Κείμενο του Γιάννη Ναξάκη από τη φυλακή του Κορυδαλλού με αφορμή το δημόσιο διάλογο που ξεκίνησε μετά απ’τη κριτική της εφημερίδας <<ΚΟΝΤΡΑ>> για την αντιδικαστική στάση κάποιων συντρόφων στα τρομοδικεία
Επί της ευκαιρίας του διαλόγου που άνοιξε θα πω και γω δύο πράγματα για αυτό το πολυσυζητημένο θέμα της στάσης μας απέναντι στους δικαστικούς μηχανισμούς. Ένας διάλογος που είναι φανερό ότι γίνεται σε διαφορετικές γλώσσες, επιβεβαιώνοντας ένα αντιληψιακό χάσμα που δύσκολα μπορεί να κρυφτεί πίσω από ευγένειες και αργά ή γρήγορα κάνει την εμφάνιση του σ’ έναν κόσμο αδιέξοδο που πασχίζουμε όλοι να βρούμε την επαναστατική έξοδο, καταλήγοντας όμως πάντα να πέφτουμε ο ένας πάνω στον άλλο. Οπότε, μου δίνεται η κατάλληλη πάσα να παρέμβω προφανώς για να βάλω και το δικό μου λιθαράκι σ’ αυτό το μπλέξιμο που δεν αντικατοπτρίζει τίποτα άλλο πέρα απ’το γενικότερο υπαρξιακό μας αδιέξοδο. Μ’ αυτόν τον τρόπο θέλω να συμβάλλω και γω στη χαοτική διάσταση του ζητήματος, προκαλώντας τη συνέχεια του διαλόγου, εξελίσσοντας κι άλλο ακόμα τη σύγκρουση των αντιφάσεων μας, που καταλήγει να είναι πάντα το μοναδικό πράγμα που μας δίνει κίνητρα να προχωράμε παρακάτω στα πλαίσια της διαρκούς αντιεξουσιαστικής μάχης. Πρακτικά όμως δεν κάνω και γω τίποτα καινούργιο, κάνω και εγώ αυτό που κάνει κάθε μέσος άνθρωπος από όποιο στρατόπεδο και αν προέρχεται, δηλαδή υπερασπίζομαι δημόσια το δημόσια θιγμένο κομμάτι απ’ τη στάση ζωής που επέλεξα, αναδεικνύοντας παράλληλα ότι σ’ αυτόν τον κόσμο “οδηγός” είναι η σύγκρουση και όχι η επικράτηση.
Καταρχάς, η <<κόντρα>> μιλάει για “υπεροχή των επαναστατικών απόψεων” και θεωρεί ότι έχει κάποιο “επαναστατικό καθήκον” και γι’ αυτό πράττει όπως πράττει. Μιλάμε δηλαδή για χοντρές αντιφάσεις με την όποια ελευθεριακότητα εμπεριέχεται στα περισσότερα επαναστατικά σκεπτικά. Αντιφάσεις που πασχίζουν να αποδομηθούν αλλά προφανώς οι αγκυλωμένες αντιληπτικές δυνατότητες των φορέων τους δεν βοηθούν την αποδόμηση, αλλά, απεναντίας, τις παγιώνουν κάνοντας τις ιδεολογία, ένα είδος πυξίδας δηλαδή, υπο το φόβο ενός γενικότερου θεωρητικού και πρακτικού αποπροσανατολισμού προς μια νέα και άγνωστη κατεύθυνση ενδεχομένως και πιο επικίνδυνη.
