Βασίλης Τσιρώνης: Άλλη μια κρατική δολοφονία

Ένα μικρό χρονικό…

30 Νοέμβρη 1977:  Συνεχίζεται η πολιορκία του σπιτιού του γιατρού Τσιρώνη. ΜΑΤ και ελεύθεροι σκοπευτές αποκλείουν την περιοχή όταν ο Τσιρώνης πυροβολεί εναντίον του πληρώματος περιπολικού που πάει να τον συλλάβει.

5 Φλεβάρη 1978: Ανεξάρτητο κράτος κηρύσσει το σπίτι του ο γιατρός Τσιρώνης.

11 Ιούλη 1978: Αστυνομικοί εισβάλλουν στο σπίτι του γιατρού Τσιρώνη στις 4 το πρωί, με δικαστική απόφαση και παρουσία εισαγγελέα. Ο διευθυντής της αστυνομίας Λεμονής έχει δώσει εντολή να μη πλησιάσει δημοσιογράφος σε μεγάλη ακτίνα από το σπίτι του γιατρού, ενώ ρόλο επόπτη στην οργάνωση της επιχείρησης έχει παίξει ο ίδιος ο υπουργός δημόσιας τάξης Μπάλκος. Ο γιατρός Τσιρώνης «αυτοκτονεί». Η επιχείρηση «επιτυγχάνει».

12 Ιούλη 1978: Συλλαμβάνονται 2 άτομα μέλη της οργάνωσης του γιατρού Τσιρώνη. Είναι οι Γ. Σκάνδαλης 26 χρόνων και Δ. Νικολούλης 21 χρόνων.

13 Ιούλη 1978: 1000 περίπου άτομα με συνθήματα κατά της αστυνομίας και του κράτους, κηδεύουν το γιατρό Τσιρώνη.

Από το βιβλίο
«αυτοί οι αγώνες συνεχίζονται, δεν εξαγοράζονται, δεν  δικαιώθηκαν»,
της Αυτόνομης Πρωτοβουλίας Πολιτών

 

Βασίλης Τσιρώνης (15 Αυγούστου 1929 – 11 Ιουλίου 1978). Γιατρός, ιδεολόγος και αντιδικτατορικός αγωνιστής με τραγικό τέλος την περίοδο της δημοκρατίας.

Γεννήθηκε στις 15 Αυγούστου 1929 στην Αθήνα από οικογένεια Μικρασιατών προσφύγων. Το 1947 μπήκε στην Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών με πολύ καλή σειρά ανάμεσα στους 1300 υποψήφιους της χρονιάς εκείνης, παρά την επιθυμία της οικογένειάς του να μπει στην Σχολή Ευελπίδων με προοπτική να γίνει στρατιωτικός καριέρας. Το 1958 διορίστηκε από τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό γιατρός των εξόριστων του Άη – Στράτη, τους οποίους παρά τις απαγορευτικές διαταγές βοήθησε ανοικτά και με αυταπάρνηση, αντιδρώντας στην πολιτική φυσικής τους εξόντωσης και καταγγέλλοντας την κυβέρνηση της Δεξιάς για «ανθρωποκτονίες εκ προμελέτης» και τον Ελληνικό Ερυθρό Σταυρό για «συνθηκολόγηση και υποταγή» με διοχέτευση στον ξένο Τύπο αρκετών εμπιστευτικών εγγράφων και απόρρητων οδηγιών του τότε υφυπουργείου Ασφαλείας που αποδείκνυαν τις καταγγελίες του.

