιό έιτε με αριστερό διαχειριστή, που έστρωσε το δρόμο, τόσο με την εισαγωγή και υπογραφή των μνημονιακών συμβάσεων, ή άλλων πακέτων μέτρων, όσο και με την καταστολή των αγωνιζόμενων ενάντια σε όλα αυτά. Συμφωνίες, μέτρα και πολυνομοσχέδια που από την υπογραφή τους και μετά έδωσαν το απαραίτητο νομικό πλαίσιο στα αφεντικά για να εντείνουν την επίθεση τους. Και βέβαια, η επικοινωνιακή διαχείριση της κρίσης ενορχηστρώθηκε κατά κύριο λόγο από το κράτος και τα ΜΜΕ. Αρχικά με το -εθνικό- δημόσιο χρέος, στο όνομα του οποίου «έπρεπε να γίνουν θυσίες», και τώρα με την πολυπόθητη εθνική ανάπτυξη, για την οποία «οι θυσίες πρέπει να συνεχιστούν», ώστε να μην την εμποδίσει τίποτα.

Στην κατεύθυνση της μνημονιακής εξόδου και της εθνικής ανάπτυξης, έρχεται να προστεθεί στις άθλιες εργασιακές συνθήκες μία σωρεία νέων τρόπων εξασφάλισης της εκμετάλλευσης και της υπακοής: Από τη μία επιδιώκεται όσο το δυνατόν μεγαλύτερη αποδοτικότητα των εργαζομένων, ενώ από την άλλη ενισχύονται και αναβαθμίζονται οι τεχνικές ελέγχου και επιβολής.

Μέσα από προγράμματα συνεχούς εκπαίδευσης, εναλλακτικές μεθόδους «ανάπτυξης και κινητοποιήσης του προσωπικού», εμπέδωσης της εταιρικής κουλτούρας και των σύγχρονων διοικητικών μοντέλων, τα αφεντικά στοχεύουν στην υποταγή τόσο με το καρότο όσο και με το μαστίγιο. Θέλουν να πείσουν ότι η μισθωτή εργασία, ακόμα και των 300 ευρώ, είναι μία ευχάριστη εμπειρία αυτοπραγμάτωσης.

Βέβαια, τα ίδια «ευχάριστα» εργασιακά περιβάλλοντα κατακλύζονται από μικρόφωνα, κάμερες και άλλους εποπτικούς μηχανισμούς, ενώ η εργασια ελέγχεται διεξοδικά και συστηματικά από προϊστάμενους, υπεύθυνους ή τα ίδια τα αφεντικά. Ακολουθούνται ακόμα νέου τύπου μεθοδολογίες, όπως αυτή του «μυστικού επισκέπτη», που απεσταλμένος από την εργοδοσία, παριστάνει τον πελάτη με σκοπό να αξιολογήσει τους εργαζόμενους, παίζοντας ξεκάθαρα τον ρόλο του ρουφιάνου.

Ένα ακόμα νέο σημείο στα εργασιακά περιβάλλοντα είναι η «κοινωνικοποίηση του ελέγχου» των εργαζομένων, μέσα από εφαρμογές και ηλεκτρονικές πλατφόρμες, όπου οι πελάτες μπορούν να αξιολογούν απευθείας τις υπηρεσίες και τα προϊόντα που κατανάλωσαν, συγκεκριμένη ημέρα και ώρα, από συγκεκριμένες υπαλλήλους. Με αυτό τον τρόπο, δίνονται στα αφεντικά αφορμές για παρατηρήσεις, επιπλήξεις, και γιατί όχι απολύσεις. Χρησιμοποιώντας κάποιος την ταυτότητα του πελάτη, και μπαίνοντας στη διαδικασία να αξιολογήσει τον εργαζόμενο και τις υπηρεσίες που παρέχει, συστρατεύεται απόλυτα με τις απαιτήσεις των αφεντικών, και συγκεκριμένα με το βασικό δόγμα που χαρακτηρίζει κάθε επιχείρηση, ότι δηλαδή «ο πελάτης έχει πάντα δίκιο».

Όλα τα παραπάνω, έρχονται να προστεθούν στα παραδοσιακά μέσα επιτήρησης και επιβολής, όπως η πίεση για χαμόγελα, οι παρατηρήσεις για πιο «προσεγμένο» ή «προκλητικό» ντύσιμο (ιδιαιτέρως σε γυναίκες εργαζόμενες) ή η απειλή για απόλυση σε περίπτωση μη συμμόρφωσης με τα παραπάνω, όπως έγινε πρόσφατα στο κατάστημα «Πλαίσιο» της Λάρισας.

Ας το ξεκαθαρίσουμε: Το ότι για το επιβιωτικό μας ζήτημα υποκύπτουμε στον εκβιασμό της μισθωτής σκλαβιάς, δεν μας κάνει να νιώθουμε τυχερές, ευχαριστημένοι, πόσο μάλλον να χαμογελάμε γι’ αυτό. Δεν θα χαμογελάμε επειδή είμαστε αναλώσιμα στις ορέξεις των αφεντικών. Δεν θα χαμογελάμε ούτε αν είμαστε αναλώσιμα κοστολογημένα για 300 ευρώ μισθό, είτε αναλώσιμα των 1000 ευρώ. ΕΙΜΑΣΤΕ ΔΥΟ ΚΟΣΜΟΙ ΣΕ ΣΥΓΚΡΟΥΣΗ. Το χαμόγελό μας το κρατάμε για τους συναδέλφους μας, τις στιγμές πλησιάσματος και αλληλεγγύης μεταξύ μας στους χώρους δουλειάς, όταν σπάμε τον τσαμπουκά του υπεύθυνου ή του αφεντικού, όταν τρέχουν αγώνες στους εργασιακούς χώρους, όταν με τις μικρές ανυπότακτες δυνάμεις μας γινόμαστε πηγή «εκνευρισμού» για τα αφεντικά (όπως οι παρεμβάσεις ενάντια στο κυριακάτικο άνοιγμα των καταστημάτων ή οι αγώνες ενάντια στις νέες συμβάσεις εργασίας ενάντια σε μεγαλομάγαζα τύπου Leroy Merlin, Jumbo, Factory Outlet), όταν οργανωνόμαστε στους χώρους δουλειάς μακριά από εργατοπατέρες και συνδιαλλαγή, αλλά με οριζόντιο τρόπο και σε θέση μάχης. Το χαμόγελό μας το κρατάμε για κάθε φορά που μαθαίνουμε πως οι βιτρίνες της μιζέριας και της αποχαύνωσης θρυμματίζονται…
Μέχρι την κατάργηση της μισθωτής σκλαβιάς δεν έχουμε τίποτα να χάσουμε. Και μέχρι να καταργηθεί έχουμε να κερδίσουμε πολλά.

ΤΡΟΜΟΚΡΑΤΙΑ ΕΙΝΑΙ Η ΜΙΣΘΩΤΗ ΣΚΛΑΒΙΑ
ΚΑΜΙΑ ΕΙΡΗΝΗ ΜΕ ΤΑ ΑΦΕΝΤΙΚΑ

(-: αναρχικές/αναρχικοί 🙂

Απαντήστε

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της Εντάξει Πληροφορίες