Η ελευθερία για τη <<κόντρα>>, λοιπόν, φαίνεται πως ένα απ’ τα καλύτερα πράγματα που έχει να κάνει είναι να ασφαλιστεί, παίρνοντας ανάσες ανακούφισης πίσω από νομικά αναχώματα για να μη υπάρχει νομολογία εις βάρος μας στο μέλλον. Τα όποια, θεωρητικά πάντα, “κεκτημένα” μας, αν δεν τα “τζογάρουμε” πως θα απεγκλωβιστούμε απ’ την υπαρξιακή μετριότητα του προβλέψιμου μέλλοντος; Τα αναχώματα που ακριβώς μας βοηθούν; Για να νομίζουμε πως είμαστε πιο κοντά στην εκπλήρωση του στόχου μας, της επανάστασης; Αυτή η λογική βλέπει τον εχθρό σαν κάτι στατικό, σαν να υπάρχουν μόνο οι επαναστατικές δυνάμεις που κερδίζουν χώρο και τον πλησιάζουν κάθε μέρα ώσπου μια μέρα γίνεται το μπαμ και έρχεται η μεγαλειώδης στιγμή της νίκης. Πίσω όμως απ’ αυτή τη λογική, πέρα απ’ την αδυναμία κατανόησης του συμπληρωματικού ρόλου και σχέση αλληλοεξάρτησης / αλληλοτροφοδότησης της επανάστασης με την εξουσία, φανερώνεται και ο κρυφός πόθος της <<κόντρας>> για διατήρηση των ισορροπιών μεταξύ ημών και του εχθρού αφού απ’ τη μια η αλλαγή στάσης μας απέναντι στον εχθρό δημιουργεί νομολογία και απ’ την άλλη η προαναφερόμενη θεωρία περί στατικού εχθρού φανερώνει το πως θα ήθελαν να είναι ο εχθρός, παραγνωρίζοντας προφανέστατα ότι ο εχθρός μόνο στατικός δεν είναι αφού εξελίσσεται σε συνάρτηση με τις δικές μας κινήσεις. Μια επανάσταση που περιμένει να γίνει στο (αιώνιο) αύριο δεν μπορεί παρά να είναι σημάδι ανεπάρκειας των επαναστατών της. Η επανάσταση γίνεται τώρα που μιλάμε ή (για τους πιο απαισιόδοξους) δεν θα γίνει ποτέ.
Όταν πιστεύεις πως μέσα στα δικαστήρια κερδίζονται μάχες ή δικηγόρος είσαι ή άσχετος. Το δικαστικό σύστημα νικάει είτε αθωώνεσαι είτε όχι, είτε απολογείσαι είτε όχι, είτε δεν συμμετέχεις στη διαδικασία είτε τους τα χώνεις στα μούτρα, είτε οτιδήποτε. Το δικαστικό σύστημα δε νικιέται γιατί η ανθρώπινη αξία περί δικαιοσύνης (με τις δεκάδες ερμηνείες της) είναι απ’ τα βασικότερα στοιχεία που καθορίζουν τη κατεύθυνση της ανθρώπινης εξέλιξης. Το δικαστικό σύστημα δεν είναι τίποτα άλλο απ’ τη προέκταση του αισθήματος δικαίου που ξεκινάει απ’ το άτομο και αναπτύσσεται διαρκώς μαζί με την ανάπτυξη του εγκλήματος που λέγεται πολιτισμός. Και οι συγκεκριμένοι της σημερινής δικαστικής εξουσίας να φύγουν απ’ τη μέση δεν θα αργήσει καθόλου η μέρα που θα αντικατασταθούν απο άλλους. Εξάλλου, όλοι μας γινόμαστε δικαστές κάποιες στιγμές στη καθημερινότητα αν το καλοσκεφτούμε. Αυτή τη στιγμή πολλοί απ’ αυτούς που διαβάζουν αυτό εδώ το κείμενο σίγουρα θα σκέφτονται με όρους δικαιοσύνης τα γραφόμενα (“την αδικεί τη <<κόντρα>> ο σύντροφος”, “έχει δίκιο ο τύπος”) και άλλοι θα εκφράζονται για τον συγγραφέα με εναλλακτικούς τρόπους ποινικής απόδοσης (“είναι για ξύλο μ’ αυτά που γράφει”, “είναι για ψυχιατρείο ο τύπος”). Αυτά τα λέω για να καταδείξω πόσο βαθιά ριζωμένη είναι η δικαστική αντίληψη μέσα μας. Το δικαστικό σύστημα το πολεμάς όμως γιατί εξουσιάζει (όπως όλοι μας εξουσιάζουμε και μας χρειάζεται πόλεμος), και ας ξέρεις οτι αυτός ο πόλεμος δεν τελειώνει ποτέ. Από κεί και πέρα ανάγεται στα γούστα του καθενός πως θα το κάνει.