Την εποχή εκείνη δεν υπήρχαν αρκετοί αγροτικοί γιατροί στην ύπαιθρο και ο Ερυθρός Σταυρός αναλάμβανε να καλύπτει τα κενά, έχοντας δικά του ιατρεία εκεί που δεν υπήρχε αγροτικός γιατρός, όπως στον Άγιο Ευστράτιο, ο οποίος βέβαια ήταν ειδική περίπτωση αφού εκτός από τους μόνιμους κατοίκους είχε και εκατοντάδες αριστερούς εξόριστους. Ο Τσιρώνης, προϊστάμενος του κλιμακίου, κατηγορήθηκε από τους παράγοντες του Υπουργείου Προνοίας και παύθηκε, επειδή «η εν γένει συμπεριφορά του ανωτέρω ιατρού ήτο τοιαύτη, ώστε να δίδει την εντύπωσιν ότι είναι όργανο όχι της ιατρικής επιστημης, αλλά της κομμουνιστικής ηγεσίας … Συγκεκριμένως εξέδιδε αθρόας γνωματεύσεις περί της ανάγκης επειγούσης δήθεν νοσηλείας εκτοπισμένων, ενώ ούτοι ήσαν υγιείς».

Ο Τσιρώνης δεν ήταν κομμουνιστής, απλώς τηρούσε τον όρκο του Ιπποκράτη. Μόλις παύθηκε, έκανε μήνυση στον παραπάνω υπηρεσιακό παράγοντα (Μαυρουλίδης το όνομά του), κέρδισε τη δίκη, και δικαστικά κέρδισε και την επαναφορά του, την οποία όμως το κράτος αρνήθηκε να υλοποιήσει. Και σαν να μην έφτανε αυτό, στα επόμενα χρόνια γνώρισε όλη την εκδικητική μανία του καραμανλικού κράτους. Όταν τον Αύγουστο του 1960 επισκέφτηκε τον Υφυπουργό Προνοίας Ψαρρέα για να διαμαρτυρηθεί για την καθυστέρηση της αποκατάστασής του, εκείνος τον αντιμετώπισε αρνητικά, και πάνω στη συζήτηση τον κατηγόρησε για εξύβριση, ότι τον είπε ανέντιμο (Ο Τσιρώνης είπε ότι είχε χαρακτηρίσει «ανέντιμη» την τακτική της κατασυκοφάντησης και δίωξής του).

Κλείστηκε στη φυλακή, όπου πρωτοστάτησε σε απεργία πείνας όσων ήταν κλεισμένοι μέσα για χρέη. Έγιναν και κάποια επεισόδια και κατηγορήθηκε για εξέγερση. Αποφυλακίστηκε, αλλά το κράτος του ζήτησε να πληρώσει τα δίδακτρα της φοίτησής του στη στρατιωτική σχολή, 66.000 δραχμές, σημαντικό ποσό για την εποχή -και βέβαια, ενώ σε όλες τις παρόμοιες περιπτώσεις γινόταν διακανονισμός για πληρωμή με δόσεις, από τον Τσιρώνη τα ζήτησαν όλα μαζί (εδώ ένα άρθρο).

O διωγμός του Τσιρώνη έφτασε πολλές φορές στη Βουλή με επανειλημμένες επερωτήσεις βουλευτών από όλα τα κόμματα της αντιπολίτευσης, αλλά το κυνηγητό συνεχίστηκε. Στις αρχές του 1962 δικάστηκε για τα επεισόδια στις φυλακές, εξαγόρασε τη μικρή ποινή του, αλλά έμεινε υπόλοιπο ένα μικρό χρέος. Σε ένα χαρακτηριστικό μικροεπεισόδιο, η αστυνομία τον κάλεσε το μεσημέρι της 28ης Οκτωβρίου 1962 στο Τμήμα δήθεν για να υπογράψει ως ιατρός ένα πιστοποιητικό θανάτου, κι όταν αυτός πήγε εκεί, τον συνέλαβαν για το χρέος του το οποίο, λόγω της ημέρας, ήταν αδύνατο να τακτοποιήσει. Και βέβαια, όταν τους είπε ότι έτσι «γίνονται εκτελεστικά όργανα μιας πανελληνίως γνωστής εναντίον του εκστρατείας εμπαθείας και σκοπιμότητος», του έκατσαν και μια μήνυση για εξύβριση.
Στις 12 Δεκεμβρίου 1962 ίδρυσε το «Κόμμα των Αδεσμεύτων», που όμως έμεινε ανενεργό μέσα στην τότε ανώμαλη πολιτικά εποχή και αργότερα μετονομάστηκε σε Ε.Α.Κ. (Εθνικό Αστικό Κόμμα). Έγινε ευρύτερα γνωστός από μια απεργία πείνας 50 ημερών που πραγματοποίησε επί κυβέρνησης Γ. Παπανδρέου με αίτημα τον άμεσο επαναπατρισμό των αριστερών πολιτικών προσφύγων από τις χώρες του λεγόμενου «ανατολικού μπλοκ».

