Γύρω στις εντεκάμισυ, σήμερα, παρκάρισα το αυτοκίνητό μου στου Σκλαβενίτη και βγήκα να πάω στην Εθνική για να πάρω λεφτά και για να δω πόση περικοπή θα είχε η σύνταξή μου κι αυτό το μήνα…Σιγά-σιγά, και κούτσα-κούτσα, με τη βοήθεια του μπαστουνιού μου, περίμενα να περάσουν τα αυτοκίνητα, για να πάω απέναντι. Ξαφνικά, με πλησιάζει νεαρός, ο οποίος μάλλον έδειχνε να αναπτύσσεται στα πλάγια, παρά προς τα πάνω, με ξυρισμένο κεφάλι, παντελόνι ασπρόμαυρης παραλλαγής, και μαύρη μπλούζα και μου λέει: “Γιαγιά να σε βοηθήσω να περάσεις απέναντι;” Προς στιγμή σκέφτηκα πως είναι κάποιος τσαντάκιας που έβαλε μάτι την τσάντα μου, και την έσφιξα επάνω μου. “Μα γιαγιά σε βλέπω που δυσκολεύεσαι να περπατήσεις….” δεν τον άφησα να τελειώσει τη φράση του αλλά εξοργισμένη του λέω: “Δε μου λες, είμαστε φαντάροι μαζί και μου μιλάς στον ενικό; Στο σπίτι και στο σχολειό που πήγες, δε σε μάθανε τρόπους; Και επί πλέον, ξέρεις ποιά είμαι εγώ;” Λίγο τον είδα που κόλωσε, αλλά αμέσως μου είπε: “Γιαγιά είμαι της Χρυσής αυγής και βοηθάω τον κόσμο” “Τι λες βρε αλήτη ” του λέω, “Ποιό κόσμο βοηθάς; Αυτόν που χτυπάτε και δέρνετε; ή τις ανυπεράσπιστες ηλικιωμένες, που τις πλησιάζετε για να δείτε αν σας παίρνει να τους βουτήξετε την τσάντα.;” Γιά καλή μου τύχη, την ώρα εκείνη περνούσε ένα περιπολικό, το οποίο σταμάτησα βιαίως, τους είπα ότι ο νεαρός θέλησε να μου πάρει την τσάντα, ότι μ’ έβρισε, ότι μούπιασε τον ……….και πολλά άλλα που δεν τα θυμάμαι. Οι αστυφύλακες, τον μπαγλαρώσανε, του βάλανε χειροπέδες, και τον έσπρωξαν μέσα στο αυτοκίνητο. Από το πίσω τζάμι πρόλαβα να δώ, τις φάπες που του έριχναν.
Αχ, φχαριστήθηκα. Καιρό ήθελα να γίνει κάτι τέτοιο. (άκου *γιαγιά* ο ανάγωγος!! )
Αναδημοσίευση από facebook