Μέρος του πολέμου μου, λοιπόν, με την εξουσία, είναι και η απαξίωση της δικαστικής διαδικασίας. Προσπαθώντας να το ερμηνεύσω λίγο πιο καλά, θα έλεγα πως την απαξίωση την φέρνει η διαίσθηση και όχι κάποια προεπιλεγμένη πολιτική θεώρηση. Η πράξη της απαξίωσης έρχεται (αν έρθει) μια συγκεκριμένη στιγμή για τον καθένα και σίγουρα δεν είναι πρόταγμα παντός καιρού για τον καθένα. Σε πιο παλιά μου δικαστήρια έχω ευθυγραμμιστεί και με πλήρως νομική υπερασπιστική στάση αλλά και με πιο συνηθισμένη “αναρχική” στάση. Όταν όμως είσαι πλέον πασίγνωστος στις αρχές για τις πολεμικές σου προθέσεις και το μητρώο σου έχει παραφουσκώσει, όταν ξέρεις ότι οι μπάτσοι έχουν πάρα πολύ καλή πληροφόρηση γύρω απ’ τις κινήσεις σου για ένα μεγάλο διάστημα, όταν καταλαβαίνεις ότι ήρθε αυτή η γαμημένη ώρα που ο εχθρός θα σε εκδικηθεί μανιασμένα χωρίς κανένα προκάλυμμα, τότε μυρίζεσαι για τα καλά το δικονομικό αδιέξοδο και μόνο η σκέψη για οποιαδήποτε νομική απόπειρα υπεράσπισης σου φαίνεται γελοία. Παραείναι αντιφατικό να επικαλούμαι το νόμο την ίδια στιγμή που βρίσκομαι στη φυλακή γιατί εχθρεύομαι την ύπαρξη του. Το ότι πολλοί ακόμα θέλουν εκπροσώπηση απο δικηγόρο, δηλαδή θέλουν τη διαμεσολάβηση ενός προσώπου του νόμου, είναι κάτι που πρέπει να το κοιτάξουν μόνοι τους την ώρα που εξετάζουν τα αναρχικά χαρακτηριστικά τους. Και αν τους ταιριάζει, καλά κάνουν και κρατούν αυτή τη στάση. Οι δικηγόροι για μένα δεν είναι ουδέτεροι, έχουν εχθρικό ρόλο. Το πολύ πολύ να χρησιμεύσουν σαν ασπίδα τις πρώτες μέρες της σύλληψης για να γλυτώσεις βασανιστήρια απ’ τους μπατσούς (γιατί οι μπάτσοι έχουν ακόμα το φόβο του δικηγόρου) ή για να γίνουν ο δίαυλος επικοινωνίας σου με τους συντρόφους έξω αν δεν μπορεί κανένας άλλος να σε πλησιάσει. Και για να μη φαίνομαι κατηγορηματικά απόλυτος ως προς το που φτάνει η χρήση των δικηγόρων, σίγουρα θα υπάρχουν και άλλες χρήσεις τους που δεν μού’ ρχονται τώρα στο κεφάλι. Πρέπει πάντα να μη ξεχνάμε ότι η φυλακή δεν είναι το απόλυτο κακό και πως ούτε η ζωή έξω απ’ τη φυλακή δεν είναι και αυτή ένα άλλο είδος φυλακής, για να επιστρατεύουμε ότι μέσο υπάρχει για να βγούμε. Η φυλακή είναι ένα ακόμα πεδίο αγώνα και μόνο το μυαλό μας μπορεί να μας σκλαβώσει πραγματικά. Γυρνώντας τώρα πάλι πίσω στο κομμάτι της απαξίωσης, δημιουργείται μέσα σου κατά τη διάρκεια της αιχμαλωσίας η επιθυμία να μη χαρίσεις στους δικαστές τη χαρά της υπαρξιακής επιβεβαίωσης με τη παρουσία σου στο χώρο τους. Ας μείνει άδεια η ειδική θέση για τον κατηγορούμενο που κιόλας είναι πάντα πιο χαμηλά απο την έδρα για να μη ξεχνάμε και το συμβολισμό.