Η απεργία πράγματι διάρκεσε 50 ημέρες (από τέλη Απριλίου 1964 έως 15 Ιουνίου) αλλά δεν είμαι βέβαιος ότι είχε αυτό το αίτημα. Με τις δικές μου πληροφορίες, αίτημα ήταν να πάψει ο εξαετής διωγμός του και να αποκατασταθεί. Φαίνεται ότι η νέα κυβέρνηση Παπανδρέου είχε ίσως διάθεση να τον αντιμετωπίσει ευμενώς, αλλά διαφώνησαν στον τρόπο. Η απεργία πάλι έφτασε στη Βουλή, έγινε μάλιστα και αφορμή να φιλονικήσουν από τις στήλες τους ο Δ. Ψαθάς (των Νέων) και ο Μποστ (της Αυγής) διότι ο Ψαθάς, με το χιούμορ του πολλαπλά χορτάτου, υπαινίχθηκε ότι ο γιατρός έτρωγε κρυφά. Ο Τσιρώνης έλυσε την απεργία χωρίς να δικαιωθεί, ίσως όμως κάποια αιτήματά του δικαιώθηκαν στη συνέχεια.

Το 1969 σε ηλικία 40 ετών και ενώ η απριλιανή δικτατορία (1967 – 1974) απολάμβανε την τρίτη της χρονιά, έκανε αεροπειρατεία έχοντας μαζί του όλη την οικογένειά του, και μέσω Αλβανίας διέφυγε στην Σουηδία, στην οποία ζούσαν τότε οι περισσότεροι αντιδικτατορικοί πολιτικοί πρόσφυγες.

Επέστρεψε στην Ελλάδα το 1974, λίγο μετά την μεταπολίτευση και ίδρυσε το «Ουδετερόφιλο Ελλαδικό Μέτωπο» ή Ο.Ε.Μ., έκανε διάφορες «επαναστατικές» παρεμβάσεις (υβριστικά συνθήματα κατά του πρωθυπουργού Καραμανλή και κατά γνωστών μεγαλοϊδιοκτητών εφημερίδων, πυροβολισμοί με καραμπίνα κατά μιας γιγαντιαίας φωτογραφίας του Καραμανλή στην Αγορά της οδού Αθηνάς, κ.ά.) και στις εκλογές του 1977 έριξε το σύνθημα της λευκής ψήφου, με αποτέλεσμα να διεκδικήσει μία εβδομάδα αργότερα τα 251.000 λευκά ψηφοδέλτια της Β Εκλογικής Περιφέρειας Αθηνών, πράγμα που προκάλεσε σε μεγάλο βαθμό την απόπειρα της αστυνομίας να τον συλλάβει στην είσοδο του σπιτιού του στην οδό Άρεως 35 στο Παλαιό Φάληρο, μετά από ανακίνηση μίας παλαιάς καταδίκης του.

Από εκεί και πέρα τα πράγματα πήραν μία τραγική τροπή: στις 30 Νοεμβρίου 1977 οι ειδικές αστυνομικές μονάδες και ελεύθεροι σκοπευτές απέκλεισαν την περιοχή γύρω από το σπίτι του Τσιρώνη, όταν εκείνος πυροβόλησε κατά των αστυνομικών που είχαν έλθει να τον συλλάβουν και άρχισε έτσι μία πολύμηνη και επεισοδιακή πολιορκία. Στις 5 Φεβρουαρίου 1978 ο Τσιρώνης κήρυξε το διαμέρισμά του «ελεύθερο και ανεξάρτητο κράτος» και κάθε ημέρα έβγαινε στο μπαλκόνι του και με μεγάφωνα ή με έναν φορητό τηλεβόα διάβαζε στο συγκεντρωμένο πλήθος τα «πολεμικά ανακοινωθέντα» του ενάντια στο «κράτος των μαύρων (εννοώντας των φασιστών)», ενώ κάποιες φορές οι ελεύθεροι σκοπευτές τού είχαν πυροβολήσει τα χωνιά των μεγαφώνων.

Στις αρχές Ιουλίου 1978, έγινε ένα επεισόδιο που ίσως λειτούργησε σαν καταλύτης στις εξελίξεις. Ένα έφηβο κορίτσι της γειτονιάς ανέβηκε μαζί με άλλα παιδιά στο διαμέρισμα του Τσιρώνη. Η μάνα της έκανε μεγάλη φασαρία και, παρόλο που τότε δεν υπήρχε ο Σκάι, την άλλη μέρα έγινε πρωτοσέλιδο σε κάποια κίτρινη εφημερίδα, πιθανώς την Απογευματινή (αυτά όμως δεν τα έχω διασταυρώσει, μόνο τα θυμάμαι, οπότε ίσως να είναι πλάσματα της φαντασίας μου). Και τότε ανέλαβε το Βήμα.

Στις 7 Ιουλίου 1978 η καθημερινή εφημερίδα «Το Βήμα» εκτός από το πρωτοσέλιδο σχόλιό της με τον προκλητικό τίτλο «ΥΠΑΡΧΕΙ ΚΡΑΤΟΣ;», εξέφραζε ανυπόγραφα την «ανησυχία» ότι δήθεν με το «αυτόνομο κράτος» του Τσιρώνη «υπονομευόταν η έννοια του κράτους» και αυτό «από το γεγονός ότι οι αρμόδιες αρχές επιτρέπουν στον ιδιότυπο αυτό γιατρό όχι μόνο να ζει υπό το κράτος ποινικής ασυλίας (αφού δικαστικές αποφάσεις σε βάρος του για αδικήματα του κοινού ποινικού νόμου παραμένουν ανεκτέλεστες), αλλά και να μεταβάλλεται σε ελευθέρως δρώντα, στην περιοχή του Παλαιού Φαλήρου ελεύθερο σκοπευτή. Ονόμασε το διαμέρισμά του Κράτος, έχει προσβάλει ή προσβάλλει καθημερινά δέσμη από άρθρα του ποινικού νόμου, αλλά… έχει εξασφαλίσει το ακαταδίωκτο».

Το σχόλιο τελείωνε ως εξής: «Ποιος κάποτε θα αποφασίσει να προστατεύσει το κύρος και την αξιοπιστία του Κράτους; Διότι και η υπόθεση Τσιρώνη υπογραμμίζει την ανυπαρξία Κράτους».

Αν θέλετε ολόκληρο το άρθρο του Βήματος, μπορείτε να το βρείτε εδώ.

Στις 4 το πρωϊ της 11ης Ιουλίου (της οποίας το τυπωμένο πολλές ώρες νωρίτερα φύλλο του «Βήματος» επανερχόταν με νέο πρωτοσέλιδο ανυπόγραφο άρθρο, που «διαπίστωνε» ότι δήθεν «χειρότερο κι από το ίδιο το γεγονός της διωκτικής απραξίας της αστυνομίας είναι η ατμόσφαιρα ανυπαρξίας του κράτους που δημιουργείται»), υπό την άμεση εποπτεία του τότε υπουργού Δημοσίας Τάξης Μπάλκου, 28 πάνοπλοι κομάντος της «Διμοιρίας Ειδικών Αποστολών» εισέβαλαν με βοήθεια δακρυγόνων στο διαμέρισμα μετά από δικαστική απόφαση και με παρουσία εισαγγελέα, ενώ ο τότε διευθυντής της αστυνομίας Λεμονής έχει δώσει εντολή να μη πλησιάσει δημοσιογράφος σε μεγάλη ακτίνα από την επιχείρηση. Κάτω από αδιευκρίνιστες συνθήκες ο Τσιρώνης έπεσε νεκρός, ενώ η σύζυγός του, που μετά την παράδοση των 3 παιδιών τους είχε μείνει μέχρι τέλους δίπλα του στο τελευταίο οχυρωμένο δωμάτιο, φώναζε δυνατά πως «οι φασίστες σκότωσαν τον Τσιρώνη μέσα στο σπίτι του».