Στο κομμάτι που αφορά τον αντίλογο τώρα, τις πολεμικές προθέσεις μας τις κάναμε δημόσια γνωστές μέσω ίντερνετ απ’ τον πρώτο καιρό της αιχμαλωσίας μας, όπως αναφερθήκαμε και στη πρόθεση της άρνησης συνδιαλλαγής. Έχουμε καταλογίσει όσα ήταν να καταλογίσουμε στην εξουσία, που παρεμπιπτόντως το δικαστικό σύστημα αποτελεί μόνο ένα μερικό τμήμα. Είναι πασιφανές ότι εσείς της <<κόντρας>> ή δεν διαβάζεται τα κείμενα αυτών που απέχουν απ’ τη διαδικασία ή τα διαβάζετε και μας ειρωνεύεστε γιατί δυσκολεύομαι να πιστέψω ότι νομίζετε πως είμαστε τίποτα μαζόχες που ηδονιζόμαστε με τις μεγάλες ποινές που τρώμε. Το ότι το ίντερνετ υπάρχει χρόνια τώρα και καλύπτει τις ανάγκες μας για δημόσιες τοποθετήσεις δεν είναι κάτι που μπορείτε να κατανοήσετε; Αυτή τη στιγμή κιόλας μιλάμε μέσω του ίντερνετ. Χρειάζεται δηλαδή να έρθουμε πρόσωπο με πρόσωπο για να τα πούμε; Αν στεκόμουν μπροστά σας και διάβαζα αυτό το κείμενο θα καταλαβαίνατε άλλα πράγματα απ’ αυτά που γράφω εδώ; Το πολύ πολύ αν στεκόμουν απέναντι σας να το θεωρούσατε ένα δείγμα σεβασμού. Τους δικαστές και τους εισαγγελείς όμως δεν τους σεβόμαστε και ούτε αυτοί μας σέβονται, δεν χρειάζεται να το αναλύσουμε. Αυτό που θέλουμε δεν είναι κάτι λιγότερο απ’ το μαζικό ξεκλήρισμα τους και λέγοντας αυτό πιστεύω ότι βοηθάω να καταλάβετε γιατί δεν θέλουμε να τους δώσουμε το παραμικρό ίχνος υπαρξιακής επιβεβαίωσης. Όταν βλέπουν τη παρουσία μας στη διαδικασία, χαίρονται με το δημοκρατικό επίτευγμα τους που χωράει ακόμα και τις αντίθετες φωνές. Εσείς από που και ως που θεωρείτε ότι εκτρέπεται η διαδικασία όταν κάποιος τοποθετείται επιθετικά εν μέσω δίκης ενώ η έδρα συνεχίζει τη στάνταρ γραφειοκρατική διαδικασία σα να μη τρέχει τίποτα; Και να μετριαστούν τα χρόνια και να πέσει και καμιά κατηγορία, τι ακριβώς αλλάζει; Θα σταματήσουν να γίνονται δίκες ή δεν θα ξαναγίνει ποτέ δίωξη σε ανθρώπους που τα χώνουν στο σύστημα; ή μήπως για μια κατηγορία που πέφτει σε ένα δικαστήριο υπάρχει κάποιος κανονισμός που λέει ότι δε μπορούν να τη φορτώσουν στον επόμενο ή δε μπορεί να ξανακαταδικαστεί κανένας μετά από μια “πετυχημένη” δίκη; Η απαξίωση της διαδικασίας είναι μια μικρή στιγμή αμφισβήτησης της ομαλής διεξαγωγής του δημοκρατικού πανηγυριού τους. Δεν είναι κακό να παίρνουν και λίγη περιφρόνηση που και που γιατί πολύ αξία συνεχίζουν να παίρνουν ακόμα.