Κατά την εκδοχή της αστυνομίας είχε «αυτοκτονήσει». Την επόμενη ημέρα συνελήφθησαν ως «μέλη του Ο.Ε.Μ.» οι Γ. Σκάνδαλης και Δ. Νικολούλης, 26 και 21 χρόνων αντίστοιχα, ενώ την μεθεπόμενη (13 Ιουλίου) 1.000 περίπου άτομα από τον χώρο της Άκρας Αριστεράς διαδήλωσαν στην κηδεία του με συνθήματα κατά της κρατικής βίας και των δημοσιογράφων, τους οποίους κατήγγειλαν ως υποκινητές της εξόντωσης του γιατρού Τσιρώνη. Ωστόσο, στο πολιτικό μνημόσυνο που τού έκανε την επόμενη χρονιά η οικογένειά του δεν παρευρέθησαν περισσότερα από 40 – 50 άτομα.

Η κυβέρνηση της Νέας Δημοκρατίας ανακοίνωσε 2 ημέρες μετά τα γεγονότα, ότι «με τις αντικρατικές και αντικοινωνικές εκδηλώσεις του ήταν (ο Τσιρώνης) συνεχής απειλή και διαρκής κίνδυνος για τους αθώους πολίτες. Πολίτες κάθε κόμματος και εφημερίδες κάθε πολιτικής αποχρώσεως καλούσαν τις αρχές να θέσουν τέρμα στην επικίνδυνη δράση του Τσιρώνη».

πηγή: https://sarantakos.wordpress.com

 

Άρθρο του Λεωνίδα Χρηστάκη από το ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ 

Το παρακάτω άρθρο με τον τίτλο: «ΚΡΥΜΜΕΝΗ ΟΡΓΗ»
δημοσιεύτηκε στη σελίδα 5, του Ιδεοδρόμιου Νο 31, 23 Ιούλη 1979,
με αφορμή την πρώτη χρονιά του «θανάτου»
του γιατρού Βασίλη Τσιρώνη, όπου αποκαλύπτονται πολλά…

Θα μου πείτε και μένα ότι είμαι όψιμος αγανακτησίας που θυμήθηκα τον Τσιρώνη, ακριβώς στην επέτειο της περσινής δολοφονίας του, αλλά βέβαια αν θέλετε να μοιραστούμε την ευθύνη, αυτή είναι ένα προς έξι χιλιάδες (αναγνώστες) επαναλαμβανόμενη επί είκοσι φορές, δηλ. όσα τεύχη βγήκανε απ’ το νούμερο 9 και πέρα – μέχρι σήμερα.

Κανένα γράμμα, καμιά φράση, καμιά διαμαρτυρία, κανένα οργισμένο σχόλιο συμπάθειας δεν ήρθε εδώ στο ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟ για την υπόθεση Τσιρώνη. Φαίνεται ότι «η κοινή γνώμη», αφού «έφαγε» μια για πάντα το θέμα του Τσιρώνη, κατάπιε μαζί και όλους τους οργισμένους και μαχητικούς αγωνιστές που τον επισκέπτονταν και βγάζανε φωτογραφίες μαζί του, αγόραζαν το μπλε βιβλιαράκι και όταν δεν το βρίσκαν το φωτοτυπούσαν, περνούσαν έξω από το σπίτι του – δήθεν περαστικοί – για ν’ ακούσουν την εκπομπή του και τέλος στην κηδεία του ορκιζόντουσαν με τη γροθιά ψηλά… εκδίκηση (το τελευταίο ισχύει για τους αριστεριστές).

Εγώ είμαι ένας απ’ αυτούς που και στο σπίτι του πήγα τρεις βδομάδες πριν τη δολοφονία και φωτογραφίες έβγαλα μαζί του και μαγνητοφωνημένη συνέντευξη του πήρα και σε τρία διαφορετικά ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΑ έγραψα «πύρινα» άρθρα και στην κηδεία δεν πήγα και καμιά γροθιά εκδίκησης δεν σήκωσα, όταν μάλιστα δολοφονήθηκε… παραθέριζα στο Λέχαιο Κορινθίας.

Ο Τσιρώνης ο ίδιος πίστευε και θα το πίστευε ακόμα αν ζούσε, ότι «στο αρχείο της συνείδησης του λαού καταγράφονται οι πολιτικές δολοφονίες που κάποια μέρα ξεσπάνε ενάντια στο κράτος».

Πίστευε και σε πολλά άλλα μαρξιστικογενή ιδεολογικά εκτρώματα. Όμως αυτό δεν ήταν η αιτία του θανάτου του από αστυνομικό όπλο.

Την αιτία του θανάτου του την ξέρουμε όλοι, αλλά κανείς δεν κουνιέται να την πει ανοιχτά. Η ενέργεια που τον οδήγησε στο θάνατο κάτω απ’ την αστυνομική βία ήτανε μία και μοναδική. Όταν από μια πλήξη πια στον πρώτο καιρό της αυτοεξορίας του μέσα σ’ εκείνο το διαμέρισμα αποφάσισε ο Βασίλης Τσιρώνης να μιλήσει πιο ανοικτά για τον εκδότη Χρήστο Λαμπράκη και τους κωλοπετσωμένους μπράβους του δημοσιογράφους, από εκείνη τη στιγμή μπορούμε να πούμε ότι άρχισε η αντίστροφη μέτρηση. Η αστυνομία, το Υπουργείο Δημοσίας Τάξεως, το Υπουργείο Δικαιοσύνης και τα εκτελεστικά εισαγγελικά του όργανα έπαιξαν το ρόλο εκτελεστού, σπρωγμένου από τις γνωστές «αόρατες δυνάμεις» (όπως έλεγε μέχρι χτες το ΚΚΕ) του κατεστημένου ελληνικού τύπου.

Τα πιο αδύνατα εκδοτικά συγκροτήματα που είχαν και στο παρελθόν τους μια «αντιστασιακή δράση» επεσήμαναν με μασημένες κουβέντες τον «θρίαμβο» του συγκροτήματος Λαμπράκη που κατόρθωσε να ενεργοποιήσει τη δικαστική μηχανή, να δημιουργήσει τις παραμονές της εισβολής στο σπίτι του Τσιρώνη εκείνες τις γνωστές συσκέψεις, όπου αποφασίστηκε η «διακοπή του ενοχλητικού».

Το ότι ο Τσιρώνης ήτανε ένας… μόνος κάου-μπόυ, αυτό φάνηκε από το μετέπειτα ανεμοσκόρπισμα. Τα παιδιά του, η γυναίκα του, οι υπουργοί του, οι οπαδοί του («λίγοι αλλά εκλεκτοί», μου έλεγε) και άλλοι θεωρητικοί, ανεμοσκορπίστηκαν χωρίς ούτε ένα… πολιτικό μνημόσυνο να κάνουν σ’ ένα θέατρο.

Ο Βασίλης Τσιρώνης το ήξερε αυτό, μου είχε παρουσιάσει την πιο ζοφερή εικόνα για τους συνεργάτες του.

Ο Μαθιουδάκης, μου έλεγε, έσπασε, το Σκανδάλη φοβάμαι. Όχι μη σπάσει, φοβάμαι για το ρομαντισμό του. Για τους άλλους αφήνω συνέχεια ερωτηματικά. Οι εξελίξεις θα το δείξουνε.

Ο θεωρητικός του Νίκος Βάληνδας, γραβατώθηκε και γυρίζει σαν χαμένο παρτάλι. Όταν μάλιστα στο τεύχος Νο 15 του ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟΥ του Νοέμβρη του 78 δημοσίευσα το άρθρο του που μου είχε δώσει ο Τσιρώνης «σχετικά με την ξενολακέδικη αριστερά και τα σημερινά ρετάλια», ο Βάληνδας άρχισε να λέει φανταστικά παραμύθια σε τρίτους, χωρίς να τολμήσει καν να έρθει απ’ το γραφείο του ΙΔΕΟΔΡΟΜΙΟΥ.