Δεν μπορούμε όμως να παραμένουμε σε επίπεδο δικών, θέλει και όλο το περιεχόμενο της δικαιοσύνης μια ηθική απαξίωση, μια άρνηση. Όπως θέλουμε και μεις να παρανομούμε, έτσι θέλουμε και αυτοί που έχουμε απέναντι μας να κάνουν το ίδιο. Θέλουμε αγριεμένες καταστάσεις και όχι ισορροπίες δυνάμεων που διαιωνίζουν τη πλήξη. Αν είμαι πολιτικός τους αντίπαλος είμαι και ποινικός τους αντίπαλος. Αν κάνω πολιτικό αγώνα δεν τον κάνω για να επικρατήσει ένας άλλος τρόπος διαχείρισης του υπάρχοντος, κάνω αγώνα ενάντια στη λογική της πολιτικής. Όπως επίσης παρανομώ όχι γιατί η επανάσταση περνάει και μέσα από κάποια παράνομα κανάλια αλλά γιατί θέλω να αμφισβητώ έμπρακτα τη λογική του νόμου. Αν ακόμα φαντασιώνεστε μετά-επαναστατικές κοινωνίες φαντασιωθείτε και μένα απέναντι απ’ τα λαϊκά δικαστήρια σας.
Το τι στάση έχει ο καθένας απέναντι στα δικαστήρια και όχι μόνο, είναι κάτι που πρέπει διαρκώς να μπαίνει στο πεδίο της κριτικής αλλιώς θα μείνουμε στάσιμοι στο εξελικτικό κομμάτι. Κάτι που φαίνεται να το καταλαβαίνετε πολύ καλά μέχρι ένα σημείο. Κανένας όμως δεν είναι υπεράνω κριτικής, ούτε εγώ, ούτε εσείς αλλά ούτε ο Ε.Α, ο Τσιγαρίδας και ο Κουφοντίνας τους οποίους αναφέρατε. Κριτική έτσι και αλλιώς γίνετε, συνειδητά και ασυνείδητα, απ’ τη στιγμή που υπάρχουν τόσες διαφορετικές στάσεις. Τα κείμενα είναι απλώς ένα στάδιο της κριτικής. Αλλά και μέσα στα κείμενα δε πρέπει να ξεχνάμε οτι το ύφος και η επιλογή λέξεων είναι απλώς αναπαραστάσεις και ρυθμιστές έντασης. Η κριτική υπάρχει εκ των πραγμάτων. Η κριτική ανάλυση της <<κόντρας>> φαίνεται όμως πως έχει τετράγωνο σχήμα, αφού τα μέλη της δείχνουν προσκολλημένα μόνο στο ρομαντικό κομμάτι της ανάλυσης, βλέποντας το κακό κράτος απ’ τη μια και τους καλούς επαναστάτες απ’ την άλλη, δίνοντας “δίκιο” σε κάθε πρακτική (εκτός δικαστηρίου όμως) που στοχεύει το κράτος και το κεφάλαιο. Γι’ αυτούς κάποιες πρακτικές είναι εξ’ ορισμού αντάρτικες και οι πράξεις των επαναστατών μιλούν από μόνες τους. Αν όμως οι πράξεις μιλούν από μόνες τους τότε τι χρειάζεται ο αντίλογος στα δικαστήρια; Αυτή η “ιεροποίηση” του επαναστατικού χώρου αντανακλά φτωχό σκεπτικό και ενεργεί αρνητικά αφού διαχωρίζει και εξυψώνει το “πολιτικό” κομμάτι σε σχέση με τη γενικότερη στάση ζωής. Μια τυφλή πίστη και εμπιστοσύνη στην επαναστατική δύναμη βλέποντας τα όλα μέσα από ένα ξερό πολιτικό πρίσμα. Μια αμετανόητα μονόπλευρη ερμηνεία των πραγμάτων πάντα στα όρια της πολιτικής σφαίρας και πάντα στο ρόλο της “αντιπολίτευσης”. Εκπλαγήκατε όταν σας αποκάλεσε