Λέγοντας για τον αντιστασιακό δευτερεύοντα τύπο, εννοούσα τα «ΠΟΛΙΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ», την «ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ», καθώς και μερικές φυλλάδες του αριστερίστικου κατεστημένου τύπου, που συνεχώς… «εκ της κόνεώς του αναγεννάται». (… τέσσερις μέρες μετά την εκτέλεση του Τσιρώνη ο νεόκοπος δημοσιογράφος Νίκος Πλατής, εργαζόμενος στο δημοσιογραφικό συγκρότημα Λαμπράκη και παίρνοντας εντολή απ’ τον ίδιο τον Λαμπράκη να κάνει ένα θέμα υπέρ του Τσιρώνη στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ, αυτό το περιοδικό της ιδεολογικής μαστουροποίησης του ελληνικού λαού, μ’ έπαιρνε μανιωδώς στο τηλέφωνο για να με βρει και να του δώσω πληροφορίες για τον Τσιρώνη. Η απάντησή μου ήταν γαμοσταυρίδι ακατάσχετο).

Το κομμάτι στον ΤΑΧΥΔΡΟΜΟ έγινε από τον Πλατή με μια ευκαιριακή άλλη δημοσιογράφο και ο κόσμος έμεινε κατάπληκτος για την ακέραιη στάση του συγκροτήματος Λαμπράκη απέναντι στο έγκλημα.

Οι μήνες ήλθαν και παρήλθαν, μερικά μελαγχολικά συνθήματα στους τοίχους όπως

ΚΑΣΙΜΗ ΤΣΙΡΩΝΗ  – ΤΟ ΚΡΑΤΟΣ ΔΟΛΟΦΟΝΕΙ…

Οι περαστικοί μέσα απ’ τα αυτοκίνητα ρίχνουν μια ματιά στα συνθήματα, αισθάνονται ότι αυτοί δεν θα δολοφονηθούν ποτέ τόσο άμεσα από το κράτος, μόνο καμιά φορά κανένας συνταξιούχος αστυνόμος του Ταμείου θα τους χτυπήσει την πόρτα, κραδαίνοντας κανένα ξεχασμένο φόρο…

…μελαγχολία.

Η ΕΛΕΥΘΕΡΟΤΥΠΙΑ διέκοψε με πολύ εύσχημο τρόπο την αναδημοσίευση των κειμένων από το Μπλε βιβλιαράκι του Τσιρώνη. Οι εισβολείς των ΜΑΤ ξεθάρρεψαν, πάψαν να φοβούνται τυχόν κυρώσεις. Ένας μάλιστα εισαγγελέας έβγαλε και πόρισμα ότι όλα γίναν νόμιμα στην εισβολή κατά της οικίας του Τσιρώνη, ορισμένοι γιατροί – δήμαρχοι Ν. Ιωνίας που λέγαν ότι η κοιλιά του Τσιρώνη ήταν τρύπια από σφαίρες, ηρέμησαν κι αυτοί – ίσως τώρα να έχουν εφιάλτη την κοιλιά του Τσιρώνη – ….. Η υπόθεση Γιάννη Σερίφη κατασκέπασε την υπόθεση Τσιρώνη. Βγήκε ο Σερίφης έξω και οι Κασίμηδες και οι Τσιρώνηδες μπήκαν στο αρχείο. Μερικοί βουλευτές του ΠΑΣΟΚ δημοκόπησαν, μερικοί καθηγητές του Πανεπιστημίου κούνησαν απελπιστικά το κεφάλι τους, ένας μάλιστα το κουνάει γιατί έχει πάρκινσον… ώσπου φτάσαμε την Κυριακή 17-18 Ιουνίου 1979, όπου άλλος καθηγητής του Ποινικού δικαίου του Πανεπιστημίου Αθηνών κ. Ν.Κ.Ανδρουλάκης, σε μια κρίση βιασύνης, μεταθέτοντας κατά ένα περίπου μήνα πριν την επέτειο του τραγικού θανάτου του άκακου αρχηγού ενός ιδιωτικού κράτους, ξεσπαθώνει εναντίον των μηχανισμών συντριβής σε δύο άρθρα του. Είκοσι μέρες αργότερα οι εφημερίδες στα ψηλά καλούν το λαό για το ετήσιο μνημόσυνο που διοργανώνει η οικογένειά του στον τάφο του Τσιρώνη (σύνολο 50 άνθρωποι παραβρέθηκαν) και ο Γιώργος Βότσης, ένας δημοσιογράφος έχει γίνει το κάρφος της κομμουνιστοφοβίας, κάνει μια επιφυλλίδα με τίτλο «Οι «ενοχλητικοί» εξοντώνονται ανυπεράσπιστοι».

Πριν λίγο καιρό ο πατέρας του Γιάννη Σκανδάλη πεθαίνει από συγκοπή έξω από τις φυλακές Κέρκυρας σε μια προσπάθεια να δει τον βασανισμένο γιο του από τους δεσμοφύλακες, ακριβώς γι’ αυτό το παιδί που φοβότανε ο Βασίλης Τσιρώνης ότι θα την πλήρωνε σαν εξιλαστήριο θύμα, γιατί με το να τον κρατάνε μέσα επιβεβαιώνουν ότι ο Τσιρώνης δεν ήταν ένας φτωχός και μόνος κάου-μπόυ, αλλά είχε και… οπαδούς.

Τ’ άλλα όλα τα ξέρετε, είναι περιττό να αναμασάμε κάθε χρόνο τα ίδια. Το κατεστημένο πια κόμμα (ένα είναι το κόμμα) ξέχασε τις δικές του, του παρελθόντος, δολοφονίες και σήμερα ταυτίζεται με πάσης λογής ασφαλίτες, μη αναφέροντας στα έντυπά του παρά μόνο τα «εγκλήματα» που το αφορούν. Οι δολοφονημένοι για το κόμμα είναι μόνο οι οργανωμένοι στο κόμμα. Οι άλλοι όλοι είναι απλώς δολοφονημένοι. Δεν αποκλείεται σε μερικά χρόνια κάποιος φωτισμένος ινστρούχτορας του ΚΚΕ ν’ ανακαλύψει στα χειρόγραφα του Τσιρώνη μικρομαρξιστικά σπέρματα και να τον βγάλουν κι αυτόν ήρωα για κατανάλωση μνημοσύνων, φεστιβάλ, λόγων, φωτογραφιών και ότι άλλο μπορεί να σκεφτεί η άκαμπτη νοοτροπία ενός γραφειοκρατικού κόμματος.

Όσοι από σας που διαβάζετε αυτό το άρθρο έχετε το Γαλάζιο βιβλίο του Τσιρώνη, μη το φυλάτε σαν αρχείο ή σαν πολύτιμο αντικείμενο ενός δολοφονημένου, δίνετέ το για ανάγνωση, φωτοτυπήστε το σε πολλά αντίτυπα, ώσπου και άλλοι να καταλάβουν ότι αγώνας δεν σημαίνει μόνο ένταξη στα κόμματα, σημαίνει και προσωπική παρόρμηση που μπορεί να φτάσει στους περιορισμένους τοίχους ενός διαμερίσματος από μπετόν στο Παλιά Φάληρο.

Φαίνεται ότι τελείωσε μια για πάντα η εποχή που κυνήγαγαν τους ληστές επάνω στα βουνά και στις σπηλιές. Το παράδειγμα του Τσιρώνη μας δείχνει ότι όταν θες ν’ αντισταθείς αυτό μπορείς να το κάνεις μέσα σ’ ένα διαμέρισμα τριών δωματίων και κουζίνας.

ΛΕΩΝΙΔΑΣ ΧΡΗΣΤΑΚΗΣ

πηγή: http://www.vrahokipos.net

 

Τα σχόλια είναι κλειστά.

Η ιστοσελίδα μας χρησιμοποιεί μπισκότα σε ορισμένες λειτουργίες της ΕντάξειΠληροφορίες