ο Γιάννης “αυτόκλητους υπερασπιστές” για να δώσετε μια απάντηση που προδίδει μια σχεδόν θρησκευτική αντίληψη γύρω απ’τα επαναστατικά κίνητρα σας, κάτι που σας καταλόγισε ήδη νωρίτερα στο ίδιο κείμενο του ο Γιάννης αλλά δεν αντιληφθήκατε ότι μιλώντας για “καθήκον” και “ευθύνη” ξαναπέφτετε στη λούμπα της μεταφυσικής διάστασης και εκτίθεστε διπλά. Δεν απέχει λιγάκι ο ρόλος του δημοσιογράφου απ’ αυτό που σας “έχρισε” μια άγνωστη δύναμη ως επαναστάτες; Πόσο επαναστατικό μπορεί να γίνει ένα ρεπορτάζ; Το “θέαμα” δεν είναι και αυτό ένα κομμάτι του εξουσιαστικού κόσμου;
Είναι πραγματικά φθηνό να καλύπτουμε τη θέση μας μιλώντας για επαναστατικό “καθήκον” και να βαφτίζουμε τα γούστα μας “κινηματική αλληλεγγύη”. Είναι τόσο αφηρημένη έννοια το κίνημα που τα χωράει όλα. Όταν ρίχνουμε το βάρος πάντα στο κακό αντίπαλο δέος, τότε είναι λογικό σιγά σιγά να “αγιοποιούμαστε” και να μπαίνουμε χωρίς να το καταλάβουμε στο πεδίο της μεταφυσικής. Έτσι αυτόματα μπαίνουμε στο χώρο των “καλών” αφού ξέρουμε ποιοί είναι οι “κακοί” που φταίνε για όλα. Αν όμως εγώ βρίσκομαι αυτή τη στιγμή σε μια τσιμεντένια σκατότρυπα του κράτους, ξέρω πρώτα απ’ όλα πως αυτό είναι αποτέλεσμα των δικών μου επιλογών και των δικών μου λαθών. Πως θα μπορούσε να γίνει αλλιώς; Επιλογές αγώνα που ασχέτως αν τις διαπραγματεύτηκα ή οχι με κανένα, είναι πάνω απ’ όλα και πρώτα απ’ όλα δικές μου επιλογές. Και αν θα βγάλω πολλά χρόνια ακόμα εδώ μέσα, για αυτό δεν θα μπορούσε κανένας να ευθύνεται πιο πολύ από μένα τον ίδιο. Και αν η μιζέρια με έχει κυριεύσει και το καθημερινό μου χάλι διογκώνεται αυτό είναι αποτέλεσμα των δικών μου επιλογών και των επακόλουθων λαθών. Και αν μου την πέφτουν που και που οι εξουσίες της φυλακής δε φταίει κανείς παρά μόνο εγώ ο ίδιος και οι αποφάσεις μου. Και αν η απογοήτευση με έχει διαλύσει και ξενερώνω αφάνταστα με το υπερβολικό χαλάρωμα της ρηξιακής στάσης που έχουμε εδώ μέσα, αυτό είναι το αντίκτυπο δικών μου επιλογών και λαθών. Και αν η πίκρα έχει κατακλύσει την ύπαρξη μου και η γκρίνια μονιμοποιήθηκε βλέποντας πως κανένα άτομο ούτε καν απ’ τους κοντινούς συντρόφους της πάλαι ποτέ κοινής επιθετικής συνύπαρξης δεν έκανε καμία ιδιαίτερη κίνηση για την υπόθεση εμένα και του Σαραφούδη, αυτό δεν μπορεί παρά να βαραίνει εμένα και τις επιλογές που κάνω. Μόνο εμείς οι ίδιοι ξέρουμε πως να βγούμε απ’ τη σκλαβιά μας. Ας σβήσουμε και τα τελευταία ίχνη του παλιού κόσμου από πάνω μας.
Γιάννης Ναξάκης, Φυλακές Κορυδαλλού, 5/8/14
Αναδημοσίευση από : athens.indymedia.org
